Σε κίνδυνο ο “παράδεισος” που έχτισαν τα κράτη του Κόλπου

Οι χώρες του GCC επανεξετάζουν τις γεωπολιτικές προτεραιότητες αφού ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ κλόνισε το κλίμα ασφάλειας και ευημερίας

Tο λιμάνι Jebel Ali, μετά από πλήγμα που δέχθηκε από συντρίμμια αναχαιτισμένου ιρανικού πυραύλου, στο Ντουμπάι, τον Μάρτιο του 2026. © ΕΡΑ / STRINGER

Ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν αποτελεί μια από τις σπάνιες περιπτώσεις που τα αραβικά κράτη του Περσικού Κόλπου υιοθετούν μια ενιαία στάση. Έχει καλλιεργηθεί μια κοινή αγανάκτηση κατά του Ιράν και των ΗΠΑ αλλά οι ηγεσίες τους επιμένουν στη διπλωματική οδό για τον τερματισμό του πολέμου, διατηρώντας επιμελώς χαμηλούς τόνους. Ωστόσο, η στοχοποίηση των αραβικών κρατών γίνεται λόγω συνεργασίας με αμερικανικές εταιρείες, της ύπαρξης αμερικανικών βάσεων και της πρόθεσης του καθεστώτος της Τεχεράνης να μετατρέψει τον πόλεμο σε περιφερειακή σύγκρουση. Από τον ρόλο των «παράπλευρων θυμάτων», τα αραβικά κράτη αναπόφευκτα επανεξετάζουν τις γεωπολιτικές τους προτεραιότητες καθώς, επίσης, οι ΗΠΑ αγνόησαν τις προειδοποιήσεις τους για την αποφυγή του πολέμου.

Όπως επισημαίνει ο Καλίντ Αλ-Τζαμπέρ, διευθύνων σύμβουλος του Middle East Council on Global Affairs με έδρα την Ντόχα, η πρωτοφανής κλιμάκωση του πολέμου ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν «αποκάλυψε τα όρια της παραδοσιακής ουδετερότητας των κρατών του Κόλπου». Θα πρέπει πια να υπάρξει μια νέα «ισορροπία με έναν εταίρο και όχι έναν προστάτη στον τομέα της ασφάλειας» και «μια συμμαχία που… θα εξαρτάται από αμοιβαία οφέλη» για την ασφάλεια της περιοχής, με “σαφείς κόκκινες γραμμές στη χρήση βάσεων και εγκαταστάσεων” και “διαφάνεια στον στρατηγικό σχεδιασμό”. Καθώς οι ΗΠΑ όχι μόνον δεν μπορούν να παράσχουν απόλυτη ασφάλεια στην περιοχή του Περσικού Κόλπου αλλά άνοιξαν το Κουτί της Πανδώρας, δημιουργώντας τις συνθήκες για να κλείσουν οι Ιρανοί τα Στενά του Ορμούζ, τα κράτη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) θα επιδιώξουν «μια πολυδιάστατη στρατηγική ασφαλείας», αναφέρουν αναλυτές στους Sunday Times. «Μπορεί να ενισχύσουν τις δικές τους στρατιωτικές δυνατότητες, να εμβαθύνουν τις σχέσεις με περιφερειακούς εταίρους και να συνεχίσουν να ισορροπούν μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας» αναφέρει η βρετανική εφημερίδα.

Σαουδική Αραβία: Διατήρηση δεσμών με ΗΠΑ αλλά σε διαφορετικό πλαίσιο

Στην περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας, το de facto ισχυρότερο κράτος του GCC, η διαφοροποίηση αυτή έχει κάποια όρια. Μπορεί το Ριάντ να επεκτείνει τους δεσμούς με το Πεκίνο, αλλά δεν θα είναι εύκολο να αντικατασταθεί στρατιωτικός εξοπλισμός των ΗΠΑ με κινεζικό, όπως αναφέρεται σε ανάλυση του Carnegie Endowment Center. «Οπότε, παρά την οργή του Ριάντ με την Ουάσιγκτον, είναι πιθανότερο να διεκδικήσει μεγαλύτερες εγγυήσεις ασφάλειας από τις ΗΠΑ ως αντάλλαγμα για τη διατήρηση αμερικανικών βάσεων στα εδάφη της».

Σε χώρες όπως το Ομάν και το Κατάρ, ο πόλεμος αυτός αναμένεται να περιορίσει την τάση για εξωστρέφεια. Το Ομάν, το οποίο ακολουθούσε παραδοσιακά τον δρόμο της «ήπιας διπλωματίας», έχει χαράξει εδώ και μια δεκαετία τη στρατηγική «Vision 2040», με στόχο τη μείωση της εξάρτησης στους υδρογονάνθρακες σε επίπεδα χαμηλότερα του 10% του ΑΕΠ αλλά και την προώθηση μεταρρυθμίσεων στην εσωτερική διοίκηση. «Αντιμέτωπες με εξωτερικές απειλές και οικονομική αβεβαιότητα, οι αρχές του Ομάν θέτουν όλο και πιο πολύ σε προτεραιότητα τη σταθερότητα παρά τους πειραματισμούς», διαπιστώνεται από το Carnegie Endowment Center. Σε ανάλογο μήκος κύματος, η ηγεσία του Κατάρ αναθεωρεί την πορεία των μεταρρυθμίσεων του, δίνοντας βάρος σε οικονομικές και τεχνολογικές πρωτοβουλίες αλλά περιορίζοντας τον «πολιτικό χώρο».

