Ξεπέρασε τα 107 δολάρια το πετρέλαιο, κόκκινη η Wall Street, sell off στα ομόλογα

Οι υψηλές τιμές της ενέργειας και τα αυξημένα επιτόκια απειλούν την προοπτική της αμερικανικής οικονομίας. Ισχυρές πιέσεις στη Wall Street

Το Χρηματιστήριο του Λονδίνου (LSEG) Βρετανία, FTSE 100 (FTSE) © EPA/ANDY RAIN

Στο κόκκινο άνοιξε σήμερα  η Wall Street μετά το άλμα στο πετρέλαιο και το sell – off στις αγορές ομολόγων.

Οι επενδυτές βρίσκονται υπό πίεση  καθώς είναι αντιμέτωποι με ένα εκρηκτικό κοκτέιλ: το ράλι του πετρελαίου, την αλματώδη άνοδο των αποδόσεων στα ομόλογα και τα νέα δεδομένα της αμερικανικής οικονομίας. Η εκτίναξη του  Brent, του διεθνές σημείου αναφοράς για τις τιμές του πετρελαίου, κατά 6%, στα 107,14 δολάρια το βαρέλι και του αμερικανικού αργού West Texas Intermediate (WTI), κατά 6%, στα 101,68 δολάρια το βαρέλι, στο υψηλότερο επίπεδο τους από τον Μάιο, αναζωπύρωσαν τους φόβους για επίμονο πληθωρισμό.

Η εξέλιξη αυτή πυροδότησε κύμα πωλήσεων στους αμερικανικούς δείκτες, με τον τεχνολογικό τομέα να δέχεται τις μεγαλύτερες πιέσεις, ενώ η απόδοση του 10ετούς ομολόγου ξεπέρασε το 4,9%. Σε συνδυασμό με τα στοιχεία για τον δείκτη τιμών χρονδρικής (PPI) στο 5,4%, οι αγορές προεξοφλούν πλέον με αυξημένες πιθανότητες νέα αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής από τη Federal Reserve.

Το ταμπλό στη Wall Street

Αρνητικό το κλίμα, λοιπόν, στο άνοιγμα της Wall Street με τις αμερικανικές μετοχές να καταγράφουν αισθητή υποχώρηση με το ξεκίνημα της συνεδρίασης.

Η κατακόρυφη άνοδος των τιμών του πετρελαίου, η οποία ξεπέρασε τα 100 δολάρια ανά βαρέλι, πυροδότησε έντονες ανησυχίες στους επενδυτές για αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων και πιθανή επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, που συνεχίζονται για έβδομο μήνα, επιβαρύνουν σημαντικά την ψυχολογία της αγοράς.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones υποχωρεί κατά 195 μονάδες ή 0,4%, ενώ ο γενικός δείκτης S&P 500 σημείωσε πτώση 0,6%. Παράλληλα, ο τεχνολογικός δείκτης Nasdaq κατέγραψε τη μεγαλύτερη υποχώρηση, διολισθαίνοντας κατά 0,9%.

Η αύξηση της τιμής του αμερικανικού αργού πετρελαίου (WTI) για τα συμβόλαια Οκτωβρίου πάνω από το όριο των 100 δολαρίων, σε συνδυασμό με την άνοδο του διεθνούς αμερικανικού αργού Brent πάνω από τα 105 δολάρια, άσκησε άμεσες πιέσεις στις αγορές. Η εξέλιξη αυτή συμπαρέσυρε ανοδικά και την απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου, η οποία ξεπέρασε το 4,9%, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2023.

Πιέζονται οι μετοχές τεχνολογίας 

Οι μετοχές του τεχνολογικού τομέα, και ιδιαίτερα των ημιαγωγών, δέχτηκαν τις ισχυρότερες πιέσεις, καθώς οι επενδυτές φοβούνται ότι το υψηλότερο ενεργειακό κόστος και τα αυξημένα επιτόκια θα πλήξουν την οικονομία. Η Intel κατέγραψε απώλειες 3%, ενώ η Micron Technology υποχώρησε κατά 2%.

Τα στοιχεία για τον Δείκτη Τιμών Παραγωγού (PPI) Αυγούστου, που έδειξαν αύξηση 0,4% σε μηνιαία βάση και 5,4% σε ετήσια βάση, επιβεβαίωσαν ότι ο πληθωρισμός παραμένει αισθητά πάνω από τον στόχο του 2% που έχει θέσει η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ.

Η αγορά στρέφει τώρα την προσοχή της στη δημοσίευση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, η οποία αναμένεται να καθορίσει τις επόμενες κινήσεις νομισματικής πολιτικής.

Ξεπούλημα στα ομόλογα…

Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι ο συνδυασμός της ανόδου του πετρελαίου και των υψηλών αποδόσεων στα ομόλογα αυξάνει το ρίσκο για τους επενδυτές ενόψει των αποφάσεων της Fed.Ήδη παρατηρούνται νέες τάσεις για ξεπούλημα στα ομόλογα.

