Ισχυρές πιέσεις δέχονται οι παγκόσμιες διεθνείς αγορές κρατικών ομολόγων, καθώς η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου ανατρέπει τις προσδοκίες για την πορεία του πληθωρισμού και τα επιτόκια, οδηγώντας τις αποδόσεις τους σε επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν εδώ και χρόνια.
Το sell-off εκτείνεται από τις ΗΠΑ έως την Ευρώπη και τη Βρετανία. Στο επίκεντρο βρίσκεται το άλμα στην τιμή του πετρελαίου Brent, το οποίο ξεπέρασε τα 107 δολάρια το βαρέλι, ενώ το ευρωπαϊκό φυσικό αέριο αναρριχήθηκε στα 81 ευρώ η μεγαβατώρα, τα υψηλότερα επίπεδα από τα τέλη του 2022.
Η αγορά φοβάται ότι η άνοδος του ενεργειακού κόστους θα περάσει σταδιακά στις τιμές των προϊόντων και των τροφίμων, υποχρεώνοντας τις κεντρικές τράπεζες σε αυστηρή νομισματική πολιτική.
Υποχώρηση 300 μονάδων για Dow Jones
Σε αυτό το γενικευμένο αρνητικό περιβάλλον, η Wall Street κατέγραψε σημαντική υποχώρηση στις συνεδριάσεις της Πέμπτης, καθώς η εκτίναξη των τιμών του πετρελαίου τροφοδότησε νέους φόβους για αναζωπύρωση του πληθωρισμού. Η συνεχιζόμενη πολεμική σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, που διανύει πλέον τον έβδομο μήνα της, συνεχίζει να επιβαρύνει βαρύτατα το επενδυτικό κλίμα.
Ο βιομηχανικός δείκτης Dow Jones κατέγραψε πτώση 316 μονάδων (0,6%), συμπληρώνοντας τετραήμερο σερί πτώσης. Ανάλογη εικόνα παρουσίασαν ο γενικός δείκτης S&P 500 με απώλειες 0,6% αλλά και ο τεχνολογικός δείκτης Nasdaq που υποχώρησε κατά 0,7%.
Οι ανησυχίες ότι το υψηλό ενεργειακό κόστος και τα επιτόκια θα επιβραδύνουν την οικονομία έπληξαν ιδιαίτερα τις μετοχές των ημιαγωγών, με τις Intel και Micron να υποχωρούν κατά 5%.
Το αμερικανικό 10ετές πλησιάζει το 5%
Στις ΗΠΑ, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων όλων των κατηγοριών αυξήθηκαν από 5 έως 10 μονάδες βάσης. Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς κρατικού ομολόγου ενισχύθηκε έως και κατά 9 μονάδες βάσης, αγγίζοντας το 4,93%, που αποτελεί το υψηλότερο επίπεδο από τον Νοέμβριο του 2023.
Ακόμη ισχυρότερη είναι η πίεση στους τίτλους μεγαλύτερης διάρκειας. Η απόδοση του αμερικανικού 30ετούς κινήθηκε σε επίπεδα που είχαν να καταγραφούν από το 2007, ενώ η απόδοση του 2ετούς ξεπέρασε το 4,5% για πρώτη φορά από το 2024.
Η μεταβολή αυτή συνοδεύεται από θεαματική αναθεώρηση των προσδοκιών για τη Federal Reserve. Οι traders αποδίδουν πλέον 70% πιθανότητες σε νέα αύξηση των επιτοκίων ήδη από την επόμενη εβδομάδα, ενώ θεωρούν πλήρως προεξοφλημένη μία κίνηση έως τον Οκτώβριο. Προηγουμένως, η αντίστοιχη αύξηση αναμενόταν τον Δεκέμβριο.
Φόβοι για νέο κύμα πληθωρισμού
Κεντρικός παράγοντας πίσω από την αναταραχή είναι η αύξηση άνω του 6% στις τιμές του πετρελαίου.
Το Brent εκτινάχθηκε κατά 6%, φτάνοντας στα 107,14 δολάρια το βαρέλι ενώ το αμερικανικού αργού West Texas Intermediate (WTI) αυξήθηκε κατά 6%, στα 101,68 δολάρια το βαρέλι, το υψηλότερο επίπεδο τους από τον Μάιο.
Μιλώντας στο CNBC, ο Τόνι Φάρεν, managing director στη Mischler Financial Group, επισήμανε ότι το αργό αποτελεί βασικό παράγοντα διαμόρφωσης του πληθωρισμού. Εάν οι αυξήσεις περάσουν ευρύτερα στην οικονομία, η αποκλιμάκωσή τους θα γίνει ιδιαίτερα δύσκολη, περιορίζοντας τα περιθώρια υποχώρησης των αποδόσεων.
