Γιατί η Ελλάδα δεν ακολουθεί τη διεθνή πτώση στα ασφάλιστρα περιουσίας, τα αποτυπώματα του Daniel και των πυρκαγιών

Η Ελλάδα «αντιστέκεται» στην παγκόσμια πτώση των ασφαλίστρων, με τις φυσικές καταστροφές και τη χαμηλή βάση τιμολόγησης να εξηγούν την απόκλιση, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Δείκτη Ασφαλιστικής Αγοράς της Marsh

Το αποκλεισμένο από τα νερά χωριό Βλοχός στην Καρδίτσα από την κακοκαιρία Daniel © EUROKINISSI

Οι διεθνείς τιμές ασφαλίστρων υποχώρησαν κατά 6% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, καταγράφοντας την όγδοη συνεχόμενη τριμηνιαία πτώση, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Δείκτη Ασφαλιστικής Αγοράς (Global Insurance Market Index – GIMI) της Marsh. Ακόμη μεγαλύτερη ήταν η αποκλιμάκωση στον κλάδο της ασφάλισης περιουσίας (Property), όπου τα ασφάλιστρα μειώθηκαν κατά 12% σε παγκόσμιο επίπεδο, ενώ σε ορισμένες αγορές, όπως η περιοχή IMEA (Ινδία, Μέση Ανατολή και Αφρική), η υποχώρηση άγγιξε το 19%.

Ωστόσο, στην περίπτωση της Ελλάδας η εικόνα παρουσιάζεται διαφορετική. Παρ’ όλο που η εγχώρια ασφαλιστική αγορά ακολουθεί, σε γενικές γραμμές, την ευρωπαϊκή τάση αποκλιμάκωσης των τιμών, υπάρχει μία αξιοσημείωτη εξαίρεση: τα ασφάλιστρα περιουσίας που τοποθετούνται στην ελληνική αγορά δεν ακολουθούν την ίδια πτωτική πορεία, κυρίως λόγω του αποτυπώματος που άφησε η κακοκαιρία Daniel.

Οι πλημμύρες του Σεπτεμβρίου

Στις 5-8 Σεπτεμβρίου 2023, η κακοκαιρία Daniel έπληξε τη Θεσσαλία με πρωτοφανείς βροχοπτώσεις, προκαλώντας πλημμύρες που άφησαν πίσω τους χιλιάδες κατεστραμμένες περιουσίες και δημιούργησαν νέες ασφαλιστικές απαιτήσεις. Σύμφωνα με στοιχεία της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, οι πρώτες εκτιμήσεις για τις ζημίες ανέρχονταν σε 7.426, αξίας 372 εκατομμυρίων ευρώ, εκ των οποίων τα 364 εκατ. ευρώ αφορούσαν αποκλειστικά ασφαλίσεις περιουσίας.

Ειδικά οι επιχειρήσεις της Θεσσαλίας υπέστησαν το μεγαλύτερο πλήγμα, καθώς οι αποζημιώσεις για 2.418 βιομηχανίες και εμπορικά καταστήματα άγγιξαν τα 302,7 εκατ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μερίδιο να συγκεντρώνεται στην περιφέρεια Λάρισας. Σε ευρύτερο πλαίσιο, το 2023 ήταν εξαιρετικά επιβαρυμένο έτος για την ελληνική ασφαλιστική αγορά, με τις συνολικές αποζημιώσεις από πυρκαγιές και ακραία καιρικά φαινόμενα, σύμφωνα με την ΕΑΕΕ, να ξεπερνούν τα 420 εκατ. ευρώ, καθιστώντας το Daniel ένα από τα πιο ζημιογόνα γεγονότα για την εγχώρια αγορά.

Γιατί η ζημιά «κόλλησε» στις τιμές

Το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: αν οι περισσότερες ασφαλιστικές παγκοσμίως μειώνουν τα ασφάλιστρα, γιατί η Ελλάδα δυσκολεύεται να συμβαδίσει, τουλάχιστον στο κομμάτι της τοπικής περιουσίας;

Η απάντηση βρίσκεται σε έναν συνδυασμό δύο παραγόντων. Ο πρώτος είναι το μέγεθος της ίδιας της ζημιάς σε σχέση με το μέγεθος της εγχώριας αγοράς. Ειδικότερα, μια αποζημίωση άνω των 370 εκατ. ευρώ από ένα και μόνο καιρικό φαινόμενο αντιπροσωπεύει τεράστιο ποσοστό του συνολικού κύκλου εργασιών του κλάδου περιουσίας στην Ελλάδα, πολύ διαφορετικό από το πώς απορροφά μια αντίστοιχη ζημιά, μια μεγάλη διεθνής αγορά.

