Γιατί η τιμή του πετρελαίου δεν επιβεβαίωσε τα μαύρα σενάρια για τον πόλεμο στο Ιράν

Ποια μαξιλάρια συγκρατούν την αγορά πετρελαίου, από προβλέψεις εκτίναξης στα 150-200 δολ. Τα νέα στοιχήματα «drill» και οι αλλαγές στη ζήτηση

Στενά του Ορμούζ, © Χ.com

Οι τιμές του πετρελαίου δεν έχουν κινηθεί στα επίπεδα που πολλοί αναλυτές ανέμεναν, παρά το γεγονός ότι τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ουσιαστικά κλειστά για περισσότερο από τρεις μήνες και οι ενεργειακές ροές της Μέσης Ανατολής έχουν δεχθεί σοβαρό πλήγμα. Ωστόσο, η ανθεκτικότητα μπορεί να αποδειχθεί προσωρινή.

Η βασική απορία που κυριαρχεί στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας είναι απλή: γιατί το πετρέλαιο δεν έχει εκτοξευθεί ακόμη στα επίπεδα που λένε αναλυτές , παρά τη μεγαλύτερη διαταραχή προσφοράς στην ιστορία της αγοράς;

Το πετρέλαιο Brent κινείται κοντά στα 95-100 δολάρια ανά βαρέλι, περίπου 30% υψηλότερα από τα προπολεμικά επίπεδα. Η άνοδος είναι σημαντική, αλλά απέχει αισθητά από τις προβλέψεις πολλών αναλυτών που θεωρούσαν πιθανή μια εκτίναξη πολύ πάνω από τα 150 ή τα 200 δολάρια.

Πετρέλαιο: Τα μαξιλάρια που συγκρατούν την αγορά

Μέχρι στιγμής, μια σειρά παραγόντων έχει αποτρέψει μια ανεξέλεγκτη άνοδο των τιμών. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και η Σαουδική Αραβία κατάφεραν να διατηρήσουν μέρος των εξαγωγών τους μέσω αγωγών που παρακάμπτουν τα Στενά του Ορμούζ.

Στα ΗΑΕ, η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία Adnoc σχεδιάζει την κατασκευή του πρώτου αγωγού μεταφοράς διυλισμένων προϊόντων της χώρας, ο οποίος θα επιτρέπει τη μεταφορά βενζίνης, ντίζελ και αεροπορικών καυσίμων παρακάμπτοντας το κρίσιμο θαλάσσιο πέρασμα. Η εταιρεία προχωρά, επίσης, στην κατασκευή δεύτερου αγωγού αργού πετρελαίου, ο οποίος αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία στις αρχές του επόμενου έτους, διπλασιάζοντας τη συνολική μεταφορική ικανότητα προς τη Φουτζέιρα και ενισχύοντας περαιτέρω την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας.

Τα ΗΑΕ διαθέτουν ήδη αγωγό αργού πετρελαίου που συνδέει τα πεδία παραγωγής του Άμπου Ντάμπι με το λιμάνι της Φουτζέιρα, στον Κόλπο του Ομάν, προσφέροντας εναλλακτική διαδρομή εκτός των Στενών του Ορμούζ. Ωστόσο, η υφιστάμενη δυναμικότητα των 1,5 εκατ. βαρελιών ημερησίως δεν επαρκεί για να καλύψει πλήρως τις ανάγκες εξαγωγών, ενώ οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις στην περιοχή έχουν αυξήσει τους κινδύνους για τις ενεργειακές ροές.

Παράλληλα, η Κίνα, η οποία είχε προηγουμένως αυξήσει σημαντικά τα αποθέματά της, περιόρισε τις αγορές αργού. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ κι άλλες χώρες αξιοποίησαν στρατηγικά αποθέματα, ενώ οι αμερικανικές εξαγωγές πετρελαίου έφθασαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Επιπλέον, προσωρινές εξαιρέσεις σε κυρώσεις κατά του Ιράν και της Ρωσίας επέτρεψαν την επιστροφή πρόσθετων ποσοτήτων στην αγορά.

