Η Ελλάδα κατατάσσεται πλέον στην πρώτη πεντάδα των πιο δυναμικά αναπτυσσόμενων αγορών στην Ευρώπη στον τομέα των επώνυμων πολυτελών κατοικιών (branded residences), σύμφωνα με έρευνα της Savills. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την ισχυρή δυναμική της εγχώριας αγοράς, τόσο μέσω των υφιστάμενων έργων όσο -κυρίως- μέσα από ένα διευρυμένο χαρτοφυλάκιο νέων αναπτύξεων που βρίσκονται σε φάση σχεδιασμού ή υλοποίησης. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο κλάδος διανύει περίοδο έντονου μετασχηματισμού. Παρότι η Ευρώπη εξακολουθεί να συγκαταλέγεται στις πιο ώριμες αγορές παγκοσμίως, το μερίδιό της εκτιμάται ότι θα περιοριστεί τα επόμενα χρόνια έναντι άλλων περιοχών. Ωστόσο, η συνολική δραστηριότητα ενισχύεται σημαντικά, καθώς ο αριθμός των έργων αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς, με τις προγραμματισμένες αναπτύξεις να αναμένεται να οδηγήσουν σε υπερδιπλασιασμό της προσφοράς έως το 2032.
Την ίδια στιγμή, η Τουρκία διατηρεί την πρωτοκαθεδρία στην ευρωπαϊκή αγορά, με περίπου 25 ολοκληρωμένα έργα και έως 45 συνολικά, εάν συνυπολογιστούν και όσα βρίσκονται σε φάση ανάπτυξης ή σχεδιασμού. Ακολουθεί η Ισπανία με περίπου 20 ολοκληρωμένα και 35 έργα συνολικά, ενώ η Πορτογαλία εμφανίζει επίσης έντονη κινητικότητα, καταγράφοντας περί τα 18 ολοκληρωμένα και έως 32 έργα. Το Ηνωμένο Βασίλειο, αν και διαθέτει αντίστοιχο αριθμό ολοκληρωμένων έργων (περίπου 25), φτάνει συνολικά τα 30, παρουσιάζοντας πιο περιορισμένη δεξαμενή νέων αναπτύξεων σε σύγκριση με άλλες χώρες. Πιο πίσω, η Πολωνία καταγράφει περίπου 10 ολοκληρωμένα και 15 έργα συνολικά, ενώ το Μαυροβούνιο κινείται σε χαμηλότερα μεγέθη, με περίπου 6 ολοκληρωμένα και έως 12 έργα.
Μέσα σε αυτό το διεθνές περιβάλλον, η Ελλάδα αρχίζει να ενισχύει σταθερά τον ρόλο της, προσελκύοντας αυξανόμενο επενδυτικό ενδιαφέρον και φιλοξενώντας μια σειρά από σημαντικές αναπτύξεις. Στη Μεγαλόνησο των Πεταλιών, στην Εύβοια, η Grivalia Hospitality προωθεί την ανάπτυξη του Six Senses Megalonisos, μια επένδυση ύψους περίπου 250 εκατ. ευρώ, η οποία έλαβε πρόσφατα το «πράσινο φως» από τη Διυπουργική Επιτροπή Στρατηγικών Επενδύσεων. Το έργο περιλαμβάνει 75 βίλες και 20 διαμερίσματα, καθώς και χώρους εστίασης και αναψυχής, ενσωματώνοντας τη φιλοσοφία της βιώσιμης πολυτέλειας.
Στο ίδιο επενδυτικό κύμα, ο όμιλος Four Seasons δρομολογεί την ανάπτυξη του Four Seasons Resort and Residences Porto Heli, μέσω της Hinitsa Bay Holdings, συμφερόντων του Paul Coulson, ενισχύοντας περαιτέρω τη θέση της χώρας στον χάρτη των πολυτελών κατοικιών.
