Οι ασφαλιστικές εταιρίες βρίσκονται στο στόχαστρο για τις «ξαφνικές» αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας, ενώ στην πραγματικότητα γίνονται αποδέκτες της ανόδου του κόστους που επιβάλλουν οι ίδιοι οι πάροχοι υγείας. Αυτά υποστήριξε χθες ο Αλέξανδρος Σαρρηγεωργίου, Πρόεδρος της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος (ΕΑΕΕ) και Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της Eurolife FFH Ασφαλιστικής, στο πλαίσιο του 19ου Ασφαλιστικού Συνεδρίου (19th Insurance Conference) με τίτλο «Shaping the Future of Insurance».
Χαρακτηριστικά ανέφερε ότι «είμαστε πολλές φορές αποδέκτες σχολίων περί αυξήσεων που γίνονται στα νοσοκομειακά προγράμματα, χωρίς όμως να ακολουθεί κάποιος στη σκέψη του από πού προέρχονται οι αυξήσεις και αν είναι μόνο οι ασφαλιστικές εταιρείες ή απλώς οι ασφαλιστικές εταιρείες είναι αποδέκτες αυξήσεων του κόστους».
Όπως εξήγησε, ο ασφαλιστικός κλάδος βρίσκεται σε συνεχή συνεργασία με το Υπουργείο και τη νέα Ανεξάρτητη Αρχή Προστασίας του Καταναλωτή, παρέχοντας πλήρη στοιχεία για την πορεία του κόστους υγείας. «Δουλεύουμε με διαφάνεια, παρέχουμε όλα τα στοιχεία στην Ανεξάρτητη Αρχή και στο Υπουργείο, έτσι ώστε ό,τι παρεμβάσεις γίνονται να βασίζονται στην πραγματικότητα και όχι σε θεωρητικά νούμερα», σημείωσε.
Οι τοποθετήσεις αυτές πραγματοποιούνται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη για την ασφαλιστική αγορά περίοδο. Ειδικότερα, το ζήτημα των αυξήσεων στα ασφάλιστρα υγείας παραμένει στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης, μετά και τα πρόσφατα στοιχεία της Αρχής Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, σύμφωνα με τα οποία το 56% των ασφαλισμένων με μακροχρόνια νοσοκομειακά συμβόλαια θα βρεθεί αντιμέτωπο με αυξήσεις άνω του 8% το 2026.
Από την επεξεργασία των στοιχείων που απέστειλαν 11 ασφαλιστικές εταιρείες προκύπτει ότι το συνολικό δείγμα περιλαμβάνει 231.797 ασφαλισμένους με ενεργά μακροχρόνια συμβόλαια υγείας και καθαρά ασφάλιστρα βάσης 2025 ύψους 295,44 εκατ. ευρώ, προ φόρου ασφαλίστρων. Ο μέσος όρος αύξησης για το 2026, όταν η στάθμιση γίνεται με βάση τον αριθμό των ασφαλισμένων, διαμορφώνεται σε ποσοστό 7,49%. Όταν όμως η στάθμιση γίνεται με βάση την αξία των ασφαλίστρων, δηλαδή με βάση το καθαρό οικονομικό βάρος πριν από τον φόρο ασφαλίστρων, ο μέσος όρος διαμορφώνεται σε ποσοστό 8,20%, το οποίο είναι εξαιρετικά υψηλό.
Παράλληλα, η αγορά αναμένει σήμερα και τη δημοσίευση του πολυπόθητου ετήσιου Δείκτη Αναπροσαρμογής Ασφαλίστρων Υγείας από την ΕΛΣΤΑΤ, ο οποίος φιλοδοξεί να αποτελέσει το νέο σημείο αναφοράς για τις μελλοντικές αναπροσαρμογές των ασφαλίστρων και ο οποίος εδώ και πολύ καιρό αναζητείται. Ο δείκτης εκτιμάται ότι θα συμβάλει στη μεγαλύτερη διαφάνεια της αγοράς και θα λειτουργήσει ως μηχανισμός περιορισμού των μεγάλων αυξήσεων που έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις τα τελευταία χρόνια.
Την ίδια στιγμή επί του θέματος τοποθετήθηκε και ο Τριαντάφυλλος Λυσιμάχου, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εθνικής Ασφαλιστικής, χαρακτηρίζοντας την υγεία ως ένα από τα πλέον κρίσιμα ζητήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η ασφαλιστική αγορά. Όπως ανέφερε, η δημόσια συζήτηση φαίνεται να εστιάζει περισσότερο στη δικαιολόγηση των αυξήσεων που πραγματοποιούν τα νοσοκομεία και λιγότερο στις επιπτώσεις που αυτές έχουν στις ασφαλιστικές εταιρείες και τελικά στους ασφαλισμένους.