Ένας ακόμη παράγοντας είναι η λεγόμενη «καταστροφή ζήτησης», σημειώνουν αναλυτές στο Semafor. Όταν οι τιμές αυξάνονται, νοικοκυριά και επιχειρήσεις περιορίζουν την κατανάλωση ενέργειας, δημιουργώντας έναν μηχανισμό αυτοσυγκράτησης των τιμών.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι για πόσο θα διαρκέσουν αυτά τα αποθέματα ασφαλείας. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Brookings Institution, η διαταραχή προσφοράς ανερχόταν τον Μάιο σε περίπου 3,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως σε σχέση με τα προπολεμικά επίπεδα. Μέχρι τον Ιούλιο, το έλλειμμα αυτό εκτιμάται ότι θα διπλασιαστεί στα 6,4 εκατ. βαρέλια ημερησίως.

Υπό αυτές τις συνθήκες, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι τα 150 δολάρια ανά βαρέλι παραμένουν απολύτως εφικτός στόχος. Ο Νιλ Τσάπμαν της ExxonMobil προειδοποίησε πρόσφατα ότι η αγορά πλησιάζει σε πρωτοφανώς χαμηλά επίπεδα αποθεμάτων.

Όπως σημείωσε, ο κόσμος κινδυνεύει να βρεθεί ενεργειακά «από μισθοδοσία σε μισθοδοσία», με τα διαθέσιμα αποθέματα να επαρκούν οριακά για την κάλυψη της ζήτησης.

Παράλληλα, οι συνομιλίες μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης παραμένουν σε αδιέξοδο. Η αβεβαιότητα δεν αφορά μόνο την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ, αλλά και το ενδεχόμενο το Ιράν να επιδιώξει μόνιμη επιβολή τελών διέλευσης στα δεξαμενόπλοια.

δεξαμενοπλοιο

Δεξαμενόπλοιο © Pixabay

Ορισμένοι πλοιοκτήτες εμφανίζονται διατεθειμένοι να εξετάσουν την καταβολή τέτοιων τελών, προκειμένου να αποκατασταθούν οι μεταφορές. Ωστόσο, μεγάλες ενεργειακές εταιρείες, όπως η Chevron, έχουν ξεκαθαρίσει ότι δεν προτίθενται να αποδεχθούν μια τέτοια πρακτική.

Οι δηλώσεις του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος εμφανίστηκε αδιάφορος για την τύχη των διαπραγματεύσεων, εντείνουν περαιτέρω την αβεβαιότητα των αγορών.

Η παράταση της κρίσης αρχίζει να επηρεάζει και τη διεθνή οικονομία. Ο ΟΟΣΑ έχει ήδη προειδοποιήσει για επιβράδυνση της ανάπτυξης στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Κίνα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ ο πληθωρισμός αναμένεται να ενισχυθεί τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις αναδυόμενες οικονομίες.

Παράλληλα, η απόφαση της Ρωσίας να αναστείλει τις εξαγωγές αεροπορικού καυσίμου προσθέτει νέα πίεση στις αλυσίδες εφοδιασμού. Η παγκόσμια αεροπορική βιομηχανία παρακολουθεί με ανησυχία τις εξελίξεις, καθώς το καύσιμο αεροσκαφών συγκαταλέγεται στα προϊόντα που έχουν επηρεαστεί περισσότερο από τη σύγκρουση.

Παρά τη μέχρι σήμερα ψυχραιμία των αγορών, πολλοί αναλυτές προειδοποιούν ότι η κρίση δεν έχει ακόμη κορυφωθεί. Τα παγκόσμια αποθέματα μειώνονται με ταχύτερο ρυθμό από ποτέ και, εάν δεν υπάρξει σύντομα συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η αγορά πετρελαίου ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με πολύ πιο έντονες αναταράξεις τους επόμενους μήνες.

Πετρέλαιο: Μήπως ο κόσμος χρειάζεται τελικά λιγότερο αργό;

Καθώς ο πόλεμος γύρω από το Ιράν παρατείνεται και τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ουσιαστικά εκτός κανονικής λειτουργίας, ένα ερώτημα αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία στις αγορές ενέργειας: μήπως η παγκόσμια ζήτηση πετρελαίου έχει αρχίσει να αλλάζει πιο γρήγορα από ό,τι αναμενόταν;

Αναλυτές μεγάλων επενδυτικών οίκων, όπως η JPMorgan και η Goldman Sachs, διαπιστώνουν ότι παρά τη σημαντική άνοδο των τιμών καυσίμων, η παγκόσμια οικονομία δεν έχει υποστεί μέχρι στιγμής το είδος της επιβράδυνσης που συνόδευε παραδοσιακά τις μεγάλες πετρελαϊκές κρίσεις.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι λιανικές τιμές της βενζίνης είναι περίπου 28% υψηλότερες σε σχέση με έναν χρόνο πριν, ενώ το ντίζελ έχει ακριβύνει κατά περίπου 33%. Η εξέλιξη αυτή έχει οδηγήσει σε μείωση της κατανάλωσης καυσίμων, πετροχημικών προϊόντων και αεροπορικών καυσίμων.