Το πρόβλημα για τις κεντρικές τράπεζες είναι ότι το ενεργειακό σοκ δεν περιορίζεται στα καύσιμα αφού η άνοδος των τιμών της ενέργειας αυξάνουν το κόστος μεταφορών και παραγωγής, επηρεάζοντας σταδιακά ένα ευρύ φάσμα αγαθών και υπηρεσιών.
Η εικόνα στην Ευρώπη
Ισχυρές απώλειες καταγράφονται και στην ευρωπαϊκή αγορά ομολόγων, μετά τις προειδοποιήσεις της Κριστίν Λαγκάρντ για τους αυξημένους πληθωριστικούς κινδύνους.
Η απόδοση του γερμανικού 2ετούς τίτλου αυξήθηκε έως και κατά 12 μονάδες βάσης, φτάνοντας στο 3,19%, το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών. Στην αγορά swaps προεξοφλούνται πλέον πλήρως τρεις ακόμη αυξήσεις των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης έως τα μέσα του επόμενου έτους. Παράλληλα, η πιθανότητα νέας αύξησης ήδη από τον επόμενο μήνα υπερβαίνει το 50%.
Η ΕΚΤ προχώρησε σήμερα στην αύξηση των επιτοκίων της κατά 25 μονάδες βάσης, ανεβάζοντας το επιτόκιο καταθέσεων στο 2,5%. Ήταν η δεύτερη αύξηση μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, με τη Φρανκφούρτη να εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει αισθητά υψηλότερος από τον στόχο του 2% για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ συνέδεσε την επιδείνωση των προοπτικών με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και τις εξελίξεις στον πόλεμο της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας. Προειδοποίησε, μάλιστα, ότι οι ανατιμήσεις στην ενέργεια αναμένεται να μεταφερθούν σταδιακά τόσο στον δομικό πληθωρισμό όσο και στις τιμές των τροφίμων.
Σύμφωνα με τον Πάτρικ Ερνστ, στρατηγικό αναλυτή μακροοικονομικών επενδύσεων στην JPMorgan Private Bank, μία ακόμη αύξηση πριν από το τέλος του έτους δεν θεωρείται πλέον ακραίο σενάριο, καθώς ο κίνδυνος ενός νέου ενεργειακού πληθωρισμού παραμένει ισχυρός.
Στο υψηλότερο επίπεδο από το 2012 το γαλλογερμανικό spread
Οι πιέσεις δεν κατανέμονται ομοιόμορφα στην Ευρωζώνη. Η διαφορά απόδοσης ανάμεσα στα γαλλικά και τα γερμανικά 10ετή ομόλογα διευρύνθηκε στις 91 μονάδες βάσης, φτάνοντας στο υψηλότερο ενδοσυνεδριακό επίπεδο από το 2012.
Οι επενδυτές εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικοί απέναντι στο γαλλικό χρέος, εξαιτίας του υψηλού δημοσιονομικού ελλείμματος και της παρατεταμένης πολιτικής αβεβαιότητας.
Ανάλογη εικόνα παρουσιάζει και η Βρετανία. Η απόδοση του διετούς κρατικού ομολόγου ενισχύθηκε κατά 14 μονάδες βάσης, στο 4,84%, ενώ εκείνη του 30ετούς έφτασε στο 5,92%, καταγράφοντας το υψηλότερο επίπεδο από το 1998.
Οι αγορές προεξοφλούν πλέον συνολική νομισματική σύσφιξη 108 μονάδων βάσης από την Τράπεζα της Αγγλίας έως το τέλος του 2027. Η Λαγκάρντ υπογράμμισε πάντως ότι η αύξηση των αποδόσεων δεν αφορά αποκλειστικά την Ευρωζώνη, αλλά αποτελεί διεθνές φαινόμενο.
Στο κόκκινο τα Χρηματιστήρια
Πέραν της Wall Street, αρνητικό ήταν το κλείσιμο και στην Ευρώπη, όπου ο πανευρωπαϊκός STOXX 600 υποχώρησε κατά 0,7%, στις 635,97 μονάδες, στο χαμηλότερο επίπεδό του από τις 8 Ιουλίου. Στο κόκκινο βρέθηκαν οι περισσότερες μεγάλες αγορές, καθώς η αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ και οι προειδοποιήσεις για τον πληθωρισμό επιβάρυναν το επενδυτικό κλίμα.
Τις μεγαλύτερες απώλειες σημείωσε ο κλάδος των πρώτων υλών, με πτώση 3,7%, ενώ η Associated British Foods υποχώρησε κατά 7,9% μετά τις ασθενείς πωλήσεις της Primark.
