Διπλό θετικό μήνυμα για την ελληνική οικονομία έστειλαν το βράδυ της Παρασκευής οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης, με τη Scope Ratings να αναβαθμίζει την πιστοληπτική ικανότητα της χώρας σε BBB+ και τη Moody’s να διατηρεί την αξιολόγηση στο Baa3, αλλά να ανεβάζει τις προοπτικές από σταθερές σε θετικές.
Κοινός παρονομαστής στις δύο αξιολογήσεις είναι η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, η διατήρηση ισχυρών πρωτογενών πλεονασμάτων, η βελτίωση της φορολογικής διοίκησης και η μεγαλύτερη ανθεκτικότητα που εμφανίζει η ελληνική οικονομία απέναντι στις διεθνείς αναταράξεις. Ταυτόχρονα, τόσο η Scope όσο και η Moody’s επισημαίνουν ότι παραμένουν σημαντικές αδυναμίες, με κυριότερες το υψηλό απόθεμα χρέους, τις εξωτερικές ανισορροπίες και το σχετικά χαμηλό μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό δυναμικό.
Η μεγαλύτερη κίνηση ήρθε από τη Scope, η οποία ανέβασε την Ελλάδα σε BBB+ από BBB, τοποθετώντας την στο υψηλότερο σκαλοπάτι της κατηγορίας BBB και μόλις μία βαθμίδα πριν από την κατηγορία Α. Η Moody’s, από την πλευρά της, δεν άλλαξε τη βαθμολογία Baa3, ωστόσο η μεταβολή του outlook σε θετικό αποτελεί ένδειξη ότι μια νέα αναβάθμιση μπορεί να ακολουθήσει εφόσον συνεχιστεί η βελτίωση των δημοσιονομικών και διαρθρωτικών μεγεθών.
Scope: Στο BBB+ η Ελλάδα
Η Scope Ratings προχώρησε σε αναβάθμιση της Ελλάδας σε BBB+ από BBB, με σταθερές προοπτικές, αναγνωρίζοντας κυρίως τη σημαντική πρόοδο που έχει καταγραφεί στη δημοσιονομική θέση της χώρας και στην αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους.
Η νέα βαθμίδα τοποθετεί την Ελλάδα μόλις ένα σκαλοπάτι πριν από την κατηγορία Α και αποτυπώνει, σύμφωνα με τον οίκο, τη βελτίωση τόσο της δημοσιονομικής βιωσιμότητας όσο και της ανθεκτικότητας της οικονομίας.
Στον πυρήνα της απόφασης βρίσκεται η ταχεία πτώση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ. Η Scope εκτιμά ότι το ελληνικό χρέος θα υποχωρήσει περίπου στο 136% του ΑΕΠ το 2026, από 146,1% το 2025, ενώ στο βασικό της σενάριο προβλέπει περαιτέρω αποκλιμάκωση κοντά στο 110% έως το 2031.
Πρόκειται για μια από τις ταχύτερες πορείες μείωσης χρέους μεταξύ των χωρών της Ευρωζώνης, η οποία στηρίζεται στα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα, στις πρόωρες αποπληρωμές υφιστάμενου χρέους, στην αύξηση των κρατικών εσόδων και στην ευνοϊκή σχέση μεταξύ ονομαστικής ανάπτυξης και κόστους δανεισμού.
Πλεόνασμα 3% το 2026
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει η Scope στις δημοσιονομικές επιδόσεις. Η Ελλάδα έκλεισε το 2025 με πλεόνασμα γενικής κυβέρνησης 1,7% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,9%, ενώ η θετική εικόνα διατηρείται και το 2026 παρά το δυσκολότερο διεθνές περιβάλλον.
Για φέτος ο οίκος αναμένει συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα περίπου 3% του ΑΕΠ και πρωτογενές πλεόνασμα 4,1%.
Το πρωτογενές αποτέλεσμα προβλέπεται να υποχωρήσει στο 3,7% το 2027, καθώς θα αυξηθούν ορισμένες δαπάνες και θα επιβαρύνουν τον προϋπολογισμό προσωρινά μέτρα στήριξης για την ενέργεια. Ακόμη και έτσι, όμως, η Scope εκτιμά ότι η Ελλάδα θα εξακολουθήσει να εμφανίζει από τις ισχυρότερες δημοσιονομικές επιδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Για την περίοδο 2028-2031 προβλέπει πρωτογενή πλεονάσματα κατά μέσο όρο κοντά στο 3% του ΑΕΠ, επίπεδο που θεωρεί επαρκές για να συνεχιστεί η πτωτική πορεία του χρέους.