Ο ίδιος υπογράμμισε την ανάγκη για μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση, επισημαίνοντας ότι όταν διαμορφωθεί μια πιο ισορροπημένη σχέση μεταξύ κινδύνου και αποτίμησής του, θα περιοριστεί και η αντίληψη των πολιτών ότι τα ασφάλιστρα είναι υπερβολικά ακριβά. Παράλληλα σημείωσε ότι το τελικό κόστος των ασφαλιστικών προϊόντων επηρεάζεται από μια σειρά παραγόντων που ξεπερνούν τις αποφάσεις των ίδιων των ασφαλιστικών εταιρειών.
Ο κ. Λυσιμάχου έκανε επίσης έκκληση για τη δημιουργία ενός αποτελεσματικότερου πλαισίου συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων, τονίζοντας ότι ένα όργανο που θα λειτουργεί περισσότερο συνεργατικά και λιγότερο εποπτικά θα μπορούσε να συμβάλει ουσιαστικά στην καλύτερη εξυπηρέτηση των ασφαλισμένων και στη διαμόρφωση συνθηκών που θα τους επιτρέπουν να είναι επαρκώς και σωστά ασφαλισμένοι.
Οι άλλες δυο προκλήσεις εκτός της υγείας
Πέραν του ζητήματος της υγείας, το οποίο ο κ. Σαρρηγεωργίου χαρακτήρισε ως «ένα θέμα που έχει ιδιαιτερότητες στην Ελλάδα» αναφέρθηκε και σε άλλες δύο σημαντικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα ο ασφαλιστικός κλάδος σε ευρωπαϊκό επίπεδο: το δημογραφικό και την κλιματική αλλαγή. Όπως σημείωσε, η γήρανση του πληθυσμού και η αποχώρηση των λεγόμενων baby boomers από την αγορά εργασίας αναδεικνύουν την ανάγκη ενίσχυσης της μακροπρόθεσμης αποταμίευσης, έναν τομέα στον οποίο η Ελλάδα εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά.
«Δεν υπάρχουν κίνητρα για μακροπρόθεσμη αποταμίευση», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι σε ευρωπαϊκό επίπεδο προωθούνται πρωτοβουλίες όπως το Savings and Investment Union (SIU) και οι λογαριασμοί Savings Investment Account (SIA), με στόχο την ενίσχυση της αποταμίευσης και τη διοχέτευση κεφαλαίων στην πραγματική οικονομία.
Αναφερόμενος στην κλιματική αλλαγή, προειδοποίησε ότι πρόκειται για έναν από τους σημαντικότερους κινδύνους που αντιμετωπίζει η Ευρώπη, επισημαίνοντας ότι η Ελλάδα παραμένει σημαντικά υποασφαλισμένη έναντι φυσικών καταστροφών. «Βρισκόμαστε στο ένα τέταρτο του ευρωπαϊκού μέσου όρου· είμαστε ουσιαστικά ανασφάλιστοι», τόνισε.
Ο πρόεδρος της ΕΑΕΕ στάθηκε ακόμη στις παρεμβάσεις που έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια για την ενίσχυση της ασφαλιστικής συνείδησης, αναφερόμενος στα κίνητρα μέσω του ΕΝΦΙΑ για την ασφάλιση κατοικιών, στην υποχρεωτική ασφάλιση επιχειρήσεων με τζίρο άνω των 500.000 ευρώ έναντι φυσικών καταστροφών, αλλά και στους ελέγχους για τα ανασφάλιστα οχήματα που πλέον πραγματοποιούνται μέσω της ΑΑΔΕ.
Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι οι κίνδυνοι εξελίσσονται ταχύτερα από τις πολιτικές αποφάσεις και προειδοποίησε για τον εφησυχασμό που δημιουργεί η αντίληψη ότι το κράτος μπορεί να καλύπτει κάθε ζημία. «Οι κίνδυνοι και οι εξελίξεις τρέχουν και άρα πρέπει να κάνουμε πολύ περισσότερα», ανέφερε, καταλήγοντας ότι «κανένα κράτος δεν μπορεί να τα πληρώσει όλα».