Τα αντίποινα του Ιράν στον πόλεμο που του κήρυξαν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ έθεσαν τα κράτη του GCC στο μάτι του κυκλώνα. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) απορρόφησαν τον μεγαλύτερο όγκο των επιθέσεων, έχοντας αναχαιτίσει πάνω από 2.000 μη επανδρωμένα αεροσκάφη, 438 βαλλιστικούς πυραύλους και 19 πυραύλους κρουζ από τα τέλη Φεβρουαρίου μέχρι τις αρχές Απριλίου. Ορισμένες πηγές κάνουν λόγο για την εκτόξευση πάνω από 6.000 πυραύλων στα αραβικά κράτη του Περσικού Κόλπου, στοχεύοντας υποδομές, διυλιστήρια, αεροδρόμια και εμπορικά λιμάνια, όπως το Jebel Ali στο Ντουμπάι. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Ενέργειας (ΙΕΑ) υπολογίζει ότι περίπου 80 ενεργειακές εγκαταστάσεις έχουν υποστεί ζημιές στην περιοχή. Μαζί με το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, απ’ όπου διέρχεται το 20% της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι επιπτώσεις συσσωρεύονται ενώ έχουν υπάρξει απώλειες και σε άμαχο πληθυσμό.

Η ώθηση για εξέλιξη και διαφοροποίηση από τα ορυκτά καύσιμα από τη δεκαετία του ’70 

Ακολουθώντας μια πολιτική ουδετερότητας σε μια από τις εύφλεκτες και ασταθείς περιοχές του κόσμου όλες τις προηγούμενες δεκαετίες, τα κράτη-μέλη του Συμβουλίου Συνεργασίας του Κόλπου (GCC) επένδυσαν σε σύγχρονες τεχνολογίες για την εκμετάλλευση του ορυκτού πλούτου τους αλλά και τη διαφοροποίηση των οικονομιών τους. Ανέπτυξαν τον τουρισμό, τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και νέες τεχνολογίας με την πρόσφατη κατασκευή κέντρων επεξεργασίας δεδομένων. Προσέλκυσαν πολίτες από τη Δύση για να εργαστούν μόνιμα και δημιούργησαν πλούσια χαρτοφυλάκια επενδύσεων στη Δύση. Μαζί με την ευρύτερη οικονομική πρόοδο υπήρξαν κοινωνικές αλλαγές, αν και όχι ριζοσπαστικές για τα δυτικά δεδομένα, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την είσοδο των γυναικών στην αγορά εργασίας της Σαουδικής Αραβίας.

Στο Κατάρ αναπτύχθηκε η «Πόλη της Εκπαίδευσης» από τη δεκαετία του ΄90. Εκεί φιλοξενούνται παραρτήματα ορισμένων από τα πιο καταξιωμένα πανεπιστήμια του κόσμου, ενώ δυο από τα εμβληματικά κτίρια είναι η Εθνική Βιβλιοθήκη του Κατάρ και το Μουσείο Mathaf που επικεντρώνεται στη σύγχρονη τέχνη. Το ποσοστό κατοίκων του εξωτερικού στο Κατάρ και ΗΑΕ αυξήθηκε στο 85% με 90% του πληθυσμού τα προηγούμενα χρόνια. Σήμερα, ωστόσο, το Κατάρ είναι μια από τις μεγαλύτερες «παράπλευρες απώλειες» του πολέμου, με την παραγωγική ικανότητα LNG να εκτιμάται ότι θα πληγεί κατά 17% μέσα στην επόμενη τριετία με πενταετία επειδή το Ιράν χτύπησε μονάδες υγροποίησης φυσικού αερίου ως αντίποινα στο Ισραήλ.

Από τη δεκαετία του ΄70, υπό της σκιά του διπλού πετρελαϊκού σοκ, ξεκίνησαν τα αραβικά κράτη του Περσικού Κόλπου να διαφοροποιούν τις οικονομίες τους. Η Σαουδική Αραβία ίδρυσε την SABIC για να αναπτύξει τη βιομηχανία χημικών και πλαστικών, αξιοποιώντας το φυσικό αέριο ως πρώτη ύλη. Ο εμίρης του Ντουμπάι, Σεΐχης Ρασίντ μπιν Σαΐντ Αλ Μακτούμ, ξεκίνησε την κατασκευή του λιμανιού Jebel Ali, το οποίο ήταν το πρώτο βήμα για να μετατραπούν τα ΗΑΕ σε κεντρικό ναυτιλιακό κόμβο, λειτουργώντας σήμερα ως ναυαρχίδα της DP World. Το 1999 ολοκληρώθηκε η κατασκευή του Burj Al Arab και των Palm Islands, σηματοδοτώντας την απόφαση του Εμιράτου να εξελιχθεί σε παγκόσμιο τουριστικό προορισμό. Μετά ήρθε η εποχή των οραμάτων, με το Saudi Vision 2030 της Σαουδικής Αραβίας να αποτελεί ένα από τα πιο φιλόδοξα σχέδια στην περιοχή.