Υποχώρησαν εκ νέου την Παρασκευή οι αμερικανικές μετοχές ενώ η Wall Street έκλεισε μια εβδομάδα απωλειών, καθώς οι επενδυτές έθεσαν στο μικροσκόπιο τις τελευταίες εξελίξεις στον κλάδο των ημιαγωγών, αλλά και τα πρόσφατα εταιρικά αποτελέσματα.
Ο Dow Jones υποχώρησε 0,77% στις 52.142 μονάδες, ο S&P 500 έχασε 1,01% στις 7.457 μονάδες και ο Nasdaq 100 έγραψε απώλειες 1,40% στις 25.520 μονάδες.
Σε εβδομαδιαία βάση, οι βασικοί δείκτες της Wall Street κινήθηκαν επίσης πτωτικά. Ο S&P 500 έχασε περισσότερο από 1%, ο Nasdaq πάνω από 2%, ενώ ο Dow Jones υποχώρησε σχεδόν 1%.
Το ETF VanEck Semiconductor σημείωσε την τρίτη εβδομαδιαία πτώση στις τελευταίες τέσσερις εβδομάδες, έχοντας χάσει περισσότερο από 8% στο εν λόγω διάστημα.
Οι μετοχές των εταιρειών ημιαγωγών δέχτηκαν ιδιαίτερα ισχυρές πιέσεις νωρίς στη συνεδρίαση, αν και στη συνέχεια περιόρισαν μέρος των απωλειών τους. Αφορμή αποτέλεσε η παρουσίαση ενός νέου μοντέλου τεχνητής νοημοσύνης από την κινεζική νεοφυή εταιρεία Moonshot AI, η οποία υποστηρίζει ότι η νέα τεχνολογία της μειώνει σημαντικά την απόσταση από τα κορυφαία μοντέλα των ΗΠΑ.
«Η τελευταία εξέλιξη αφορά τον ανταγωνισμό από τα μοντέλα ανοιχτού κώδικα στην Κίνα, τα οποία, σύμφωνα με πληροφορίες, πλησιάζουν τις επιδόσεις των κορυφαίων λύσεων της Anthropic και της OpenAI, δημιουργώντας νέες ανησυχίες για τον υψηλό ρυθμό επενδύσεων στην τεχνολογία», δήλωσε ο Άντζελο Κουρκάφας, ανώτερος στρατηγικός αναλυτής επενδύσεων της Edward Jones.
Όπως πρόσθεσε: «Παρατηρούμε σημάδια κόπωσης, καθώς η ζήτηση των τελικών χρηστών για εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης γίνεται πιο ευαίσθητη στις τιμές και η αγορά αρχίζει να τιμωρεί τις εταιρείες που αυξάνουν υπερβολικά τις δαπάνες τους. Θεωρούμε ότι αυτή η μεταβλητότητα αποτελεί ένδειξη πως το επενδυτικό θέμα της τεχνητής νοημοσύνης ωριμάζει και όχι ότι καταρρέει — κάτι που αποτελεί φυσιολογικό στάδιο σε κάθε μεγάλο τεχνολογικό επενδυτικό κύκλο».
Πέρα από τις εταιρείες ημιαγωγών, σημαντικές απώλειες κατέγραψε και η Netflix, της οποίας η μετοχή υποχώρησε περισσότερο από 7%, καθώς οι προβλέψεις της διοίκησης δεν κατάφεραν να καθησυχάσουν τους επενδυτές σχετικά με τον ρυθμό ανάπτυξης της εταιρείας.
Στο επίκεντρο της αγοράς παρέμεινε και η περαιτέρω κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η οποία οδήγησε σε νέα άνοδο των τιμών του πετρελαίου.
Το αμερικανικό αργό ξεπέρασε τα 82 δολάρια ανά βαρέλι, ενώ το brent άγγιξε σχεδόν τα 88 δολάρια.
Το Κουβέιτ ανακοίνωσε ότι το Ιράν επιτέθηκε σε μονάδα παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας και αφαλάτωσης νερού, ενώ η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM) γνωστοποίησε ότι ολοκλήρωσε την έκτη συνεχόμενη νύχτα αεροπορικών επιδρομών κατά του Ιράν, πλήττοντας δεκάδες στρατιωτικούς στόχους, μεταξύ των οποίων εγκαταστάσεις εφοδιασμού και ναυτικές υποδομές.
Παράλληλα, Ιρανοί αξιωματούχοι υποστήριξαν ότι εξαπέλυσαν επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων στη Συρία και το Μπαχρέιν, διευρύνοντας ακόμη περισσότερο το πεδίο της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.
Οι εξελίξεις αυτές ακολουθούν την κατάρρευση της εύθραυστης εκεχειρίας που είχε επιτευχθεί τον προηγούμενο μήνα, προκαλώντας νέες διαταραχές στις ενεργειακές ροές μέσω των στρατηγικής σημασίας Στενών του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου.
«Η τελευταία άνοδος του πετρελαίου θα ανησυχήσει αρκετούς επενδυτές, αλλά οι τιμές εξακολουθούν να κινούνται κοντά στα ιστορικά μέσα επίπεδα», δήλωσε ο Ντέιβιντ Βάγκνερ, επικεφαλής στρατηγικής μετοχών της Aptus Capital Advisors.
Ο ίδιος εμφανίστηκε πάντως αισιόδοξος για τη συνολική πορεία της αγοράς, παρά τις αυξημένες τιμές του πετρελαίου, επισημαίνοντας:
«Παραμένω αισιόδοξος για τις μετοχές, αν και είναι πιθανό να δούμε μεγαλύτερη μεταβλητότητα το επόμενο διάστημα».
