Κρίση στα λιπάσματα απειλεί να εκτοξεύσει τις τιμές τροφίμων στην Ευρώπη

Η πραγματική επίδραση της κρίσης στη Μέση Ανατολή δεν έχει ακόμη φανεί στα ράφια των σούπερ μάρκετ και κυρίως στην επόμενη σοδειά

Αυξάνεται ο πληθωρισμός στα τρόφιμα © EPA/ANDY RAIN

Μια νέα, αθόρυβη αλλά εξαιρετικά βαθιά και σοβαρή διατροφική κρίση διαμορφώνεται στην Ευρώπη, καθώς η εκτόξευση των τιμών φυσικού αερίου και λιπασμάτων, σε συνδυασμό με τις γεωπολιτικές εντάσεις στον Περσικό Κόλπο, απειλεί να μεταφερθεί σταδιακά στα ράφια των σούπερ μάρκετ μέσα στους επόμενους μήνες και κυρίως στην επόμενη σοδειά, σύμφωνα με ρεπορτάζ του Politico.

Παρότι μεγάλες αλυσίδες λιανικής, όπως η Carrefour και η Aldi, αναφέρουν ότι οι τιμές τους παραμένουν σταθερές προς το παρόν, η εικόνα αυτή θεωρείται προσωρινή, καθώς η αγορά λειτουργεί με χρονική υστέρηση.

H επίδραση του πολέμου δεν έχει φανεί στα ράφια ακόμα

Όπως επισημαίνουν αναλυτές του ΟΗΕ, τα περισσότερα προϊόντα που βρίσκονται σήμερα στα ράφια έχουν παραχθεί με εισροές που αγοράστηκαν πριν την πλήρη εκδήλωση της κρίσης, κάτι που σημαίνει ότι η πραγματική επίδραση δεν έχει ακόμη φανεί.

Η αλυσίδα μετάδοσης του κόστους είναι αργή αλλά σταθερή: το φυσικό αέριο μετατρέπεται σε λιπάσματα, τα λιπάσματα επηρεάζουν την παραγωγή των καλλιεργειών και οι καλλιέργειες διαμορφώνουν τελικά τις τιμές των τροφίμων. Κάθε στάδιο απαιτεί εβδομάδες ή και μήνες, γεγονός που καθυστερεί αλλά δεν ακυρώνει τον αντίκτυπο στον καταναλωτή.

Η κατάσταση επιδεινώθηκε μετά τη διαταραχή στη ναυσιπλοΐα στα Στενά του Ορμούζ, κρίσιμη θαλάσσια δίοδο από την οποία διέρχεται σημαντικό ποσοστό της παγκόσμιας ενέργειας.

Η αναταραχή αυτή οδήγησε σε άνοδο των τιμών του φυσικού αερίου κατά περίπου 59%, ενώ ορισμένα λιπάσματα σημείωσαν αύξηση έως και 50%. Στη Γερμανία, η τιμή της ουρίας – του πιο διαδεδομένου αζωτούχου λιπάσματος – αυξήθηκε περίπου στα 550 ευρώ ανά τόνο, από περίπου 370 ευρώ πριν από την κρίση.

Εξάρτηση από εισαγόμενο φυσικό αέριο

Η Ευρώπη, αν και διαθέτει εγχώρια παραγωγή λιπασμάτων, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγόμενο φυσικό αέριο για την παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση του ενεργειακού κόστους μεταφέρεται άμεσα και στο κόστος παραγωγής τροφίμων.

Οι πρώτες επιπτώσεις αναμένεται να φανούν στα καύσιμα ήδη από το καλοκαίρι, όμως το μεγαλύτερο πλήγμα προβλέπεται για τον επόμενο κύκλο παραγωγής. Η φθινοπωρινή σπορά χρηματοδοτείται ήδη με πολύ υψηλότερο κόστος λιπασμάτων, γεγονός που αναγκάζει τους αγρότες είτε να μειώσουν τη χρήση αζώτου είτε να στραφούν σε λιγότερο απαιτητικές καλλιέργειες. Και οι δύο επιλογές οδηγούν σε χαμηλότερες αποδόσεις, με τις επιπτώσεις να αναμένονται στην παραγωγή του 2027.

