Ο δείκτης S&P 500 υποχώρησε την Παρασκευή, 14 Αυγούστου μετά τα νέα ιστορικά υψηλά της χτεσινής συνεδρίασης, κλείνοντας ωστόσο για τρίτη διαδοχική εβδομαδιαία με άνοδο.
Ο δείκτης αναφοράς της Wall Street έκλεισε με απώλειες 0,2%, ενώ ο Nasdaq Composite υποχώρησε κατά 0,3%. Ο Dow Jones Industrial Average σημείωσε πτώση 107 μονάδων, ή 0,2%.
Σε εβδομαδιαία βάση, ο S&P 500 ενισχύθηκε κατά 0,4%. Ο Nasdaq κατέγραψε επίσης την τρίτη συνεχόμενη εβδομαδιαία άνοδό του, κλείνοντας την εβδομάδα με κέρδη 0,1%. Αντίθετα, ο Dow έκλεισε την εβδομάδα με απώλειες 0,6%.
Η εβδομάδα που ολοκληρώνεται σήμερα υπήρξε νέα εβδομάδα ιστορικών υψηλών για τον S&P 500, καθώς την Πέμπτη ο δείκτης ξεπέρασε για πρώτη φορά το επίπεδο των 7.800 μονάδων, φτάνοντας ενδοσυνεδριακά στο ιστορικό υψηλό των 7.816,70 μονάδων. Ο δείκτης είχε επίσης κλείσει σε επίπεδο-ρεκόρ κατά την αμέσως προηγούμενη συνεδρίαση.
Μετά τα διαδοχικά κέρδη του S&P 500, στον απόηχο των συγκρατημένων στοιχείων για τον πληθωρισμό την Τετάρτη και την Πέμπτη, ο Jay Hatfield, διευθύνων σύμβουλος της Infrastructure Capital Advisors, διατύπωση την εκτίμηση ότι η σταθεροποίηση της Παρασκευής αποτελεί προάγγελο της πορείας που θα ακολουθήσει η αγορά τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο.
«Η σημερινή συνεδρίαση μοιάζει με την έναρξη μιας περιόδου σταθεροποίησης μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων», δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος στο CNBC.
Περισσότερο από το 90% των εταιρειών του S&P 500 έχει ήδη ανακοινώσει τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου, ενώ η αύξηση των κερδών σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο διαμορφώνεται περίπου στο 50%, σύμφωνα με τη FactSet.
Εφόσον η αύξηση των κερδών παραμείνει στα σημερινά επίπεδα όταν το σύνολο των εταιρειών ανακοινώσει τα αποτελέσματά του, οι τιμές του πετρελαίου εξακολουθούν να παραμένουν πάνω από τα 80 δολάρια το βαρέλι, καθώς τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά, και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια, ο Hatfield προβλέπει ότι ο S&P 500 θα φτάσει στις 8.100 μονάδες έως το τέλος του έτους.
Η προσοχή των επενδυτών στράφηκε επίσης στα αδύναμα στοιχεία για την καταναλωτική δαπάνη καθώς οι λιανικές πωλήσεις μηνός Ιουλίου κατέγραψαν απροσδόκητη μηνιαία πτώση και η καταναλωτική εμπιστοσύνη στην αμερικανική οικονομία υποχώρησε τον Αύγουστο, αντιστρέφοντας τη βελτίωση που είχε σημειωθεί τον Ιούνιο και τον Ιούλιο.
«Ένας κακός μήνας για την καταναλωτική δαπάνη δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η οικονομία βρίσκεται σε ελεύθερη πτώση, όμως γίνεται δυσκολότερο να αγνοήσει κανείς τα στοιχεία όταν αυτά συνδυάζονται με απογοητευτικά δεδομένα για το ΑΕΠ και την αγορά εργασίας. Σε συνδυασμό με τα στοιχεία για τον πληθωρισμό που ήταν σύμφωνα με τις προβλέψεις, αυτά τα πιο αδύναμα οικονομικά στοιχεία μειώνουν την πίεση προς τη Fed να αυξήσει τα επιτόκια», δήλωσε ο Bret Kenwell, αναλυτής επενδύσεων της eToro στις ΗΠΑ στο CNBC.
«Ωστόσο, οι επενδυτές θα πρέπει να προσέχουν τι εύχονται: η εξασθένιση της οικονομίας είναι ένα υψηλό τίμημα για να αποφευχθεί μια αύξηση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης, ιδιαίτερα τη στιγμή που οι αγορές έχουν σε μεγάλο βαθμό αγνοήσει αυτόν τον κίνδυνο και τα εταιρικά κέρδη παραμένουν ανθεκτικά. Για να διατηρήσει η οικονομία την ανθεκτικότητά της, θα πρέπει να κάνουν το ίδιο και οι καταναλωτές», πρόσθεσε.
