Άλμα στα 105 δολάρια το πετρέλαιο, κόκκινη η Wall Street, ξεπούλημα στα ομόλογα

Οι υψηλές τιμές της ενέργειας και τα αυξημένα επιτόκια απειλούν την προοπτική της αμερικανικής οικονομίας. Ισχυρές πιέσεις στη Wall Street

Χρηματιστής στην αίθουσα συναλλαγών του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης πριν από το κλείσιμο της συνεδρίασης στις 12 Μαρτίου © EPA/SARAH YENESEL

Όπως αναμενόταν, το ταμπλό της Wall Street σήμερα Πέμπτη άνοιξε σε κόκκινο χρώμα.

Οι επενδυτές βρίσκονται υπό πίεση  καθώς είναι αντιμέτωποι με ένα εκρηκτικό κοκτέιλ: το ράλι του πετρελαίου, την αλματώδη άνοδο των αποδόσεων στα ομόλογα και τα νέα δεδομένα της αμερικανικής οικονομίας. Η εκτίναξη του Brent πάνω από τα 105 δολάρια και του αμερικανικού αργού WTI πάνω από τα 100 δολάρια, ως απόρροια των παρατεταμένων γεωπολιτικών εντάσεων στη Μέση Ανατολή, αναζωπύρωσε τους φόβους για επίμονο πληθωρισμό.

Η εξέλιξη αυτή πυροδότησε κύμα πωλήσεων στους αμερικανικούς δείκτες, με τον τεχνολογικό τομέα να δέχεται τις μεγαλύτερες πιέσεις, ενώ η απόδοση του 10ετούς ομολόγου ξεπέρασε το 4,9%. Σε συνδυασμό με τα στοιχεία για τον δείκτη τιμών χρονδρικής (PPI) στο 5,4%, οι αγορές προεξοφλούν πλέον με αυξημένες πιθανότητες νέα αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής από τη Federal Reserve.

Το ταμπλό στη Wall Street

Αρνητικό το κλίμα, λοιπόν, στο άνοιγμα της Wall Street με τις αμερικανικές μετοχές να καταγράφουν αισθητή υποχώρηση με το ξεκίνημα της συνεδρίασης.

Η κατακόρυφη άνοδος των τιμών του πετρελαίου, η οποία ξεπέρασε τα 100 δολάρια ανά βαρέλι, πυροδότησε έντονες ανησυχίες στους επενδυτές για αναζωπύρωση των πληθωριστικών πιέσεων και πιθανή επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή, που συνεχίζονται για έβδομο μήνα, επιβαρύνουν σημαντικά την ψυχολογία της αγοράς.

Σε αυτό το περιβάλλον, ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones υποχωρεί κατά 195 μονάδες ή 0,4%, ενώ ο γενικός δείκτης S&P 500 σημείωσε πτώση 0,6%. Παράλληλα, ο τεχνολογικός δείκτης Nasdaq κατέγραψε τη μεγαλύτερη υποχώρηση, διολισθαίνοντας κατά 0,9%.

Η αύξηση της τιμής του αμερικανικού αργού πετρελαίου (WTI) για τα συμβόλαια Οκτωβρίου πάνω από το όριο των 100 δολαρίων, σε συνδυασμό με την άνοδο του διεθνούς αμερικανικού αργού Brent πάνω από τα 105 δολάρια, άσκησε άμεσες πιέσεις στις αγορές. Η εξέλιξη αυτή συμπαρέσυρε ανοδικά και την απόδοση του 10ετούς αμερικανικού ομολόγου, η οποία ξεπέρασε το 4,9%, φτάνοντας στο υψηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2023.

Πιέζονται οι μετοχές τεχνολογίας 

Οι μετοχές του τεχνολογικού τομέα, και ιδιαίτερα των ημιαγωγών, δέχτηκαν τις ισχυρότερες πιέσεις, καθώς οι επενδυτές φοβούνται ότι το υψηλότερο ενεργειακό κόστος και τα αυξημένα επιτόκια θα πλήξουν την οικονομία. Η Intel κατέγραψε απώλειες 3%, ενώ η Micron Technology υποχώρησε κατά 2%.