Η «ασπίδα» των 31 δισ. ευρώ
Σημαντικό πλεονέκτημα αποτελεί και η ιδιαίτερη δομή του ελληνικού δημόσιου χρέους.
Περίπου το 70% βρίσκεται στα χέρια πιστωτών του επίσημου τομέα και συνοδεύεται από ευνοϊκούς όρους, ενώ η σταθμισμένη μέση διάρκεια του χρέους βρισκόταν στα 18,3 έτη τον Ιούνιο του 2026.
Την ίδια ώρα, η Ελλάδα διαθέτει ταμειακά διαθέσιμα περίπου 31 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν σε περίπου 13% του ΑΕΠ και λειτουργούν ως σημαντικό «μαξιλάρι» απέναντι σε ενδεχόμενες αναταράξεις στις διεθνείς αγορές.
Η Scope εκτιμά ότι οι ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες θα παραμείνουν μεσοπρόθεσμα αισθητά χαμηλότερα από το 10% του ΑΕΠ, ενώ οι δαπάνες για τόκους προβλέπεται να αντιστοιχούν κατά μέσο όρο στο 6,8% των κρατικών εσόδων την περίοδο 2026-2031.
Η φορολογική διοίκηση αλλάζει την εικόνα
Ένας ακόμη λόγος για τον οποίο ο οίκος εμφανίζεται περισσότερο θετικός αφορά τη σημαντική βελτίωση στην είσπραξη των φορολογικών εσόδων.
Η ψηφιοποίηση, οι αλλαγές στη φορολογική διοίκηση και η ενίσχυση της συμμόρφωσης έχουν αυξήσει τον λόγο φορολογικών εσόδων προς ΑΕΠ από 20,5% το 2009 σε περίπου 28% το 2025.
Ανάλογη είναι η εικόνα στον ΦΠΑ, με τα σχετικά έσοδα να έχουν αυξηθεί από 7,1% σε περίπου 9,5% του ΑΕΠ.
Για τη Scope, οι αλλαγές αυτές έχουν αποκτήσει πλέον διαρθρωτικό χαρακτήρα και ενισχύουν την ικανότητα του Δημοσίου να διατηρεί υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα χωρίς να στηρίζεται αποκλειστικά στη συγκυρία.
Ανάπτυξη πάνω από την Ευρώπη
Η δεύτερη βασική αιτία της αναβάθμισης είναι η μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Η πραγματική ανάπτυξη διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στο 2,1% την τριετία 2023-2025, έναντι περίπου 1% στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για το 2026 η Scope περιμένει ανάπτυξη 1,9% και για το 2027 1,7%.
Η οικονομική δραστηριότητα στηρίζεται στην εγχώρια ζήτηση, στον τουρισμό, στις επενδύσεις και στην αξιοποίηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων, ενώ ο οίκος σημειώνει ότι υπάρχουν πλέον περισσότερες ενδείξεις πως η ελληνική οικονομία είναι ανθεκτικότερη σε σχέση με την προ πανδημίας περίοδο.
Κρίσιμος παράγοντας είναι η επενδυτική ανάκαμψη. Μέχρι τον Ιούνιο του 2026 η Ελλάδα είχε εισπράξει 24,6 δισ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης, σχεδόν το 70% των συνολικά διαθέσιμων πόρων.
Τα κεφάλαια κατευθύνονται μεταξύ άλλων στον εκσυγχρονισμό των υποδομών, στην ψηφιοποίηση και στην πράσινη μετάβαση. Το μεγάλο στοίχημα, σύμφωνα με τη Scope, είναι οι επενδύσεις αυτές να οδηγήσουν σε μόνιμη αύξηση της παραγωγικότητας και σε δραστηριότητες υψηλότερης προστιθέμενης αξίας.
Τι κρατά ακόμη την Ελλάδα πίσω
Παρά τη νέα αναβάθμιση, ο γερμανικός οίκος καταγράφει τρεις βασικές αδυναμίες.
Πρώτη είναι το ίδιο το επίπεδο του δημόσιου χρέους. Ακόμη και μετά την προβλεπόμενη μεγάλη αποκλιμάκωση, θα παραμένει υψηλό σε σύγκριση με οικονομίες αντίστοιχης ή υψηλότερης πιστοληπτικής βαθμίδας.
Δεύτερη είναι το σχετικά περιορισμένο μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό δυναμικό, το οποίο η Scope εκτιμά περίπου στο 1,3%. Η γήρανση του πληθυσμού, η παραγωγικότητα, οι περιορισμοί στην αγορά εργασίας και η περιορισμένη διαφοροποίηση της οικονομίας εξακολουθούν να αποτελούν τροχοπέδη.