Ο δεύτερος παράγοντας είναι ότι οι ελληνικές τιμές ασφαλίστρων περιουσίας ήταν ήδη ιστορικά χαμηλές πριν συμβεί η κακοκαιρία Daniel. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι δεν υπήρχε αρκετό περιθώριο κέρδους ενσωματωμένο στα ασφάλιστρα για να απορροφήσει μια ζημιά τέτοιου βεληνεκούς, χωρίς αναπροσαρμογή των τιμών προς τα πάνω. Συνεπώς, σε μια αγορά με ήδη «τεντωμένες» τιμές, ένα τόσο καταστροφικό γεγονός «αναγκαστικά» μεταφράζεται σε αυστηρότερη τιμολόγηση και πιο επιλεκτικό underwriting (ανάληψη κινδύνου), ιδίως για περιοχές που πλέον θεωρούνται εκτεθειμένες σε πλημμυρικό κίνδυνο.

Ο παράγοντας της υποασφάλισης

Πέρα από το μέγεθος της ίδιας της ζημιάς, υπάρχει κι ένας βαθύτερος διαρθρωτικός λόγος που η ελληνική αγορά περιουσίας δυσκολεύεται να απορροφήσει τέτοιες καταστροφές, χωρίς να μετακυλήσει το κόστος στις τιμές, και αυτό είναι η χαμηλή διείσδυση της ασφάλισης κατοικίας. Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία της ΕΑΕΕ, μόλις περίπου 1 εκατομμύριο από τα 6,5 εκατομμύρια σπίτια της χώρας ήταν ασφαλισμένα το 2023, δηλαδή ποσοστό γύρω στο 15% του συνόλου. Ωστόσο, στις επιχειρήσεις το ποσοστό κινήθηκε κάπως καλύτερα και ανήλθε στο 40% (περίπου 200.000 από τις 500.000 επιχειρήσεις με τουλάχιστον έναν εργαζόμενο).

Παράλληλα, πιο πρόσφατη έρευνα της ΕΑΕΕ, με στοιχεία μέχρι τις 31 Μαρτίου 2025, δείχνει ότι το ποσοστό κάλυψης έχει βελτιωθεί ελαφρώς στο 18,2%, με 1.199.334 ενεργά ασφαλιστήρια κατοικίας, χωρίς όμως να αλλάζει ουσιαστικά την εικόνα, αφού πάνω από 8 στις 10 ελληνικές κατοικίες εξακολουθούν να παραμένουν ανασφάλιστες. Μάλιστα, ακόμη και ανάμεσα σε όσες κατοικίες είναι ασφαλισμένες, μόνο το 55,8% διέθετε κάλυψη ειδικά για καιρικά φαινόμενα και σεισμό.

Αυτό σημαίνει ότι όταν συμβαίνει μια καταστροφή σαν τον Daniel, η «δεξαμενή» ασφαλίστρων που έχει συγκεντρωθεί για να απορροφήσει το ρίσκο είναι πολύ μικρότερη σε σχέση με τον πραγματικό όγκο των περιουσιακών στοιχείων που εκτίθενται σε κίνδυνο.

Η εικόνα αυτή γίνεται ακόμη πιο ευδιάκριτη αν συγκριθεί με άλλες ευρωπαϊκές αγορές. Συγκεκριμένα, σε αρκετά κράτη-μέλη της ΕΕ η ασφάλιση κατοικίας είναι είτε υποχρεωτική είτε συνδεδεμένη με ισχυρά κίνητρα. Για παράδειγμα, στη Γαλλία, ενοικιαστές και συνιδιοκτήτες οφείλουν να διαθέτουν ασφάλεια πυρός με κάλυψη φυσικών καταστροφών, στην Ελβετία η ασφάλιση κατοικίας είναι υποχρεωτική εκ του νόμου, στην Ισπανία η κάλυψη φυσικών καταστροφών είναι ενσωματωμένη σε κάθε ασφαλιστήριο πυρός, ενώ η Ρουμανία και η Τουρκία επιβάλλουν υποχρεωτική ασφάλιση έναντι σεισμού. Στην Ελλάδα, αντίθετα, δεν υπάρχει καμία νομική υποχρέωση και η ασφάλιση κατοικίας δεν είναι ακόμη υποχρεωτική.
Έτσι, δημιουργείται μια αγορά που σε κάθε μεγάλη καταστροφική εκδήλωση διαθέτει μικρότερο «μαξιλάρι» ασφαλίστρων απ’ όσο θα είχε αν η κάλυψη ήταν ευρύτερη.

Η βελτιωμένη εικόνα της επόμενης χρονιάς

Με βάση τα βελτιωμένα στοιχεία που δημοσίευσε η ΕΑΕΕ το επόμενο έτος (31 Δεκεμβρίου 2024), το τεράστιο πλήγμα από τις πλημμύρες φαίνεται να λειτούργησε ως σημείο αφύπνισης. Ειδικότερα, το συνολικό πλήθος των ασφαλισμένων κατοικιών στη χώρα ανήλθε σε 1.246.656 συμβόλαια, καταγράφοντας αύξηση κατά 7,5% σε σχέση με το 2023. Ακόμη πιο εντυπωσιακή ήταν η άνοδος στην ειδική κάλυψη φυσικών καταστροφών, όπου 662.452 ασφαλισμένα ακίνητα διέθεταν πλέον κάλυψη τόσο για καιρικά φαινόμενα όσο και για σεισμό, σημειώνοντας αύξηση κατά 26,9%.

