Τι συμβαίνει με το ιστορικό κτήμα Μέρλιν στην Κέρκυρα, τα σχέδια αξιοποίησης

Νέα κινητικότητα για το Κτήμα Μέρλιν στην Κέρκυρα. Η ιστορία των 609 στρεμμάτων, οι παλιοί εργολάβοι και οι τράπεζες

Το κτήμα Μέρλιν ©Printscreen

Νέα κινητικότητα καταγράφεται γύρω από το ιστορικό Κτήμα Μέρλιν στη Δασιά της Κέρκυρας, μια παραθαλάσσια έκταση 609,4 στρεμμάτων, η οποία αποτιμάται σε 42 εκατ. ευρώ και παραμένει αναξιοποίητη σχεδόν είκοσι χρόνια μετά την πώλησή της από τον κατασκευαστικό όμιλο ΑΕΓΕΚ. Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, το ακίνητο βρίσκεται εκ νέου στο επίκεντρο επενδυτικού ενδιαφέροντος, με την ιδιοκτήτρια APE Fixed Assets να εξετάζει είτε την πώλησή του είτε τη συνεργασία με επενδυτή για την τουριστική του ανάπτυξη. Παρά τη νέα κινητικότητα, δεν έχει μέχρι στιγμής επιβεβαιωθεί συγκεκριμένη συμφωνία, ενώ η έκταση έχει περάσει και στο παρελθόν από διαδοχικούς κύκλους διαπραγματεύσεων χωρίς αποτέλεσμα.

Το Κτήμα Μέρλιν ανήκει σήμερα σε εταιρεία που συνδέεται οικονομικά με δύο από τις μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες. Η Alpha Bank κατέχει το 72,20% της APE Fixed Assets, ενώ το υπόλοιπο 27,80% ανήκει στη Strix Holdings II L.P., επενδυτικό σχήμα στο οποίο η Τράπεζα Πειραιώς συμμετέχει ως μοναδικός ετερόρρυθμος επενδυτής, διατηρώντας το οικονομικό συμφέρον χωρίς να ασκεί εταιρικό έλεγχο. Το συγκεκριμένο ποσοστό μεταβιβάστηκε από την Πειραιώς στη Strix τον Ιούνιο του 2023.

Την αναζήτηση επενδυτικής λύσης για το Κτήμα Μέρλιν επιβεβαιώνουν και οι τελευταίες οικονομικές καταστάσεις της APE Fixed Assets, στις οποίες αποτυπώνεται τόσο η σημερινή αξία του ακινήτου όσο και ο σχεδιασμός της διοίκησης για την αξιοποίησή του.  Το ακίνητο αποτελείται από πέντε γεωτεμάχια συνολικής επιφάνειας 609,4 στρεμμάτων στον πρώην Δήμο Φαιάκων της Κέρκυρας, στα οποία βρίσκονται δύο κτίρια συνολικής επιφάνειας 4.662,85 τ.μ. Σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις της χρήσης 2025, η αξία του χαρτοφυλακίου επενδυτικών ακινήτων της εταιρείας διαμορφώθηκε στα 42 εκατ. ευρώ, έναντι 41,7 εκατ. ευρώ στο τέλος του 2024. Η διαφορά των 300.000 ευρώ οφείλεται αποκλειστικά στην αναπροσαρμογή της εύλογης αξίας και όχι στην πραγματοποίηση νέων επενδύσεων.

Η παρατεταμένη απουσία αξιοποίησης αποτυπώνεται και στα οικονομικά μεγέθη της APE Fixed Assets, η οποία δεν κατέγραψε έσοδα από την εκμετάλλευση των ακινήτων της κατά το 2025. Τα καθαρά κέρδη περιορίστηκαν σε περίπου 14.800 ευρώ, έναντι 1,14 εκατ. ευρώ την προηγούμενη χρονιά, ενώ το συνολικό ενεργητικό ανήλθε σε 42,12 εκατ. ευρώ. Τα ίδια κεφάλαια διαμορφώθηκαν σε 41,35 εκατ. ευρώ και οι συνολικές υποχρεώσεις σε περίπου 766.000 ευρώ, με την αξία της ακίνητης περιουσίας να αντιπροσωπεύει σχεδόν το σύνολο του ενεργητικού της.

Σε επίπεδο επενδυτικού σχεδιασμού, η διοίκηση προσανατολίζεται στη δυνατότητα ανάπτυξης σύνθετων τουριστικών καταλυμάτων, αξιοποιώντας το μέγεθος και τη θέση της παραθαλάσσιας έκτασης. Για τον σκοπό αυτό έχουν προχωρήσει εργασίες επικαιροποίησης των τοπογραφικών διαγραμμάτων και διευθέτησης εκκρεμοτήτων που σχετίζονται με το ακίνητο, ώστε να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για μια μελλοντική συναλλαγή ή επενδυτική συνεργασία.