Παράλληλα, η Wyndham Hotels & Resorts επεκτείνει δυναμικά την παρουσία της στην Ελλάδα, εντάσσοντας στο χαρτοφυλάκιό της το Wyndham Residences Piraeus Marina Zeas, ένα έργο προϋπολογισμού άνω των 25 εκατ. ευρώ που αναπτύσσεται από τη DKG Development. Επιπλέον, για την άνοιξη του 2026 προγραμματίζεται η λειτουργία του Ramada Residences by Wyndham Halkidiki, σε συνεργασία με τον όμιλο Oikos Property Developments, το οποίο θα περιλαμβάνει 150 βίλες.
Ιδιαίτερα ενεργή εμφανίζεται και η Grivalia Hospitality, η οποία έχει ήδη υλοποιήσει το One&Only Aesthesis στα Αστέρια Γλυφάδας, μια επένδυση ύψους 300 εκατ. ευρώ που περιλαμβάνει ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις 127 δωματίων και 14 ιδιωτικές κατοικίες υπό την ονομασία One&Only Private Homes. Αντίστοιχα, η Dolphin Capital Partners έχει αναπτύξει πολυτελείς κατοικίες στο One&Only Kea Island, ενισχύοντας περαιτέρω την παρουσία των branded residences στην ελληνική αγορά.
Η Ευρώπη χάνει μερίδιο, αλλά διπλασιάζει τα branded residences έως το 2032
Η Ευρώπη παραμένει μία από τις πιο ανεπτυγμένες αγορές επώνυμων κατοικιών (branded residences) παγκοσμίως, με περισσότερα από 140 ολοκληρωμένα έργα, καταλαμβάνοντας την τρίτη θέση, αμέσως μετά τη Βόρεια Αμερική και την περιοχή Ασίας-Ειρηνικού. Ωστόσο, με ορίζοντα το 2032, προβλέπεται ότι η Ευρώπη θα καταστεί η μικρότερη περιοχή σε αριθμό έργων (ολοκληρωμένων και υπό ανάπτυξη), καθώς η Μέση Ανατολή & Αφρική (24%), η Βόρεια Αμερική (23%), η Ασία-Ειρηνικός (21%) και η Κεντρική & Λατινική Αμερική (16%) θα κατέχουν μεγαλύτερα μερίδια έναντι του 16% της Ευρώπης.
Στροφή στα resort projects και σταθερότητα στο μοντέλο ανάπτυξης
Ιστορικά, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο όσο και στην Ευρώπη, οι branded κατοικίες κατανέμονταν σχεδόν ισομερώς μεταξύ αστικών και τουριστικών (resort) τοποθεσιών, με τη σημερινή αναλογία στην Ευρώπη να διαμορφώνεται στο 49% αστικές και 51% resort. Ωστόσο, το pipeline στην Ευρώπη καταδεικνύει μια σαφή στροφή προς τις τουριστικές αναπτύξεις, οι οποίες έως το 2032 αναμένεται να αντιπροσωπεύουν το 65% της συνολικής προσφοράς, καθώς οι developers στρέφονται τόσο προς τις μεσογειακές ακτές όσο και προς τις εκτεταμένες ορεινές ζώνες της Ευρώπης.
Παραδοσιακά, και οι δύο αυτές αγορές χαρακτηρίζονταν από έντονη εποχικότητα, ωστόσο πλέον αποκτούν ολοένα και περισσότερο χαρακτήρα προορισμών όλο τον χρόνο, ενισχύοντας τη σταθερότητα της ζήτησης. Η τάση αυτή ενισχύεται και από τις συνεχιζόμενες δυσκολίες ανάπτυξης branded κατοικιών στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, όπως η εξεύρεση κατάλληλων οικοπέδων, οι αυστηροί πολεοδομικοί και διατηρητέοι περιορισμοί, καθώς και το υψηλό κόστος γης. Αξιοσημείωτο είναι ότι η μετατόπιση αυτή είναι σημαντικά εντονότερη σε σχέση με το παγκόσμιο επίπεδο, όπου τα έργα υπό ανάπτυξη παραμένουν πιο ισορροπημένα, με 46% αστικά και 54% resort.