Παράλληλα, και το κράτος προχώρησε σε νομοθετική παρέμβαση, καθιερώνοντας υποχρεωτική ασφάλιση έναντι φυσικών καταστροφών (δασική πυρκαγιά, πλημμύρα, σεισμός) από τη 1ην Ιουνίου 2025 για τις επιχειρήσεις με ετήσια ακαθάριστα έσοδα άνω των 500.000 ευρώ, με τον Νόμο 5116/2024. Ουσιαστικά, οι επιχειρήσεις αυτές οφείλουν να ασφαλίζουν τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό τους για τους κινδύνους της δασικής πυρκαγιάς, της πλημμύρας και του σεισμού, σε ποσοστό τουλάχιστον 70% της αξίας του ενεργητικού που υπάγεται στην υποχρέωση. Από το καθεστώς εξαιρούνται το Δημόσιο και οι φορείς του, οι αυθαίρετες κατασκευές που αποκλείονται από την κρατική αρωγή, τα πλοία, τα τρένα, τα αεροσκάφη και άλλα μεταφορικά μέσα, οι εναέριες, υπόγειες και υποθαλάσσιες υποδομές, τα ορυχεία, οι αγροτικές καλλιέργειες, η φυτική παραγωγή, οι ιχθυοκαλλιέργειες, το ζωικό κεφάλαιο και οι νεοσύστατες επιχειρήσεις χωρίς δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις.

Επιχείρηση που δεν μπορεί να ασφαλιστεί μπορεί να εξαιρεθεί για δύο χρόνια, εφόσον προσκομίσει δύο αρνητικές απαντήσεις από διαφορετικές ασφαλιστικές εταιρείες. Εάν μετά τη διετία λάβει εκ νέου δύο αρνητικές απαντήσεις, η εξαίρεση μπορεί να γίνει μόνιμη. Για τη μη συμμόρφωση προβλέπεται πρόστιμο 10.000 ευρώ. Η επιχείρηση έχει 30 ημέρες από την κοινοποίηση του προστίμου για να ασφαλιστεί, διαφορετικά το ποσό διπλασιάζεται.

Ωστόσο, παρά τη βελτίωση που καταγράφεται, η απόσταση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει μεγάλη και αυτό είναι το βασικό στοιχείο που οι ασφαλιστές και οι διεθνείς δείκτες, όπως ο GIMI της Marsh, συνεχίζουν να καταγράφουν για την ελληνική αγορά περιουσίας και τη φετινή χρονιά.

Το μειονέκτημα της τοπικής ασφάλισης

Ο Παγκόσμιος Δείκτης ασφάλισης της Marsh για το 2026 υπογραμμίζει μια σημαντική διαφορά, που εξηγεί γιατί η απόκλιση δεν είναι καθολική και περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην τοπική τοποθέτηση κινδύνων. Επιχειρήσεις που ασφαλίζονται μέσω διεθνών προγραμμάτων, όπου ο κίνδυνος κατανέμεται σε πολύ μεγαλύτερη παγκόσμια βάση κεφαλαίου, συνεχίζουν να επωφελούνται από τον έντονο διεθνή ανταγωνισμό και τη διαθέσιμη χωρητικότητα. Το «πρόβλημα» εντοπίζεται ειδικά εκεί όπου η ζημιά χτύπησε άμεσα, δηλαδή στις καθαρά ελληνικές ασφαλίσεις περιουσίας, τοπικά τοποθετημένες σε εγχώριους ασφαλιστές.

Η ασφάλιση περιουσίας μπροστά στις προκλήσεις του σήμερα

Όλα αυτά τα καμπανάκια έρχονται σε μια περίοδο που ο Daniel δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός. Για ακόμη μία χρονιά η Ελλάδα πλήττεται από εκτεταμένες πυρκαγιές, οι οποίες διαδέχονται η μία την άλλη. Είναι χαρακτηριστικό ότι, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία του Meteo.gr, από το 2017 έως και τις 3 Αυγούστου 2026 δεκαπέντε μεγάλες πυρκαγιές έχουν κάψει περισσότερα από 800.000 στρέμματα στην Αττική, εκ των οποίων περίπου 512.000 στρέμματα αφορούν αμιγώς δασικές εκτάσεις, δηλαδή το 42% του δασικού πλούτου της περιοχής, ενώ συνολικά έχει καεί σχεδόν το 32% της συνολικής έκτασης της Αττικής.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον αυξημένου κλιματικού κινδύνου, η ασφάλιση περιουσίας εξελίσσεται από μια προαιρετική επιλογή σε αναγκαίο μηχανισμό οικονομικής προστασίας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, καθιστώντας την ασφαλιστική κάλυψη βασικό πυλώνα οικονομικής ανθεκτικότητας.