Από τις νοικοκυρές πράκτορες του ΣΔΟΕ στο άνοιγμα θυρίδων για πατριωτικό φόρο, oι φαεινές ιδέες των στελεχών Τσίπρα

Πώς από το περιουσιολόγιο και τον φόρο 1% φτάσαμε στο ερώτημα ποιος θα ανοίξει τη μεταλλική πόρτα της θυρίδας για να δει τι κρύβεται μέσα

Από τις νοικοκυρές πράκτορες του ΣΔΟΕ στο άνοιγμα θυρίδων για πατριωτικό φόρο, ©pixabay

Υπάρχουν κάποιες φορολογικές ιδέες που ξεκινούν ως ενδιαφέρουσες και καταλήγουν να θυμίζουν σενάριο επιθεώρησης. Η πρόταση της ΕΛΑΣ για την επιβολή μιας «πατριωτικής εισφοράς» 1% στη συνολική καθαρή περιουσία του οικονομικά ισχυρότερου 1% των φορολογουμένων ανήκει, μέχρι στιγμής, στην πρώτη κατηγορία. Όμως η περιγραφή του τρόπου με τον οποίο θα εφαρμοστεί ανοίγει ένα πολύ πιο περίεργο κεφάλαιο. Αυτό των τραπεζικών θυρίδων.

Ο αναπληρωτής τομεάρχης Οικονομικών της ΕΛ.Α.Σ., Γιώργος Παππάς, εξήγησε ότι η λεγόμενη «πατριωτική εισφορά» θα ανέρχεται σε 1% της συνολικής καθαρής περιουσίας και θα αφορά το οικονομικά ισχυρότερο 1% των φυσικών προσώπων. Βασικό εργαλείο θα είναι το περιουσιολόγιο, στο οποίο θα καταγράφονται τα περιουσιακά στοιχεία των φορολογουμένων.

Και εδώ αρχίζουν τα πιο ενδιαφέροντα. Στην περιουσία, σύμφωνα με την περιγραφή του, θα μπορούσαν να περιλαμβάνονται ακόμη και αντικείμενα αξίας που βρίσκονται μέσα σε τραπεζικές θυρίδες. Μόνο που υπάρχει μια μάλλον… μικρή λεπτομέρεια. Το κράτος γνωρίζει ποιος έχει νοικιάσει τη θυρίδα, αλλά δεν γνωρίζει τι έχει μέσα.

Και αυτό κάνει την ιδέα ακόμη πιο παράξενη. Για να φορολογηθεί το περιεχόμενο μιας θυρίδας, κάποιος θα πρέπει πρώτα να γνωρίζει ποιο είναι το περιεχόμενό της και πόσο αξίζει. Όμως η θυρίδα δεν είναι ένα συρτάρι της Εφορίας. Το άνοιγμά της δεν μπορεί να γίνεται κατά βούληση ενός ελεγκτή, αλλά προϋποθέτει συγκεκριμένη νόμιμη διαδικασία και, στις περιπτώσεις που προβλέπεται, δικαστική ή εισαγγελική παρέμβαση. Άρα προκύπτει το απλό ερώτημα. Θα ανοίγουν θυρίδες για να βρεθεί ο πατριωτικός φόρος;

Γιατί άλλο είναι να καταγράφεις ένα ακίνητο, έναν τραπεζικό λογαριασμό ή μετοχές που αφήνουν ηλεκτρονικό ίχνος και άλλο να ζητάς να μάθεις τι υπάρχει πίσω από μια κλειδωμένη μεταλλική πόρτα. Και η περιπέτεια δεν σταματά εκεί. Τι γίνεται με περιουσίες στο εξωτερικό που βρίσκονται πίσω από εταιρικές δομές; Πόσο γρήγορα θα γίνουν οι διασταυρώσεις; Και ποιος θα αποφασίζει πόσο αξίζει ένα κόσμημα, ένας πίνακας ή μια συλλογή χρυσών λιρών;

Το περιουσιολόγιο, άλλωστε, δεν είναι καινούργια ιδέα. Είχε αποτελέσει βασικό σχέδιο των κυβερνήσεων του ΣΥΡΙΖΑ και, σύμφωνα με την ΕΛ.Α.Σ., έχει θεσμοθετηθεί από το 2018 χωρίς να τεθεί ποτέ σε πλήρη λειτουργία. Τώρα επιστρέφει μαζί με την «πατριωτική εισφορά». Και μαζί της επιστρέφει και το διαχρονικό ελληνικό ερώτημα. Πόσο μακριά μπορεί να φτάσει το κράτος για να μάθει τι έχει ο πολίτης στην κατοχή του;

Γιατί όταν η φορολογική πολιτική φτάνει μέχρι την πόρτα της τραπεζικής θυρίδας, η συζήτηση δεν αφορά πλέον μόνο το πόσο θα πληρώσει ο «πλούσιος». Αφορά και το αν θα πρέπει πρώτα να ανοίξει τη θυρίδα του για να το μάθουμε.