Τα στοιχεία για τον Δείκτη Τιμών Παραγωγού (PPI) Αυγούστου, που έδειξαν αύξηση 0,4% σε μηνιαία βάση και 5,4% σε ετήσια βάση, επιβεβαίωσαν ότι ο πληθωρισμός παραμένει αισθητά πάνω από τον στόχο του 2% που έχει θέσει η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ.

Η αγορά στρέφει τώρα την προσοχή της στη δημοσίευση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, η οποία αναμένεται να καθορίσει τις επόμενες κινήσεις νομισματικής πολιτικής.

Ξεπούλημα στα ομόλογα και στο βάθος… Κίνα

Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι ο συνδυασμός της ανόδου του πετρελαίου και των υψηλών αποδόσεων στα ομόλογα αυξάνει το ρίσκο για τους επενδυτές ενόψει των αποφάσεων της Fed.Ήδη παρατηρούνται νέες τάσεις για ξεπούλημα στα ομόλογα.

Σε επίπεδα ιστορικού ρεκόρ διευρύνθηκε η διαφορά αποδόσεων ανάμεσα στα κινεζικά και τα αμερικανικά 10ετή κρατικά ομόλογα, αποτυπώνοντας την πλήρη απόκλιση μεταξύ του παγκόσμιου sell-off και της εγχώριας σταθερότητας στην Κίνα. Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς τίτλου εκτινάχθηκε στο 4,92%, την ώρα που η αντίστοιχη κινεζική παρέμεινε καθηλωμένη στο 1,68%. Αυτή η εξέλιξη διεύρυνε το χάσμα στις 317 μονάδες βάσης, το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από το 2002.

Η ανοιγμένη ψαλίδα αντανακλά δύο εκ διαμέτρου αντίθετες στρατηγικές νομισματικής πολιτικής. Από τη μία πλευρά, η Fed προσανατολίζεται σε περαιτέρω σύσφιγξη για την αντιμετώπιση του επιμένοντος πληθωρισμού. Από την άλλη, η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας διατηρεί χαλαρή στάση για να τονώσει την οικονομική δραστηριότητα. Ταυτόχρονα, οι κινεζικές τράπεζες διοχετεύουν κεφάλαια στο εγχώριο χρέος λόγω της υποτονικής ζήτησης για δάνεια.

Παρά τη δραματική αυτή διαφορά, το κινεζικό γιουάν επιδεικνύει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Έχει ενισχυθεί άνω του 4% έναντι του δολαρίου φέτος, κινούμενο κοντά στα 6,70 ανά δολάριο. Η ισχύς του νομίσματος στηρίζεται στις στιβαρές εξαγωγές, την ανεξαρτησία από τις ενεργειακές διαταραχές και τους αυστηρούς κεφαλαιακούς ελέγχους, οι οποίοι αποτρέπουν τις άτακτες εκροές.

Επιπλέον, το γεγονός ότι οι ξένοι επενδυτές κατέχουν μόλις το 4,6% του κινεζικού χρέους περιορίζει τη μεταβλητότητα. Ορισμένα διεθνή χαρτοφυλάκια εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τα κινεζικά ομόλογα ως ασφαλές καταφύγιο και ελκυστική επένδυση, καθώς η χώρα δεν αντιμετωπίζει τις οξείες πληθωριστικές πιέσεις της Δύσης. Έτσι, το κινεζικό χρέος αναδεικνύεται σε εναλλακτική επιλογή έναντι των αμερικανικών και ευρωπαϊκών τίτλων, προσφέροντας σταθερότητα και προστασία αξίας στο σύγχρονο αβέβαιο διεθνές περιβάλλον.

Στις αγορές παραγώγων, οι πιθανότητες για μια νέα αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση της επόμενης εβδομάδας διαμορφώνονται πλέον στο 74%.

Η σημερινή πτώση έρχεται ως συνέχεια της πολυήμερης υποχώρησης των δεικτών, την ίδια ώρα που το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ προχωρά σε αυξημένες επαναγορές μακροπρόθεσμου χρέους για την ενίσχυση της ρευστότητας. Η αβεβαιότητα παραμένει ο κυρίαρχος παράγοντας, διαμορφώνοντας ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον για τις διεθνείς αγορές.