Το Ίδρυμα Γκέιτς σχεδιάζει να περικόψει έως και 500 θέσεις εργασίας τα επόμενα χρόνια, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο 20% του προσωπικού του, ενώ παράλληλα έχει δρομολογήσει εξωτερική έρευνα για τους δεσμούς του με τον Τζέφρι Έπσταϊν.
Το Ίδρυμα κοινοποίησε λεπτομέρειες σχετικά με τις κινήσεις αυτές την Τρίτη σε ένα email προς το προσωπικό, το οποίο εξέτασε η εφημερίδα The Wall Street Journal. Το Ίδρυμα και ο συνιδρυτής του, Μπιλ Γκέιτς, έχουν ταραχθεί από τις αποκαλύψεις σχετικά με τη σχέση του δισεκατομμυριούχου της Microsoft με τον Έπσταϊν.
Νωρίτερα φέτος, ο Γκέιτς ζήτησε συγγνώμη σε μια ανοιχτή συγκέντρωση για τις εξωσυζυγικές σχέσεις του με δύο γυναίκες και δήλωσε ότι μετανιώνει για τη σχέση του με τον Έπσταϊν και ότι δεν συμμετείχε στα εγκλήματα του σεξουαλικού παραβάτη. Έχει κληθεί να καταθέσει ενώπιον του Κογκρέσου τον Ιούνιο σχετικά με τους δεσμούς του με τον Έπσταϊν.
«Αυτή είναι μια δύσκολη περίοδος για τον οργανισμό μας από πολλές απόψεις, αλλά υπογραμμίζει επίσης τη ζωτική σημασία της λήψης σκληρών μέτρων τώρα», έγραψε ο διευθύνων σύμβουλος του Ιδρύματος Γκέιτς, Μαρκ Σούζμαν, στο σημείωμα.
Το Ίδρυμα είχε προηγουμένως κοινοποιήσει ορισμένες πληροφορίες σχετικά με περικοπές θέσεων εργασίας τον Ιανουάριο, που συνδέονταν με τον προϋπολογισμό του για το 2026, ύψους περίπου 9 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με σχέδια να περιοριστούν τα λειτουργικά έξοδα στα 1,25 δισεκατομμύρια δολάρια. Αυτό θα απαιτούσε τη μείωση του προσωπικού της κατά έως και 500 θέσεις έως το 2030.
Σύμφωνα με το σημείωμα, στην πρώτη φάση της αναδιάρθρωσης, ο οργανισμός σχεδιάζει να μειώσει το τρέχον προσωπικό των 2.375 ατόμων κατά 200 έως το τέλος του 2027. Ο οργανισμός επιδιώκει επίσης να μειώσει τις δαπάνες για ταξίδια και άλλα έξοδα.
Ένας εκπρόσωπος του ιδρύματος επιβεβαίωσε τις λεπτομέρειες της αναδιάρθρωσης που αναφέρονται στο σημείωμα.
Σε εξέλιξη η αξιολόγηση για τη σχέση του Ιδρύματος με τον Έπσταϊν
Παράλληλα με την αναδιάρθρωση, ο Μαρκ Σούζμαν ανέφερε ότι ήδη από τον Φεβρουάριο είχε αναθέσει τη διενέργεια εξωτερικής αξιολόγησης για τη σχέση του ιδρύματος με τον Τζέφρι Έπσταϊν, καθώς και για τις διαδικασίες ελέγχου και ανάπτυξης νέων φιλανθρωπικών συνεργασιών. Σύμφωνα με το σχετικό σημείωμα, η αξιολόγηση βρίσκεται σε εξέλιξη και το ίδρυμα αναμένει ενημέρωση εντός του καλοκαιριού.
Σε μεταγενέστερη ανακοίνωσή του, το Ίδρυμα Γκέιτς διευκρίνισε ότι η διαδικασία ξεκίνησε τελικά τον Μάρτιο, με τη στήριξη του Μπιλ Γκέιτς, υπό την ιδιότητά του ως προέδρου, αλλά και ανεξάρτητων μελών του διοικητικού συμβουλίου.
Ο Σούζμαν ενημέρωσε επίσης το προσωπικό ότι σε πρόσφατη συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου στο Λονδίνο εξετάστηκε ο αντίκτυπος των φακέλων του αμερικανικού υπουργείου Δικαιοσύνης για τον Έπσταϊν και ο τρόπος με τον οποίο οι αποκαλύψεις αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν τόσο το έργο όσο και τη φήμη του ιδρύματος.
Το ίδρυμα, το οποίο διαχειρίζεται κεφάλαια ύψους 86 δισ. δολαρίων, επικεντρώνεται σε δράσεις παγκόσμιας υγείας και ανάπτυξης, κυρίως στην Αφρική, με έμφαση σε ζητήματα όπως η παιδική θνησιμότητα και οι μολυσματικές ασθένειες. Η λειτουργία του προβλέπεται να ολοκληρωθεί το 2045. Τα τελευταία χρόνια, δύο από τους σημαντικότερους υποστηρικτές του, η Μελίντα Φρεντς Γκέιτς και ο Γουόρεν Μπάφετ, έχουν αποχωρήσει από το διοικητικό συμβούλιο, μετά και το διαζύγιο των Γκέιτς.
Ο Μπάφετ, μιλώντας πρόσφατα στο CNBC, ανέφερε ότι υπήρχαν πολλά που δεν γνώριζε σχετικά με τον Γκέιτς και τον Έπσταϊν, προσθέτοντας ότι δεν έχει επικοινωνήσει με τον συνιδρυτή της Microsoft από τότε που ήρθαν στο φως οι σχετικές αποκαλύψεις. Ο ίδιος, που έχει δωρίσει περίπου 43 δισ. δολάρια στο ίδρυμα την περίοδο 2006-2024, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να μην προχωρήσει σε νέα χρηματοδότηση. Οι ετήσιες δωρεές του, πάντως, ανακοινώνονται συνήθως τον Ιούνιο.