Παρά τις κινήσεις προετοιμασίας, το εγχείρημα δεν έχει ακόμη αποκτήσει συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Δεν έχει παρουσιαστεί ολοκληρωμένο σχέδιο ανάπτυξης που να προσδιορίζει τη δυναμικότητα των ξενοδοχειακών εγκαταστάσεων, τον αριθμό των ενδεχόμενων τουριστικών κατοικιών ή το ύψος της απαιτούμενης επένδυσης. Καθοριστικό ρόλο θα διαδραματίσουν οι επιτρεπόμενες χρήσεις γης, οι όροι δόμησης και οι περιβαλλοντικές αδειοδοτήσεις, από τις οποίες θα εξαρτηθεί η τελική μορφή της ανάπτυξης.

Η εποχή των μεγάλων εργολάβων και η οικονομική κατάρρευση

Η παλαιότερη ιστορία του Κτήματος Μέρλιν συνδέεται με την Οδών και Οδοστρωμάτων, μία από τις ιστορικές ελληνικές κατασκευαστικές εταιρείες, με δραστηριότητα που ξεκινά από τον Μεσοπόλεμο. Η εταιρεία είχε αναπτύξει σημαντική παρουσία στον τομέα των δημόσιων έργων, σε μια περίοδο κατά την οποία οι μεγάλοι ελληνικοί κατασκευαστικοί όμιλοι επεκτείνονταν τόσο στην εγχώρια αγορά όσο και στο εξωτερικό, συγκεντρώνοντας παράλληλα σημαντική ακίνητη περιουσία.

Με την Οδών και Οδοστρωμάτων συνδέονταν μεγάλες εκτάσεις στη χώρα όπως ο Αστακός Αιτωλοακαρνανίας και το Ελαφονήσι Χανίων, οι οποίες παρουσίαζαν σημαντικές προοπτικές τουριστικής και άλλης επενδυτικής αξιοποίησης. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η εταιρεία φέρεται να αντιμετώπισε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, που οδήγησαν στην αποδυνάμωσή της. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι συγκεκριμένες εκτάσεις φέρεται να πέρασαν στον επιχειρηματικό κύκλο του ομίλου ΜΕΤΩΝ–ΕΤΕΠ, συμφερόντων των Χρήστου Αρφάνη και Νίκου Χιώνη, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην ιδιοκτησιακή τους διαδρομή.

Ο όμιλος ΜΕΤΩΝ–ΕΤΕΠ συγκαταλεγόταν στις σημαντικές δυνάμεις του ελληνικού κατασκευαστικού κλάδου κατά τη δεκαετία του 1980. Η δραστηριότητά του εκτεινόταν πέρα από την ελληνική αγορά, με μεγάλα έργα στο εξωτερικό, ενώ παράλληλα διέθετε αξιόλογη ακίνητη περιουσία. Ο Χρήστος Αρφάνης είχε μάλιστα σχέδια για την αξιοποίηση του Κτήματος Μέρλιν, επιδιώκοντας να εκμεταλλευτεί την προνομιακή θέση και τις τουριστικές δυνατότητες της παραθαλάσσιας έκτασης. Ωστόσο, δεν πρόλαβε να τα υλοποιήσει, καθώς ο θάνατός του άφησε την επενδυτική προοπτική του ακινήτου σε εκκρεμότητα. Τα επόμενα χρόνια, ο όμιλος ΜΕΤΩΝ–ΕΤΕΠ βρέθηκε και αυτός αντιμέτωπος με σοβαρά οικονομικά προβλήματα, που οδήγησαν στην επιχειρηματική του κατάρρευση. Έτσι, το Κτήμα Μέρλιν ακολούθησε την πορεία δύο διαδοχικών κατασκευαστικών σχημάτων που, παρά την ισχυρή παρουσία τους στην αγορά, δεν κατάφεραν να προχωρήσουν στην αξιοποίηση της έκτασης.

Πώς η ΑΕΓΕΚ πούλησε το Κτήμα Μέρλιν στις τράπεζες

Στα μέσα της δεκαετίας του 2000, η έκταση βρισκόταν στην περιουσία της τεχνικής εταιρείας Ευκλείδης, η οποία είχε ενταχθεί στον όμιλο ΑΕΓΕΚ. Τον Μάρτιο του 2006, η κατασκευαστική είχε διευκρινίσει με ανακοίνωσή της προς το Χρηματιστήριο ότι το ακίνητο αποτελούσε ιδιοκτησία της Ευκλείδης και ότι, μετά την ολοκλήρωση της συγχώνευσης με απορρόφησή της, θα περιερχόταν στην περιουσία της. Ήδη από εκείνη την περίοδο είχαν ξεκινήσει επαφές για την πώλησή του, με ενδιαφέρον από διεθνή επενδυτικά κεφάλαια και ισπανικό επιχειρηματικό σχήμα. Η ΑΕΓΕΚ αναζητούσε τρόπους ενίσχυσης της ρευστότητάς της, καθώς οι δανειακές υποχρεώσεις της είχαν αυξηθεί σημαντικά.