Τρίτη μεγάλη αδυναμία είναι η εξωτερική θέση της χώρας. Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών προβλέπεται να παραμείνει κοντά στο 5%-6% του ΑΕΠ μεσοπρόθεσμα, ενώ η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση βρισκόταν στο -142% του ΑΕΠ το 2025.
Moody’s: Θετικό outlook, αμετάβλητο το Baa3
Λίγο μετά τη Scope ήρθε και δεύτερο θετικό μήνυμα, αυτή τη φορά από τη Moody’s.
Ο αμερικανικός οίκος διατήρησε την πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας στο Baa3, δηλαδή στο πρώτο σκαλοπάτι της επενδυτικής βαθμίδας, αλλά αναβάθμισε το outlook σε «θετικό» από «σταθερό».
Η κίνηση έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς η Moody’s έχει παραδοσιακά κινηθεί πιο συγκρατημένα από αρκετούς από τους υπόλοιπους μεγάλους οίκους ως προς την ελληνική οικονομία. Η αλλαγή των προοπτικών σημαίνει ότι η ισορροπία των κινδύνων μετατοπίζεται πλέον προς μια πιθανή νέα αναβάθμιση, εφόσον συνεχιστεί η πρόοδος σε δημοσιονομικό και αναπτυξιακό επίπεδο.
Η Moody’s είχε επαναφέρει την Ελλάδα στην επενδυτική βαθμίδα, Baa3, και τώρα το θετικό outlook δημιουργεί τις προϋποθέσεις για μια μελλοντική κίνηση προς το Baa2.
Τα τρία «κλειδιά» που βλέπει η Moody’s
Και στην αξιολόγηση της Moody’s, η δημοσιονομική εικόνα βρίσκεται στο επίκεντρο.
Ο οίκος αναγνωρίζει τη συνεχιζόμενη μείωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, τη διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων και την πρόοδο που έχει σημειωθεί στην αποτελεσματικότητα της φορολογικής διοίκησης.
Παράλληλα, δίνει ιδιαίτερη σημασία στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και στην επενδυτική δραστηριότητα, εκτιμώντας ότι μπορούν σταδιακά να ενισχύσουν το αναπτυξιακό δυναμικό της οικονομίας.
Το τρίτο θετικό στοιχείο είναι η μεγαλύτερη ανθεκτικότητα της Ελλάδας απέναντι σε εξωτερικές αναταράξεις. Παρά το πιο δύσκολο διεθνές περιβάλλον, τις γεωπολιτικές εντάσεις και τις υψηλότερες ενεργειακές τιμές, τα βασικά δημοσιονομικά και οικονομικά μεγέθη εξακολουθούν να εμφανίζουν αντοχές.
Θετικά αξιολογείται επίσης η εικόνα του τραπεζικού συστήματος, το οποίο έχει αφήσει πίσω μεγάλο μέρος των προβλημάτων που χαρακτήριζαν την προηγούμενη δεκαετία.
Οι προϋποθέσεις για το επόμενο βήμα
Το θετικό outlook δεν προεξοφλεί αυτόματα αναβάθμιση. Δείχνει, όμως, προς ποια κατεύθυνση μπορεί να κινηθεί η Moody’s εφόσον επαληθευτούν συγκεκριμένες προϋποθέσεις.
Η περαιτέρω μείωση του δημόσιου χρέους, η διατήρηση ισχυρών δημοσιονομικών αποτελεσμάτων και κυρίως η απόδειξη ότι οι μεταρρυθμίσεις και οι επενδύσεις μπορούν να αυξήσουν σε μόνιμη βάση την παραγωγικότητα και τον δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης αποτελούν βασικές παραμέτρους για μια μελλοντική αναβάθμιση.
Παράλληλα, η Moody’s εξακολουθεί να βλέπει σημαντικές προκλήσεις. Το δημόσιο χρέος παραμένει υψηλό, οι εξωτερικές ανισορροπίες είναι σημαντικές και η παραγωγικότητα εξακολουθεί να αυξάνεται με περιορισμένο ρυθμό.
Μετά τις αποφάσεις Scope και Moody’s, ο κύκλος των φετινών αξιολογήσεων στρέφεται πλέον στα δύο επόμενα μεγάλα ορόσημα: τη Standard & Poor’s στις 23 Οκτωβρίου και τη Fitch στις 6 Νοεμβρίου.