Η επιστροφή των «φαεινών ιδεών»

Η συζήτηση έχει, έτσι, όλα τα χαρακτηριστικά μιας παλιάς ελληνικής φορολογικής ιστορία. Ξεκινά με μια απλή ιδέα, «να πληρώσουν λίγο περισσότερο οι πολύ πλούσιοι» και πολύ γρήγορα φτάνει στις λεπτομέρειες που κάνουν τη ζωή του φορολογουμένου και του ελεγκτή πολύ πιο περίπλοκη. Και δεν είναι η πρώτη φορά που η δημόσια συζήτηση γύρω από τον ΣΥΡΙΖΑ και τώρα της ΕΛΑΣ και τη φορολογία παράγει ιδέες που προκάλεσαν έντονες αντιδράσεις.

Από τις περίφημες συζητήσεις για τις «νοικοκυρές-πράκτορες» του ΣΔΟΕ, όταν είχε πέσει στο τραπέζι η αξιοποίηση πολιτών για την καταγραφή φορολογικών παραβάσεων, μέχρι το περιουσιολόγιο, τις ηλεκτρονικές διασταυρώσεις και τώρα την αναζήτηση πλούτου ακόμη και πίσω από τις πόρτες των τραπεζικών θυρίδων, η βασική φιλοσοφία μοιάζει να παραμένει ίδια. Αν δεν μπορείς να δεις τον πλούτο, πρέπει κάπως να τον κάνεις να εμφανιστεί. Μόνο που στην οικονομία, όπως και στην πραγματική ζωή, το «κάπως» είναι συνήθως το πιο δύσκολο κομμάτι.

Τελικά όπως φαίνεται, η φαεινή ιδέα δεν κράτησε πολύ, με τον τομεάρχη της ΕΛ.ΑΣ, Γ. Παππά να παίρνει πίσω τα περί καταγραφής ακόμη και κοσμημάτων σε θυρίδες για τη φορολόγηση του πλούτου.

Τι ισχύει για όσους έχουν λίρες και μετρητά σε θυρίδα

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο το τι βρίσκεται στη θυρίδα, αλλά και το τι συμβαίνει όταν αυτό βγει από αυτήν. Τα μετρητά που βρίσκονται επί χρόνια σε μια θυρίδα δεν μετατρέπονται αυτομάτως σε νόμιμα και φορολογικά τεκμηριωμένα χρήματα επειδή κάποιος τα είχε φυλάξει σε τραπεζικό χώρο. Αντίστοιχα, όταν μεγάλα ποσά εμφανίζονται ξαφνικά σε τραπεζικό λογαριασμό ή χρησιμοποιούνται για την αγορά ενός ακινήτου, μπορεί να ζητηθεί τεκμηρίωση της προέλευσής τους.

Επομένως, το πραγματικό πρόβλημα για έναν φορολογούμενο που έχει μετρητά ή πολύτιμα αντικείμενα σε θυρίδα δεν είναι απλώς η ύπαρξή τους. Είναι και το πώς αποδεικνύεται η προέλευση και η φορολογική τους ιστορία όταν έρθει η στιγμή να χρησιμοποιηθούν. Και αυτό δημιουργεί μια μάλλον παράδοξη κατάσταση.

Το κράτος μπορεί να μην ξέρει τι υπάρχει μέσα στη θυρίδα. Ο ιδιοκτήτης όμως, όταν θελήσει να χρησιμοποιήσει αυτά τα χρήματα ή τα περιουσιακά στοιχεία, μπορεί να χρειαστεί να αποδείξει από πού προήλθαν. Η φορολογική διοίκηση, δηλαδή, μπορεί να μη βλέπει το περιεχόμενο του «μαύρου κουτιού», αλλά μπορεί να κοιτάξει πολύ προσεκτικά την επόμενη κίνηση που θα κάνει ο ιδιοκτήτης του.