Το φαινόμενο αυτό, γνωστό ως «καταστροφή ζήτησης», αποτελεί συνηθισμένη αντίδραση των αγορών σε περιόδους υψηλών τιμών. Ωστόσο, αυτή τη φορά εμφανίζεται μια σημαντική διαφορά: η υποχώρηση της κατανάλωσης δεν συνοδεύεται από αντίστοιχη επιδείνωση της οικονομικής δραστηριότητας.

Οι καταναλωτές φαίνεται να διαθέτουν περισσότερες εναλλακτικές επιλογές σε σχέση με το παρελθόν, γεγονός που μειώνει την εξάρτηση από το πετρέλαιο.

Ηλεκτρικά οχήματα και ανανεώσιμες πηγές αλλάζουν το τοπίο

Η Ευρώπη και κυρίως η Κίνα πρωταγωνιστούν σε αυτή τη μεταβολή. Η υιοθέτηση ηλεκτρικών οχημάτων επιταχύνεται, ενώ η ανάπτυξη της ηλιακής και αιολικής ενέργειας περιορίζει σταδιακά τον ρόλο των ορυκτών καυσίμων.

Αναλυτές της JPMorgan, μετά από σειρά επαφών στην Κίνα, σημείωσαν ότι η ζήτηση πετρελαίου ενδέχεται να έχει μειωθεί έως και 9%, με τρόπο αιφνίδιο και χωρίς να παρατηρούνται σοβαρές δυσλειτουργίες στην οικονομία.

Στην υπόλοιπη Ασία, αρκετές κυβερνήσεις ενθαρρύνουν την τηλεργασία και άλλες πρακτικές που περιορίζουν τις μετακινήσεις και συνεπώς την κατανάλωση καυσίμων.

Οι ειδικοί υπενθυμίζουν ότι και η πετρελαϊκή κρίση του 1973 προκάλεσε βαθιές αλλαγές στη δομή της παγκόσμιας οικονομίας. Τότε, οι κυβερνήσεις επένδυσαν στην ενεργειακή αποδοτικότητα, δημιούργησαν στρατηγικά αποθέματα και υιοθέτησαν αυστηρότερα πρότυπα κατανάλωσης καυσίμων.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η κρίση οδήγησε στη δημιουργία του Στρατηγικού Αποθέματος Πετρελαίου, στην ίδρυση του Υπουργείου Ενέργειας και στην επιβολή νέων κανόνων εξοικονόμησης καυσίμων.

Σήμερα, αρκετοί αναλυτές θεωρούν ότι η τρέχουσα κρίση θα μπορούσε να πυροδοτήσει ακόμη πιο βαθιές μεταβολές, καθώς οι τεχνολογικές εναλλακτικές είναι πλέον ώριμες και οικονομικά βιώσιμες.

Σχεδόν το ήμισυ της παγκόσμιας κατανάλωσης πετρελαίου συνδέεται με τις οδικές μεταφορές. Εάν οι υψηλές τιμές διατηρηθούν για μεγάλο χρονικό διάστημα, τα κίνητρα για μετάβαση στα ηλεκτρικά οχήματα θα ενισχυθούν ακόμη περισσότερο.

Παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν πολλές οικονομίες —ιδιαίτερα στη Νοτιοανατολική Ασία και σε χώρες που εξαρτώνται από εισαγόμενα καύσιμα— οι αγορές αρχίζουν να προεξοφλούν ότι η τρέχουσα κρίση ίσως επιταχύνει μια δομική μεταβολή της ενεργειακής κατανάλωσης.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το πετρέλαιο παύει να είναι κρίσιμο για την παγκόσμια οικονομία. Σημαίνει όμως ότι κάθε νέα ενεργειακή κρίση ενδέχεται να ενισχύει τη μετάβαση προς τεχνολογίες που το υποκαθιστούν. Αν η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή συνεχιστεί, η διαδικασία αυτή θα μπορούσε να επιταχυνθεί ακόμη περισσότερο, οδηγώντας σε μια νέα εποχή όπου η παγκόσμια ανάπτυξη θα εξαρτάται λιγότερο από το αργό πετρέλαιο απ’ ό,τι τις προηγούμενες δεκαετίες.