Σε αυτό το περιβάλλον, ένα νέο κύμα μαζικών πωλήσεων στις διεθνείς αγορές ομολόγων πυροδοτήθηκε σήμερα Πέμπτη, καθώς η κατακόρυφη αύξηση των τιμών του πετρελαίου άνω των 105 δολαρίων και ο επίμονα υψηλός πληθωρισμός εκτίναξαν το κόστος δανεισμού σε υψηλά πολλών ετών.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η απόδοση του 30ετούς κρατικού ομολόγου εκτινάχθηκε στο 5,35%, σημειώνοντας το υψηλότερο επίπεδο από το 2007. Η εξέλιξη αυτή ακολούθησε την ψυχρή υποδοχή που επιφύλαξαν οι επενδυτές στο πρόγραμμα επαναγοράς χρέους ύψους 6 δισ. δολαρίων του Υπουργείου Οικονομικών, αλλά και τις εξαγγελίες του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για παροχή «μερίσματος» 5.000 δολαρίων στους Αμερικανούς πολίτες ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών, μια κίνηση με τεράστιο δημοσιονομικό κόστος. Παράλληλα, τα στοιχεία για τον Δείκτη Τιμών Παραγωγού (PPI) στις ΗΠΑ έδειξαν επιτάχυνση του πληθωρισμού χονδρικής στο 5,4% τον Αύγουστο, επιβαρύνοντας περαιτέρω την κατάσταση.

Ανάλογη εικόνα επικράτησε και στην Ευρώπη, όπου οι αποδόσεις των ομολόγων σημείωσαν ραγδαία άνοδο. Στη Βρετανία, η απόδοση του 10ετούς τίτλου σκαρφάλωσε στο 5,34%, ενώ στη Γερμανία το αντίστοιχο ομόλογο ενισχύθηκε στο 3,48%. Το ξεπούλημα των τίτλων χρέους συνοδεύτηκε από την απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να αυξήσει τα επιτόκια στο 2,5%, προειδοποιώντας ότι ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη θα παραμείνει σημαντικά πάνω από τον στόχο του 2% για παρατεταμένο χρονικό διάστημα λόγω της ενεργειακής κρίσης.

…και στο βάθος Κίνα

Την ίδια ώρα, το 10ετές κινεζικό παρέμεινε καθηλωμένο στο 1,68%. Αυτή η εξέλιξη διεύρυνε το χάσμα στις 317 μονάδες βάσης με το αντίστοιχο αμερικανικό, το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από το 2002.

Η ανοιγμένη ψαλίδα αντανακλά δύο εκ διαμέτρου αντίθετες στρατηγικές νομισματικής πολιτικής. Από τη μία πλευρά, η Fed προσανατολίζεται σε περαιτέρω σύσφιγξη για την αντιμετώπιση του επιμένοντος πληθωρισμού. Από την άλλη, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας διατηρεί χαλαρή στάση για να τονώσει την οικονομική δραστηριότητα. Ταυτόχρονα, οι κινεζικές τράπεζες διοχετεύουν κεφάλαια στο εγχώριο χρέος λόγω της υποτονικής ζήτησης για δάνεια.

Παρά τη δραματική αυτή διαφορά, το κινεζικό γιουάν επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Έχει ενισχυθεί άνω του 4% έναντι του δολαρίου φέτος, κινούμενο κοντά στα 6,70 ανά δολάριο. Η ισχύς του νομίσματος στηρίζεται στις στιβαρές εξαγωγές, την ανεξαρτησία από τις ενεργειακές διαταραχές και τους αυστηρούς κεφαλαιακούς ελέγχους, οι οποίοι αποτρέπουν τις άτακτες εκροές.

Επιπλέον, το γεγονός ότι οι ξένοι επενδυτές κατέχουν μόλις το 4,6% του κινεζικού χρέους περιορίζει τη μεταβλητότητα. Ορισμένα διεθνή χαρτοφυλάκια εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τα κινεζικά ομόλογα ως ασφαλές καταφύγιο και ελκυστική επένδυση, καθώς η χώρα δεν αντιμετωπίζει τις οξείες πληθωριστικές πιέσεις της Δύσης. Έτσι, το κινεζικό χρέος αναδεικνύεται σε εναλλακτική επιλογή έναντι των αμερικανικών και ευρωπαϊκών τίτλων, προσφέροντας σταθερότητα και προστασία αξίας στο σύγχρονο αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.

Στις αγορές παραγώγων, οι πιθανότητες για μια νέα αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας διαμορφώνονται πλέον στο 74%.

Η σημερινή πτώση έρχεται ως συνέχεια της πολυήμερης υποχώρησης των δεικτών, την ίδια ώρα που το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ προχωρά σε αυξημένες επαναγορές μακροπρόθεσμου χρέους για την ενίσχυση της ρευστότητας. Η αβεβαιότητα παραμένει ο κυρίαρχος παράγοντας, διαμορφώνοντας ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον για τις διεθνείς αγορές.