Σε ό,τι αφορά τη διάκριση μεταξύ μικτών αναπτύξεων (co-located, δηλαδή σε συνδυασμό με ξενοδοχεία) και αυτόνομων (standalone), παρατηρείται διαχρονικά μια σχετικά σταθερή αναλογία 70/30 (αντίστοιχα) στα ολοκληρωμένα έργα, τόσο διεθνώς όσο και στην Ευρώπη. Σύμφωνα με τις πρόσφατες τάσεις, ολοένα και περισσότερα brands επεκτείνουν την αυτόνομη παρουσία τους, κάτι που αποτυπώνεται στα παγκόσμια στοιχεία. Στην Ευρώπη, ωστόσο, αυτό δεν φαίνεται να ισχύει: η αναλογία 71% co-located και 29% standalone που καταγράφεται στα ολοκληρωμένα έργα εκτιμάται ότι θα παραμείνει αμετάβλητη και τα επόμενα πέντε χρόνια.
Η στασιμότητα αυτή προκαλεί εντύπωση, δεδομένης της ισχυρής δυναμικής των resort αναπτύξεων που αναφέρθηκε προηγουμένως. Οι τουριστικοί προορισμοί αποτελούν περιβάλλον όπου τα co-located projects είναι εκ φύσεως πιο ελκυστικά, συνεπώς θα ανέμενε κανείς περαιτέρω ενίσχυση της συγκεκριμένης κατηγορίας.
Εξετάζοντας ειδικά τα ξενοδοχειακά brands, η εικόνα είναι ακόμη πιο σαφώς υπέρ των co-located αναπτύξεων, λόγω των προφανών συνεργειών μεταξύ των δύο χρήσεων. Μέχρι το τέλος του 2025, η κατανομή στα ολοκληρωμένα έργα διαμορφωνόταν σε 86% co-located και 14% standalone, ενώ το pipeline υποδηλώνει μια μικρή μετατόπιση προς το standalone μοντέλο, με αύξηση κατά δύο ποσοστιαίες μονάδες.
Οι ισχυροί «παίκτες» και η μεταβαλλόμενη ισορροπία των brands
Σε επίπεδο μητρικών ομίλων, η Marriott International εξακολουθεί να ηγείται της ευρωπαϊκής αγοράς branded κατοικιών που συνδέονται με ξενοδοχεία, σε συνολικό αριθμό έργων (37), υποστηριζόμενη από το εκτενές χαρτοφυλάκιο brands της. Η Accor διαθέτει πλέον το ισχυρότερο pipeline, με περισσότερα από 21 έργα υπό ανάπτυξη, ενώ η ενισχυόμενη παρουσία της Radisson Hotel Group εδραιώνει περαιτέρω τη θέση της μεταξύ των κορυφαίων παικτών της περιοχής.
Σε επίπεδο επιμέρους ξενοδοχειακών brands, ο ασιατικός κολοσσός Mandarin Oriental καταλαμβάνει την πρώτη θέση σε αριθμό έργων, με 18 αναπτύξεις που αναμένεται να λειτουργούν στην Ευρώπη έως το 2032. Πρόκειται για αύξηση της τάξης του 260% σε σχέση με τα σημερινά πέντε έργα, καθώς το brand επεκτείνεται δυναμικά σε όλους τους τύπους αναπτύξεων και τοποθεσιών. Το Radisson Blu ξεχωρίζει ως ένα από τα πιο δραστήρια brands, με 12 έργα σε λειτουργία έως το 2032, ενώ τα Four Seasons και Six Senses ισοβαθμούν στην τρίτη θέση, με ένα εντυπωσιακά διαφοροποιημένο χαρτοφυλάκιο (αλπικά, αγροτικά, παραθαλάσσια και αστικά projects).