Πετρέλαιο: Η Αλάσκα γίνεται το επόμενο στοίχημα μετά την κρίση στο Ορμούζ

Η νέα δημοπρασία δικαιωμάτων εξόρυξης πετρελαίου στην Αλάσκα εξελίσσεται σε κρίσιμο τεστ για την ενεργειακή πολιτική του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Την ώρα που η κρίση στα Στενά του Ορμούζ αναδεικνύει τους κινδύνους εξάρτησης από τη Μέση Ανατολή, η Αρκτική επανέρχεται στο επίκεντρο των στρατηγικών σχεδιασμών της πετρελαϊκής βιομηχανίας.

Η Ουάσιγκτον στρέφει εκ νέου το βλέμμα της στην Αλάσκα, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει να ενισχύσει την εγχώρια παραγωγή υδρογονανθράκων σε μια περίοδο αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και έντονων αναταράξεων στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας.

Το αμερικανικό υπουργείο Εσωτερικών αναμένεται να ανοίξει τους φακέλους των προσφορών για νέα δικαιώματα εξόρυξης στο Arctic National Wildlife Refuge (ANWR), μια από τις πλέον αμφιλεγόμενες ενεργειακές περιοχές των Ηνωμένων Πολιτειών.

Η περιοχή θεωρείται ότι διαθέτει σημαντικά αποθέματα πετρελαίου, ωστόσο εδώ και δεκαετίες αποτελεί κεντρικό πεδίο αντιπαράθεσης μεταξύ της πετρελαϊκής βιομηχανίας και των περιβαλλοντικών οργανώσεων που επιδιώκουν την προστασία της.

Η κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ έχει ενισχύσει τα επιχειρήματα όσων υποστηρίζουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους πρέπει να επενδύσουν περισσότερο σε πηγές εφοδιασμού που βρίσκονται σε πολιτικά σταθερές περιοχές, αναφέρουν αναλυτές στο Axios.

Για πολλές ασιατικές οικονομίες, οι οποίες εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή, η Αλάσκα θεωρείται μια εναλλακτική πηγή προμήθειας με χαμηλότερο γεωπολιτικό κίνδυνο.

Παράλληλα, οι πιέσεις που ασκούνταν τα προηγούμενα χρόνια στις πετρελαϊκές εταιρείες για περιορισμό των επενδύσεων σε ορυκτά καύσιμα έχουν υποχωρήσει, ενώ οι προβλέψεις για άμεση κορύφωση της παγκόσμιας ζήτησης πετρελαίου εμφανίζονται πλέον λιγότερο βέβαιες.

Τα πρώτα σημάδια επιστροφής του ενδιαφέροντος

Οι ενδείξεις από προηγούμενες δημοπρασίες είναι μικτές. Η αντίστοιχη διαδικασία στο ANWR το 2021 προσέλκυσε περιορισμένο ενδιαφέρον, ενώ μια μεταγενέστερη δημοπρασία επί κυβέρνησης Μπάιντεν το 2025 δεν συγκέντρωσε καμία προσφορά.

Ωστόσο, η εικόνα ήταν διαφορετική τον Μάρτιο σε άλλη περιοχή της Αρκτικής, το National Petroleum Reserve-Alaska. Εκεί, οι προσφορές ξεπέρασαν τα 164 εκατ. δολάρια, με συμμετοχή μεγάλων ομίλων όπως η ConocoPhillips, η Repsol και η ExxonMobil.

Οι αναλυτές εκτιμούν ότι η προώθηση του μεγάλου σχεδίου αγωγού φυσικού αερίου και εγκαταστάσεων LNG στην Αλάσκα ενισχύει την οικονομική βιωσιμότητα νέων πετρελαϊκών επενδύσεων, καθώς δημιουργεί πρόσθετες δυνατότητες αξιοποίησης του φυσικού αερίου που παράγεται μαζί με το αργό.

