To sell off στα μακροπρόθεσμα ομόλογα που ξεκίνησε από την αγορά των αμερικανικών τίτλων απλώνεται βδομάδα τη βδομάδα σε όλες τις δυτικές οικονομίες.
Οι αποδόσεις αυξάνονται παντού καθώς οι επενδυτές προχωρούν σε πωλήσεις κρατικών ομολόγων προβληματισμένοι από την ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων, την αβεβαιότητα γύρω από την οικονομική ανάπτυξη και τα υψηλά δημόσια ελλείμματα και χρέη.
Στις ΗΠΑ, από τα μέσα Αυγούστου η απόδοση των 30ετών κρατικών ομολόγων προσεγγίζει κάθε τόσο το 5,31% που αποτελεί υψηλό 19 ετών.
Στη Βρετανία, τα 30ετή κρατικά ομόλογα προσφέρουν πλέον αποδόσεις 5,9%, με τις τιμές τους να έχουν υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα από το 1998.
Στην Ιαπωνία, την 1η Σεπτεμβρίου, η απόδοση του δεκαετούς ομολόγου έφθασε στο 3% για πρώτη φορά εδώ και 30 χρόνια.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι αποδόσεις των ομολόγων κινούνται επίσης ανοδικά και προσεγγίζουν τα επίπεδα του 2011 – δηλαδή των ημερών της μεγάλης ευρωπαϊκής κρίσης – αλλά προς το παρόν δεν τα έχουν ξεπεράσει.
Η απόδοση του γερμανικού 10ετούς ομολόγου έφτασε σήμερα το 3,36% και του 30ετούς ξεπέρασε το 3,84%. Παράλληλα, η απόδοση του 10ετούς ολλανδικού αυξήθηκε στο 3,43% και του ισπανικού στο 3,80%.
Λίγο χειρότερα είναι τα πράγματα για τα μακροπρόθεσμα ομόλογα της Γαλλίας και της Ιταλίας που επιβαρύνονται με υψηλό δημόσιο χρέος: η απόδοση του γαλλικού 10ετούς βρέθηκε στο 4,25% ενώ του ιταλικού στο 4,188%.
Παρ’ ότι η Ευρώπη – που δεν αποτελεί μια ενιαία αγορά ομολόγων αλλά 21 διαφορετικές αγορές – δεν φαίνεται επί του παρόντος να πιέζεται από το sell -off στην ίδια έκταση με τις ΗΠΑ, δεν αποκλείεται προσεχώς να βρεθεί σε ακόμη δυσκολότερη θέση, σημειώνει ο Economist, καθώς οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις που εκδίδουν κρατικά ομόλογα καλούνται να αντιμετωπίσουν τρία ιδιαίτερα και σύνθετα προβλήματα.
Ο ενεργειακός πληθωρισμός
Το πρώτο πρόβλημα είναι ο πληθωρισμός. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, όπου η πληθωριστική δυναμική δημιουργείται κυρίως από την ισχυρή εγχώρια ζήτηση, στην Ευρώπη η πίεση προέρχεται από την πλευρά της προσφοράς, συγκεκριμένα από το ενεργειακό σοκ που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν.
Οι αγορές ποντάρουν πλέον ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα ως τα μέσα του 2027 θα έχει αυξήσει το βασικό επιτόκιό της στο 2,9%, έναντι του 2% όπου βρισκόταν πριν τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν στα τέλη Φεβρουαρίου.
Όταν ο πληθωρισμός προκαλείται από ένα εξωτερικό σοκ, οι επενδυτές αυξάνουν τις αποδόσεις που ζητούν για τους μακροπρόθεσμους τίτλους, που λειτουργούν ως προστασία απέναντι στην αβεβαιότητα για την πορεία των τιμών.
Παράλληλα, σε ένα σοκ προσφοράς οι τιμές μετοχών και ομολόγων μπορεί να υποχωρούν ταυτόχρονα. Έτσι, τα κρατικά ομόλογα χάνουν μέρος της αξίας τους ως εργαλείο διαφοροποίησης και προστασίας ενός επενδυτικού χαρτοφυλακίου.
Οι ευρωπαϊκές χώρες αυξάνουν το δημόσιο χρέος τους
Το δεύτερο πρόβλημα αφορά τα δημόσια οικονομικά. Η στροφή της Γερμανίας προς επενδύσεις που χρηματοδοτούνται με νέο χρέος, σε συνδυασμό με τα μεγάλα δημοσιονομικά ελλείμματα της Γαλλίας, οδήγησαν στην άνοδο των επιτοκίων από το 2025.
