Πάνω από τα 120 δολάρια το βαρέλι θα μπορούσε να εκτιναχθεί η τιμή του πετρελαίου έως το τέταρτο τρίμηνο, εφόσον συνεχιστούν οι σοβαρές διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές μέσω των Στενών του Ορμούζ, προειδοποιεί η Goldman Sachs. Το ακραίο αυτό σενάριο δεν αποτελεί τη βασική πρόβλεψη της αμερικανικής τράπεζας, ωστόσο οι κίνδυνοι για τις τιμές του πετρελαίου παραμένουν σαφώς ανοδικοί.
Σε ανάλυσή τους με ημερομηνία 20 Ιουλίου, οι αναλυτές της Goldman Sachs, μεταξύ των οποίων ο Daan Struyven, επισημαίνουν ότι η κλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και η υποχώρηση των εκτιμώμενων ροών πετρελαίου από τον Περσικό Κόλπο κάτω από το 45% των προπολεμικών επιπέδων έχουν επαναφέρει ισχυρές πιέσεις στην αγορά.
Η βασική πρόβλεψη της τράπεζας τοποθετεί το μπρεντ στα 80 δολάρια το βαρέλι κατά το τέταρτο τρίμηνο του έτους και στα 75 δολάρια το 2027. Το σενάριο αυτό, όμως, προϋποθέτει αποκλιμάκωση των εντάσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν και σταδιακή εξομάλυνση των ενεργειακών ροών.
Η εικόνα στην αγορά παραμένει ιδιαίτερα εύθραυστη. Οι τιμές του πετρελαίου υποχώρησαν την Τρίτη, καθώς οι επενδυτές στάθμισαν τις πληροφορίες για μεσολαβητικές προσπάθειες μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης, την ώρα που οι επιθέσεις μεταξύ των δύο πλευρών συνεχίζονταν. Τα συμβόλαια του μπρεντ σημείωναν πτώση 0,9%, στα 88,44 δολάρια το βαρέλι, ενώ το αμερικανικό αργό WTI υποχωρούσε στα 82,50 δολάρια.

Σύμφωνα με αναλυτές της ING, οι αγορές αντλούν κάποια αισιοδοξία από τις πληροφορίες ότι μεσολαβητές έχουν προτείνει δεκαήμερη κατάπαυση του πυρός, με στόχο να διασωθεί η προσωρινή συμφωνία της 17ης Ιουνίου. Οι διαφορές μεταξύ των δύο πλευρών, πάντως, παραμένουν μεγάλες, ενώ η Ουάσιγκτον έχει προειδοποιήσει για αντίποινα μετά τον θάνατο Αμερικανών στρατιωτών.
Η διπλωματική κινητικότητα ακολούθησε ακόμη μία νύχτα αμερικανικών πληγμάτων σε ιρανικές πόλεις και επιθέσεων των Φρουρών της Επανάστασης εναντίον αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην ευρύτερη περιοχή. Η Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε στη συνέχεια την έναρξη νέου γύρου επιθέσεων στο Ιράν.
Την ανησυχία εντείνουν και τα περιστατικά στα ίδια τα θαλάσσια περάσματα. Δεξαμενόπλοιο στα Στενά του Ορμούζ ανέφερε ότι χτυπήθηκε από άγνωστο βλήμα, με αποτέλεσμα το πλήρωμά του να εγκαταλείψει το πλοίο και να επιβιβαστεί σε σωσίβια λέμβο. Παράλληλα, οι διελεύσεις πλοίων μέσω του στενού περιορίστηκαν περαιτέρω, καθώς οι ναυτιλιακές εταιρείες κινούνται με μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα.
Ένας ακόμη κίνδυνος προέρχεται από την Ερυθρά Θάλασσα. Οι υποστηριζόμενοι από το Ιράν Χούθι της Υεμένης απείλησαν να επιβάλουν ναυτικό αποκλεισμό στη Σαουδική Αραβία, ανοίγοντας ένα πιθανό νέο μέτωπο και θέτοντας σε κίνδυνο τις εξαγωγές ενός ακόμη από τους μεγαλύτερους παραγωγούς πετρελαίου παγκοσμίως.
Οι διαδρομές μέσω της Ερυθράς Θάλασσας είναι κρίσιμες, καθώς επιτρέπουν σε φορτία αργού που δεν μπορούν να κινηθούν ομαλά μέσω του Περσικού Κόλπου να φτάσουν στους πελάτες τους. Ενδεχόμενες ταυτόχρονες διαταραχές στο Ορμούζ και στο Μπαμπ ελ Μαντέμπ θα μπορούσαν επομένως να προκαλέσουν ευρύτερη αναστάτωση στις ενεργειακές ροές.
Ευάλωτη η αγορά πετρελαίου σε αιφνίδιες απώλειες προσφοράς
Η Goldman Sachs επισημαίνει ότι η μείωση των παγκόσμιων αποθεμάτων κατά το δεύτερο τρίμηνο έχει καταστήσει την αγορά περισσότερο ευάλωτη σε αιφνίδιες απώλειες προσφοράς. Από την άλλη πλευρά, η κάμψη των κινεζικών εισαγωγών και η μεγαλύτερη ευαισθησία της ζήτησης στις υψηλές τιμές ενδέχεται να περιορίσουν την έκταση της ανόδου.
Για τους επενδυτές που επιδιώκουν προστασία απέναντι σε παρατεταμένους γεωπολιτικούς κραδασμούς από τη Μέση Ανατολή και τη Ρωσία, η Goldman Sachs προτείνει τοποθετήσεις στην ευρωπαϊκή αγορά ντίζελ για την περίοδο Δεκεμβρίου 2026–Μαρτίου 2027. Η αγορά ντίζελ ήταν ήδη ιδιαίτερα σφιχτή πριν από τον πόλεμο, ενώ πρόσθετους κινδύνους δημιουργούν τα ουκρανικά πλήγματα σε ρωσικά διυλιστήρια, οι τυφώνες, οι ακραίες θερμοκρασίες και οι καθυστερήσεις στη συντήρηση μονάδων.
Το Brent είχε ξεπεράσει τα 126 δολάρια το βαρέλι στα τέλη Απριλίου, κατά την πρώτη φάση της σύγκρουσης ΗΠΑ–Ιράν. Η πορεία του το επόμενο διάστημα θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από το κατά πόσο οι διπλωματικές προσπάθειες θα περιορίσουν τις εχθροπραξίες και, κυρίως, από το εάν τα σημαντικότερα θαλάσσια περάσματα της περιοχής παραμείνουν ανοικτά.