Παρά το βελτιωμένο επενδυτικό κλίμα, οι εταιρείες εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σοβαρές προκλήσεις. Τα έργα στην Αρκτική απαιτούν πολυετείς επενδύσεις, υψηλά κεφάλαια και πολύπλοκες υποδομές, ενώ συχνά γίνονται αντικείμενο μακροχρόνιων δικαστικών προσφυγών.

Για τις εισηγμένες πετρελαϊκές εταιρείες, η παρουσία στο ANWR εξακολουθεί να συνεπάγεται σημαντικό επικοινωνιακό και πολιτικό κόστος, καθώς η περιοχή θεωρείται σύμβολο του περιβαλλοντικού κινήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Επιπλέον, αρκετοί επενδυτές ανησυχούν ότι μια μελλοντική Δημοκρατική κυβέρνηση θα μπορούσε να επανεξετάσει ή ακόμη και να ακυρώσει δικαιώματα εκμετάλλευσης που θα παραχωρηθούν σήμερα.

Παρά τις αβεβαιότητες, αρκετοί ειδικοί διαπιστώνουν μια σταδιακή μετατόπιση του επενδυτικού ενδιαφέροντος προς τη Βόρεια και τη Νότια Αμερική.

Όπως σημειώνει στο Axios, ο Μπομπ ΜακΝάλι της Rapidan Energy Group, η καμπύλη του ενδιαφέροντος μετακινείται πλέον προς την αμερικανική ήπειρο, καθώς οι ενεργειακές εταιρείες αναζητούν περιοχές με μεγαλύτερη γεωπολιτική ασφάλεια.

Το ερώτημα είναι εάν η μεταβολή αυτή αρκεί για να οδηγήσει σε μαζικές επενδύσεις σε περιοχές που παραμένουν τόσο πολιτικά όσο και επιχειρησιακά απαιτητικές.

Η απάντηση ενδέχεται να δοθεί μέσα στους επόμενους μήνες. Εάν η κρίση στη Μέση Ανατολή συνεχιστεί και οι ροές μέσω των Στενών του Ορμούζ παραμείνουν περιορισμένες, η αξία των αμερικανικών αποθεμάτων πετρελαίου θα μπορούσε να αυξηθεί σημαντικά. Σε αυτή την περίπτωση, η Αλάσκα ίσως μετατραπεί από περιβαλλοντικό πεδίο αντιπαράθεσης σε βασικό πυλώνα της νέας ενεργειακής στρατηγικής των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στενά του Ορμούζ: Γιατί το πετρέλαιο δεν θα επιστρέψει γρήγορα στην κανονικότητα

Το πρώτο κύμα πλοίων που θα διέλθει από τα Στενά του Ορμούζ μετά από μια ενδεχόμενη συμφωνία δεν θα μεταφέρει νέα παραγωγή πετρελαίου, αλλά ποσότητες που έχουν ήδη παραχθεί και παραμένουν εγκλωβισμένες στην περιοχή.

Από τα περίπου 2.000 πλοία που βρέθηκαν παγιδευμένα στον Περσικό Κόλπο μετά το κλείσιμο του περάσματος, λιγότερα από τα μισά είναι μεγάλα εμπορικά πλοία. Περίπου 200 είναι δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν συνολικά 160 εκατ. βαρέλια πετρελαίου. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα τεράστιο απόθεμα που έχει παραχθεί αλλά δεν έχει φτάσει ποτέ στην αγορά.

Η αρχική έξοδος αυτών των δεξαμενόπλοιων θα προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στην αγορά, αντίστοιχη με μια αποδέσμευση στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου. Ωστόσο, δεν αντιμετωπίζει το βασικό πρόβλημα: την αναστολή παραγωγικής δυναμικότητας 13 έως 15 εκατ. βαρελιών ημερησίως στη Μέση Ανατολή λόγω της αδυναμίας εξαγωγών.

Η Τεχεράνη έχει δεσμευθεί ότι θα επιτρέψει την επιστροφή των προπολεμικών επιπέδων ναυσιπλοΐας εντός 30 ημερών από την υπογραφή ενός μνημονίου συμφωνίας. Πριν από την έναρξη του πολέμου, περίπου 150 μεγάλα εμπορικά πλοία διέσχιζαν καθημερινά τα Στενά του Ορμούζ.