Ιδιαίτερη αναφορά αξίζει το The Ritz-Carlton, το οποίο, σε παγκόσμιο επίπεδο, διαθέτει το μεγαλύτερο μερίδιο από οποιοδήποτε μεμονωμένο brand (σε ολοκληρωμένα και υπό ανάπτυξη έργα). Ωστόσο, παρότι έχει ισχυρή παρουσία στην Ευρώπη, δεν διαθέτει σήμερα κανένα έργο στο pipeline της περιοχής.
Σε ό,τι αφορά την εξέλιξη των κατηγοριών (chain scales), σε παγκόσμιο επίπεδο τα τελευταία 12–24 μήνες παρατηρείται ότι τα luxury brands εξακολουθούν να κυριαρχούν, αλλά με σταδιακή μείωση του μεριδίου τους, καθώς ενισχύονται κατηγορίες χαμηλότερης κλίμακας (ιδίως upper-upscale και upscale). Στην Ευρώπη, ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται: τα luxury brands αναμένεται να ενισχύσουν τη θέση τους (από 55% σε 59%), με ισχυρό pipeline σε χώρες όπως η Τουρκία, η Ισπανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Ελλάδα. Αντίθετα, τα upper-upscale brands υποχωρούν από 25% σε 20%, ενώ τα upscale αυξάνουν το μερίδιό τους από 11% σε 14%. Συνολικά, καταγράφεται ανάπτυξη σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες, με εξαίρεση την Economy, όπου η προσαρμογή στο μοντέλο branded κατοικιών παραμένει περιορισμένη.
Τα μη ξενοδοχειακά brands συνεχίζουν να διαμορφώνουν έναν διακριτό πυλώνα στην ευρωπαϊκή αγορά, με πέντε νέους «παίκτες» να ετοιμάζονται να παραδώσουν το πρώτο τους έργο έως το 2032. Ο όμιλος YOOδιατηρεί σαφές προβάδισμα, έχοντας αποκτήσει πρώιμο αποτύπωμα στον κλάδο, με 16 ολοκληρωμένα έργα και εννέα ακόμη στο pipeline. Σε επίπεδο μεμονωμένων brands, η Ando Living αναδεικνύεται ως ο επόμενος ισχυρός «παίκτης», κυρίως λόγω της συγκέντρωσής της στην Πορτογαλία.
Παράλληλα, εμφανίζονται νέες είσοδοι στο Top 10, όπως οι Pininfarina, Missoni και Nobu, οι οποίες διαθέτουν ήδη περισσότερα από τρία έργα υπό ανάπτυξη, παρά το γεγονός ότι δεν είχαν προηγούμενη παρουσία στην περιοχή. Με εξαίρεση τα YOO και Armani, όλα τα brands του Top 10 αναμένεται να υπερδιπλασιάσουν την παρουσία τους στην Ευρώπη, γεγονός που υποδηλώνει μια ταχεία μεταμόρφωση της αγοράς.
Στην κατηγορία των μη ξενοδοχειακών brands, τα design-led brands κυριαρχούν, κυρίως λόγω της παρουσίας του YOO, αντιπροσωπεύοντας το 61% των ολοκληρωμένων έργων. Ωστόσο, το μερίδιό τους στο pipeline μειώνεται στο 46%, υποδηλώνοντας διεύρυνση της αγοράς. Τα fashion brands διατηρούν σταθερή παρουσία με μερίδιο 32%, ενώ η είσοδος της Nobu ενισχύει σημαντικά τον κλάδο Food & Beverage, ανεβάζοντάς τον περίπου στο 11% του pipeline. Αντίθετα, τα automotive brands, παρά την έντονη δημοσιότητα, παραμένουν περιορισμένα, με μόλις 4% συμμετοχή τόσο στα ολοκληρωμένα όσο και στα υπό ανάπτυξη έργα.