Η συμφωνία ολοκληρώθηκε τον Φεβρουάριο του 2007, με τίμημα 40 εκατ. ευρώ. Επρόκειτο για κανονική αγοραπωλησία και όχι για κατάσχεση ή πλειστηριασμό, αν και η συναλλαγή συνδεόταν άμεσα με την ανάγκη της κατασκευαστικής να μειώσει τον δανεισμό της. Το γεγονός ότι δεν προβλεπόταν δικαίωμα επαναγοράς σήμαινε ότι η ΑΕΓΕΚ αποχωριζόταν οριστικά ένα από τα σημαντικότερα ακίνητά της. Η απόκτηση της έκτασης από την APE Fixed Assets δεν συνοδεύτηκε από την άμεση υλοποίηση επενδυτικού σχεδίου. Αντίθετα, το κτήμα παρέμεινε αναξιοποίητο, με τους μετόχους της ιδιοκτήτριας εταιρείας να αναζητούν κατά διαστήματα αγοραστή ή στρατηγικό εταίρο.

Το 2016 προωθήθηκε οργανωμένη διαδικασία πώλησης, με την έκταση να παρουσιάζεται ως μια από τις μεγαλύτερες διαθέσιμες παραθαλάσσιες ιδιοκτησίες της Κέρκυρας. Για την προετοιμασία της είχαν πραγματοποιηθεί τεχνικοί και νομικοί έλεγχοι, καθώς και μελέτες για τις δυνατότητες τουριστικής αξιοποίησης. Νέες επαφές καταγράφηκαν και το 2018, χωρίς να καταλήξουν σε ολοκληρωμένη συναλλαγή. Στο παρελθόν είχε ακουστεί και το όνομα του ομίλου Sani/Ikos, ο οποίος φέρεται να είχε εξετάσει την απόκτηση του ακινήτου. Δεν υπάρχει, ωστόσο, επιβεβαίωση ότι το ενδιαφέρον αυτό παραμένει ενεργό σήμερα. Ο όμιλος διαθέτει ήδη ισχυρή παρουσία στη Δασιά, μέσω των Ikos Dassia και Ikos Odisia, επενδύσεις που έχουν ενισχύσει σημαντικά τον χαρακτήρα της περιοχής ως προορισμού πολυτελούς φιλοξενίας.

Η ιστορική ταυτότητα και το στοίχημα της αξιοποίησης

Το Κτήμα Μέρλιν βρίσκεται στη Δασιά, περίπου 11 χιλιόμετρα από την πόλη της Κέρκυρας, σε μια περιοχή που έχει εξελιχθεί σε σημαντικό προορισμό πολυτελούς τουρισμού. Η ονομασία του συνδέεται με τον Σίδνεϊ Μέρλιν, τον Βρετανό που εγκαταστάθηκε στο νησί και συνδέθηκε με την ανάπτυξη της καλλιέργειας εσπεριδοειδών. Στο κτήμα καλλιεργήθηκαν οι γνωστές πορτοκαλιές Μέρλιν, ενώ με την παρουσία του συνδέεται και η εισαγωγή της καλλιέργειας κουμκουάτ στην Κέρκυρα. Στην έκταση διατηρείται το παλαιό αρχοντικό της οικογένειας, στοιχείο που προσδίδει ιδιαίτερη ιστορική ταυτότητα στο ακίνητο. Η μεγάλη επιφάνεια, η επαφή με τη θάλασσα και η θέση του μέσα σε μια ήδη ανεπτυγμένη τουριστική περιοχή δημιουργούν προϋποθέσεις για μια σημαντική τουριστική επένδυση.

Η αξιοποίηση, ωστόσο, εξαρτάται από το ισχύον πολεοδομικό και περιβαλλοντικό πλαίσιο. Για την περιοχή υπάρχουν ειδικές ρυθμίσεις που ανάγονται στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ενώ οποιοδήποτε νέο σχέδιο θα πρέπει να εξεταστεί με βάση τις σημερινές χρήσεις γης και τις απαιτούμενες εγκρίσεις. Το μέγεθος της έκτασης δεν συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχη δυνατότητα δόμησης, γεγονός που καθιστά κρίσιμη την τεχνική και πολεοδομική ωρίμανση μιας ενδεχόμενης ανάπτυξης.

Η νέα κινητικότητα γύρω από το Κτήμα Μέρλιν καταγράφεται σε μια περίοδο κατά την οποία η αγορά πολυτελούς φιλοξενίας στην Κέρκυρα έχει ενισχυθεί σημαντικά. Ωστόσο, η πολύχρονη ιστορία των ανεπιτυχών προσπαθειών πώλησης δείχνει ότι η εξεύρεση επενδυτή δεν αποτελεί απλή υπόθεση. Σχεδόν δύο δεκαετίες μετά τη μεταβίβασή του από την ΑΕΓΕΚ, το ιστορικό ακίνητο παραμένει ένα από τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα μεγάλης ακίνητης περιουσίας που πέρασε από την εποχή της ισχύος των κατασκευαστικών ομίλων στις τραπεζικές αναδιαρθρώσεις, αναζητώντας ακόμη τη θέση του στον σύγχρονο επενδυτικό χάρτη της χώρας.