Ωστόσο, η πραγματική κίνηση παραμένει ασαφής. Το Ιράν υποστηρίζει ότι διέρχονται 30 έως 40 πλοία ημερησίως, ενώ τα στοιχεία παρακολούθησης δεξαμενόπλοιων δείχνουν λιγότερες από 10 διελεύσεις την ημέρα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, μόλις δύο.

Ακόμη και μετά από κατάπαυση του πυρός, η ασφαλής επαναλειτουργία του περάσματος θα απαιτήσει εκτεταμένες επιχειρήσεις εκκαθάρισης ναρκών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Πενταγώνου, η πλήρης αποναρκοθέτηση των Στενών του Ορμούζ θα μπορούσε να διαρκέσει έως και έξι μήνες.

ΟΠΕΚ+ Βαρέλια πετρελαίου © EPA/BAGUS INDAHONO

Βαρέλια πετρελαίου © EPA/BAGUS INDAHONO

Οι πρώτες μετακινήσεις πλοίων θα πραγματοποιηθούν υπό αυστηρή επιτήρηση και συνοδεία, καθώς η ναυτιλιακή βιομηχανία θα επιδιώξει να δημιουργήσει ασφαλείς διαδρόμους διέλευσης. Επιπλέον, η επιστροφή των ασφαλιστικών καλύψεων και η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης των ναυτιλιακών εταιρειών θα απαιτήσουν χρόνο, εξηγούν αναλυτές του χώρου.

Η πραγματική εξομάλυνση της αγοράς εξαρτάται από την επανεκκίνηση της παραγωγής. Τους τελευταίους τρεις μήνες έχει χαθεί το 12%-14% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, ενώ οι απώλειες μη παραχθέντος πετρελαίου στη Μέση Ανατολή έχουν ήδη ξεπεράσει το 1 δισ. βαρέλια.

Ακόμη και στο πιο αισιόδοξο σενάριο, η επαναλειτουργία των κοιτασμάτων θα απαιτήσει εβδομάδες ή μήνες. Η Σαουδική Αραβία έχει περιορίσει τις απώλειες αξιοποιώντας τον αγωγό Ανατολής-Δύσης προς την Ερυθρά Θάλασσα, όμως χώρες όπως το Ιράκ και το Κουβέιτ έχουν αναγκαστεί να προχωρήσουν σε πολύ βαθύτερες περικοπές παραγωγής.

Η Kuwait Petroleum Corporation είχε εκτιμήσει ότι θα χρειάζονταν τρεις έως τέσσερις μήνες για να επιστρέψει η παραγωγή στα προπολεμικά επίπεδα ακόμη και αν οι εχθροπραξίες σταματούσαν άμεσα.

Το σημαντικότερο συμπέρασμα είναι ότι δεν υπάρχει πλέον επιστροφή στην προηγούμενη κανονικότητα. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, ένα γεγονός χωρίς ιστορικό προηγούμενο, αυξάνει δραματικά τον γεωπολιτικό κίνδυνο για τη σημαντικότερη ενεργειακή αρτηρία του πλανήτη.

Οι χώρες θα χρειαστεί να αναπληρώσουν τα στρατηγικά τους αποθέματα μετά τις μεγάλες αποδεσμεύσεις της περιόδου του πολέμου, ενώ παράλληλα αναμένεται να αυξήσουν τα εμπορικά και κρατικά αποθέματα ασφαλείας. Χώρες όπως η Ινδία, οι οποίες διέθεταν σχετικά περιορισμένα αποθέματα, αποδείχθηκαν ιδιαίτερα ευάλωτες στο σοκ του Ορμούζ.

Καθώς η κρίση παρατείνεται, τα παγκόσμια αποθέματα μειώνονται με πρωτοφανή ρυθμό. Η αγορά πετρελαίου έχει επιδείξει αξιοσημείωτη αντοχή απέναντι στη μεγαλύτερη διαταραχή προσφοράς της ιστορίας της, ωστόσο η υπομονή αυτή δεν είναι ανεξάντλητη. Εάν οι ελλείψεις συνεχιστούν, οι τιμές θα χρειαστεί αναπόφευκτα να κινηθούν υψηλότερα ώστε να περιοριστεί η ζήτηση και να εξισορροπηθεί η αγορά.