Ανησυχία στην Mercedes προκαλεί νέο νομοσχέδιο που εξετάζεται στο αμερικανικό Κογκρέσο και το οποίο θα μπορούσε να απαγορεύσει την πώληση ή παραγωγή οχημάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες από εταιρείες με σημαντικές μετοχικές σχέσεις με χώρες που θεωρούνται «ξένοι αντίπαλοι», μεταξύ αυτών και η Κίνα.
Η ρύθμιση περιλαμβάνεται σε ευρύτερο πακέτο νομοθεσίας για την αυτοκινητοβιομηχανία, το οποίο πέρασε από κρίσιμη επιτροπή της Βουλής των Αντιπροσώπων την προηγούμενη εβδομάδα.
Το σχέδιο προβλέπει ότι εταιρείες των οποίων ποσοστό άνω του 15% ανήκει άμεσα ή έμμεσα σε κράτη ή οντότητες συνδεδεμένες με «εχθρικές χώρες» δεν θα μπορούν να κατασκευάζουν ή να πωλούν αυτοκίνητα στις ΗΠΑ.
Αν και το νομοσχέδιο απέχει ακόμη από το να γίνει νόμος και αναμένεται να τροποποιηθεί πριν φτάσει σε ψηφοφορία στο Κογκρέσο και τη Γερουσία, η σημερινή του μορφή δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο για τη Mercedes-Benz.
10% της Mercedes ανήκει σε Κινέζους
Σχεδόν το 10% της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας ανήκει στην κινεζική κρατική BAIC Motor, ενώ επιπλέον σχεδόν 10% κατέχει ο δισεκατομμυριούχος Λι Σου Φου, ιδρυτής και πρόεδρος της Geely. Η συνδυαστική αυτή συμμετοχή ενδέχεται να ξεπερνά το όριο του 15% που θέτει το νομοσχέδιο.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η Mercedes βρίσκεται ήδη σε επαφές με αμερικανικές κυβερνητικές αρχές αναζητώντας πιθανή λύση, ενώ η εταιρεία απέφυγε επισήμως να σχολιάσει το θέμα.
Η υπόθεση αναδεικνύει τις αυξανόμενες πιέσεις στην Ουάσιγκτον για περιορισμό της κινεζικής επιρροής στην αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία, σε μια περίοδο που οι κινεζικές εταιρείες ενισχύουν διαρκώς τη διεθνή παρουσία τους και διατηρούν ισχυρούς δεσμούς με δυτικούς ομίλους.
Η Mercedes αποτελεί εδώ και δεκαετίες μία από τις ισχυρότερες premium μάρκες στην αμερικανική αγορά, ενώ διατηρεί παραγωγική παρουσία στις ΗΠΑ από τη δεκαετία του 1990. Το εργοστάσιο της εταιρείας στην Αλαμπάμα έχει κατασκευάσει περισσότερα από 4,5 εκατομμύρια οχήματα και αποτελεί βασικό κέντρο παραγωγής SUV για τη διεθνή αγορά, με περίπου τα δύο τρίτα της παραγωγής να εξάγονται.
Πρωτοβουλία Τραμπ
Οι συζητήσεις για αυστηρότερους περιορισμούς εντάθηκαν μετά από δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ τον Ιανουάριο, όταν ο Αμερικανός πρόεδρος εμφανίστηκε θετικός στο ενδεχόμενο κινεζικών επενδύσεων στην αμερικανική αυτοκινητοβιομηχανία, υπό την προϋπόθεση δημιουργίας εργοστασίων και θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ.
Οι δηλώσεις αυτές προκάλεσαν έντονη ανησυχία στους αμερικανικούς κατασκευαστές αυτοκινήτων. Ο διευθύνων σύμβουλος της Ford, Τζιμ Φάρλεϊ, προειδοποίησε πρόσφατα ότι η ανεξέλεγκτη είσοδος κινεζικών αυτοκινήτων στην αμερικανική αγορά θα μπορούσε να αποδειχθεί «καταστροφική» για την εγχώρια βιομηχανία.
Παράλληλα, το αμερικανικό υπουργείο Εμπορίου αποφάσισε αυτή την εβδομάδα να εξαιρέσει τη Volvo Cars από τους περιορισμούς για τα συνδεδεμένα οχήματα κινεζικής προέλευσης που θα τεθούν σε εφαρμογή από το 2027. Η Volvo ανήκει κατά πλειοψηφία στη Geely, διατηρεί όμως έδρα στη Σουηδία και παραγωγικές μονάδες σε διάφορες χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ.
Τόσο Ρεπουμπλικάνοι όσο και Δημοκρατικοί πιέζουν πλέον για ακόμη αυστηρότερα μέτρα, επικαλούμενοι κινδύνους εθνικής ασφάλειας από τα κινεζικά συνδεδεμένα οχήματα και τα λογισμικά τους.
Η γερουσιαστής Ελίσα Σλότκιν υποστήριξε ότι τα κινεζικά αυτοκίνητα λειτουργούν ουσιαστικά ως «πακέτα παρακολούθησης πάνω σε ρόδες», ενώ κατηγόρησε το Πεκίνο ότι ενισχύει αθέμιτα τις αυτοκινητοβιομηχανίες του μέσω κρατικών επιδοτήσεων.
Το νομοσχέδιο θεωρείται πλέον μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής των ΗΠΑ για περιορισμό της κινεζικής τεχνολογικής και βιομηχανικής επιρροής σε κρίσιμους τομείς της αμερικανικής οικονομίας.