Σε ορισμένες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης η πίεση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Η Ιρλανδία, για παράδειγμα, έχει περιορισμένη εγχώρια παραγωγή λιπασμάτων και εξαρτάται σχεδόν πλήρως από εισαγωγές, με αποτέλεσμα οι αγρότες να επηρεάζονται άμεσα από τις αυξήσεις τιμών.

Αντίστοιχα, στη Σουηδία εκτιμάται ότι το κόστος για τον αγροτικό τομέα έχει ήδη μειώσει τα κέρδη κατά περίπου 12%, δημιουργώντας πιέσεις για μείωση της χρήσης λιπασμάτων και συνεπώς της παραγωγής.

Σειρά μέτρων από ΕΕ

Σε επίπεδο πολιτικής, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιχειρεί να αντιμετωπίσει την κρίση με μια σειρά μέτρων που περιλαμβάνουν μείωση της εξάρτησης από εισαγωγές, ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής λιπασμάτων, προώθηση «πράσινων» εναλλακτικών και περιορισμό της χρήσης λιπασμάτων από τους αγρότες. Ωστόσο, τα μέτρα αυτά έχουν μακροπρόθεσμο ορίζοντα και δεν μπορούν να επηρεάσουν την επερχόμενη περίοδο σποράς.

Ιδιαίτερη συζήτηση προκαλεί και ο μηχανισμός προσαρμογής άνθρακα στα σύνορα, γνωστός ως CBAM, ο οποίος επιβαρύνει τις εισαγωγές λιπασμάτων από χώρες με χαμηλότερα περιβαλλοντικά πρότυπα. Ορισμένα κράτη-μέλη, όπως η Ιταλία και η Γαλλία, ζητούν την προσωρινή αναστολή του μέτρου, ενώ άλλες χώρες όπως η Πολωνία και η Γερμανία επιμένουν στη διατήρησή του. Η τελική στάση της Επιτροπής παραμένει ασαφής, με εσωτερικές διαφωνίες να καθυστερούν τις αποφάσεις.

Αγροτικός τομέας στις ΗΠΑ

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η κρίση δεν περιορίζεται στην Ευρώπη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήδη καταγράφουν πιέσεις στον αγροτικό τομέα, με μεγάλο ποσοστό αγροτών να δηλώνει ότι δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες του σε λιπάσματα, ενώ η παραγωγή σιταριού προβλέπεται να φτάσει στο χαμηλότερο επίπεδο από το 1919.

Η Βραζιλία αντιμετωπίζει πιθανές ελλείψεις σε φωσφορικά λιπάσματα, η Αιθιοπία εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από εισαγωγές μέσω ευάλωτων διαδρομών, ενώ η Κίνα έχει προχωρήσει σε περιορισμούς εξαγωγών λιπασμάτων και συναφών χημικών προϊόντων, επιδεινώνοντας την παγκόσμια ανισορροπία.

Κίνδυνος πείνας σε εκατομμύρια ανθρώπους αν συνεχιστεί ο πόλεμος

Διεθνείς οργανισμοί προειδοποιούν ότι, εάν η κατάσταση συνεχιστεί, δεκάδες εκατομμύρια άνθρωποι θα μπορούσαν να βρεθούν αντιμέτωποι με επισιτιστική ανασφάλεια. Οι αναλυτές συγκρίνουν την κρίση με προηγούμενες ενεργειακές και αγροτικές αναταραχές, επισημαίνοντας όμως ότι η σημερινή εξελίσσεται πιο αργά αλλά δυνητικά πιο βαθιά, λόγω της σταδιακής μετάδοσης του κόστους.

Το επερχόμενο σχέδιο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τα λιπάσματα αναμένεται να αποτελέσει την πρώτη επίσημη απάντηση της Ευρώπης σε αυτή την πολυεπίπεδη κρίση. Ωστόσο, όπως σημειώνεται, η νέα σοδειά θα έχει ήδη «κλειδώσει» πολύ πριν εφαρμοστούν τα όποια μέτρα, κάτι που σημαίνει ότι η πραγματική επίδραση στην τιμή των τροφίμων είναι πλέον θέμα χρόνου και όχι υπόθεσης.