Η αύξηση των αποδόσεων επιβαρύνει με τη σειρά της το κόστος εξυπηρέτησης του χρέους. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του οίκου Fitch, το 2028 η Γαλλία θα διαθέτει το 6% των δημοσίων εσόδων της για την εξυπηρέτηση του χρέους, έναντι του 3% το 2019. Στην Ιταλία το αντίστοιχο ποσοστό αναμένεται να αυξηθεί από 7% σε 8,8%.
Δεδομένου όμως ότι οι φόροι στην Ευρώπη είναι ήδη πολύ υψηλότεροι ως ποσοστό του ΑΕΠ σε σχέση με τις ΗΠΑ, είναι πάρα πολύ δύσκολο για τα ευρωπαϊκά κράτη να αυξήσουν τους φόρους. Την ίδια στιγμή, πολιτικά δύσκολες παραμένουν επίσης οι περικοπές δαπανών, δεδομένου ότι σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες ενισχύονται εκλογικά τα κόμματα της λαϊκιστικής ακροδεξιάς.
Η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης απορροφά κεφάλαια
Η τρίτη πρόκληση έρχεται από το εξωτερικό, επισημαίνει ο Economist. Οι μεγάλες επενδύσεις στις ΗΠΑ, κυρίως στις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, απορροφούν τεράστια ποσά κεφαλαίων από τις διεθνείς αγορές.
Οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί προβλέπεται να δαπανήσουν περισσότερα από 5 τρισ. δολάρια για κέντρα δεδομένων τεχνητής νοημοσύνης την περίοδο 2025-2030. Οι αντίστοιχες ευρωπαϊκές επενδύσεις είναι πολύ μικρότερες και οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις παραμένουν συνολικά καθαροί αποταμιευτές.
Παρότι λοιπόν οι ευρωπαϊκές εταιρείες παρακολουθούν από απόσταση την κούρσα της τεχνητής νοημοσύνης, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις υφίστανται τις συνέπειες. Οι αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας εκδίδουν μακροπρόθεσμα εταιρικά ομόλογα για να χρηματοδοτήσουν τις επενδύσεις τους. Η Goldman Sachs υπολογίζει τις σχετικές εκδόσεις σε 250 δισ. δολάρια φέτος και 400 δισ. το 2027.
Κι επειδή οι συγκεκριμένες επιχειρήσεις θεωρούνται σχεδόν εξίσου αξιόπιστες με πολλές κυβερνήσεις, ανταγωνίζονται άμεσα τα κρατικά ομόλογα για τα χρήματα των επενδυτών. Σύμφωνα με την ΕΚΤ, το 10% των εταιρικών ομολόγων σε ευρώ από τις αρχές του χρόνου έχουν εκδοθεί από αμερικανικές επιχειρήσεις.
Περισσότερη προσφορά, λιγότεροι σταθεροί αγοραστές
Η άνοδος των εκδόσεων ομολόγων, από κράτη κι εταιρείες σε παγκόσμιο επίπεδο, σημαίνει ότι οι επενδυτές καλούνται να απορροφήσουν πολύ περισσότερα μακροπρόθεσμα ομόλογα. Στην Ευρώπη, η προσφορά ενισχύεται και από τη σταδιακή συρρίκνωση του χαρτοφυλακίου της ΕΚΤ, η οποία από το 2022 έχει περιορίσει τις τοποθετήσεις της σε ομόλογα κατά 1,2 τρισ. ευρώ
Παράλληλα υποχωρεί η ζήτηση στις αγορές ομολόγων από παραδοσιακούς αγοραστές, όπως τα ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ταμεία. Η μετάβαση από προγράμματα εγγυημένων παροχών σε συστήματα καθορισμένων εισφορών τα ωθεί προς επενδύσεις με υψηλότερο ρίσκο, όπως οι μετοχές.
Το κενό έρχονται λοιπόν να καλύψουν σε έναν βαθμό επενδυτές όπως τα hedge funds, οι οποίοι όμως απαιτούν μεγαλύτερες αποδόσεις.
Το αποτέλεσμα είναι ένα νέο διεθνές περιβάλλον, στο οποίο η επιστροφή στα πολύ χαμηλά επιτόκια του παρελθόντος μοιάζει ολοένα και λιγότερο πιθανή. Για τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τους υπόλοιπους δανειολήπτες, το ακριβότερο χρήμα κινδυνεύει να μετατραπεί από προσωρινό σοκ σε νέα κανονικότητα.
