Χριστοδουλίδης: Λύση δύο κρατών δεν υφίσταται ούτε ως σκέψη

Ο Νίκος Χριστοδουλίδης σημείωσε από το βήμα της Ελληνικής Βουλής πως η επανένωση της Κύπρου είναι το τάμα που ενώνει όλους μας

Ο Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης μιλάει από το βήμα στην ειδική συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής © ΑΠΕ-ΜΠΕ/ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΒΛΑΧΟΣ

Το δικό του ηχηρό μήνυμα στην Τουρκία έστειλε μιλώντας από το βήμα της Βουλής ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας Νίκος Χριστοδουλίδης, δεκαέξι χρόνια μετά την ομιλία του αείμνηστου Δημήτρη Χριστόφια.

Ο κ. Χριστοδουλίδης και υπό την παρουσία του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, μελών του υπουργικού συμβουλίου, του αρχηγού της αξιωματικής αντιπολίτευσης Νίκου Ανδρουλάκη, του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ Σωκράτη Φάμελλου, του επικεφαλής της Ελληνικής Λύσης Κυριάκου Βελόπουλου, του προέδρου της Νίκης Δημήτρη Νατσιού, της επικεφαλής της Πλεύσης Ελευθερίας Ζωής Κωνσταντοπούλου, βουλευτών και άλλων προσωπικοτήτων, διατύπωσε σε όλους τους τόνους ότι «για εμάς η λύση δύο κρατών δεν υφίσταται ούτε ως σκέψη».

Μάλιστα στάθηκε και στους ιστορικούς δεσμούς Κύπρου και Ελλάδας, αποτίοντας φόρο τιμής στους Έλληνες και Κύπριους που θυσιάστηκαν κατά την τουρκική εισβολή του 1974. «Υποκλινόμαστε στους ηρωικούς Έλληνες αξιωματικούς, οπλίτες αλλά και πολίτες, που φώναξαν βροντερό “παρών” και θυσίασαν ό,τι πολυτιμότερο είχαν, για να αποτρέψουν τους διχοτομικούς σχεδιασμούς της Τουρκίας», ανέφερε χαρακτηριστικά, προσθέτοντας ότι η Τουρκία συνεχίζει «να καταπατά το 37% της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας».

«Ποτέ δεν θα αποδεχτούμε να συζητήσουμε νομιμοποίηση της παρανομίας και ποτέ δεν πρόκειται να υπογράψουμε μονιμοποίηση και νομιμοποίηση του διοικητικού, πολιτικού και εδαφικού ακρωτηριασμού της Κυπριακής Δημοκρατίας», σχολίασε με νόημα και μίλησε για το όραμα που έχει προκειμένου να επανενωθεί ξανά η Κύπρος «από το ένα άκρο μέχρι το άλλο», κάνοντας ειδική αναφορά σε ιστορικές και μαρτυρικές περιοχές της Μεγαλονήσου. «Το αύριο της Κύπρου κατοχυρώνεται μέσα από την επανένωση της χώρας μας. Από το ακρωτήρι του Αποστόλου Ανδρέα μέχρι τη μαρτυρική Τηλλυρία και από την Κερύνεια μέχρι τη Λεμεσό και την Αμμόχωστο», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Επίσης υποστήριξε ότι οι σχέσεις Ελλάδας – Κύπρου «διέρχονται στο καλύτερο σημείο που βρίσκονταν ποτέ», ενώ δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει τον «φίλο Κυριάκο», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά απευθυνόμενος στον πρωθυπουργό, με φόντο την πρόσφατη αμυντική συνδρομή της Ελλάδας μετά το αίτημα της Μεγαλονήσου. «Ήταν η ηθική αποκατάσταση μιας ιστορικής εκκρεμότητας που χάραξε τραυματικά την συλλογική μνήμη, ειδικότερα της δικής μου γενιάς με την φράση “η Κύπρος κείται μακράν”», όπως σημείωσε με νόημα.

Σε άλλο σημείο της ομιλίας του ο Κύπριος πρόεδρος συνέδεσε την τουρκική εισβολή του καλοκαιριού του ’74, με τον πόλεμο στην Ουκρανία, επισημαίνοντας πως όσα προκαλούν σήμερα την οργή της διεθνούς κοινότητας στην περίπτωση της Ρωσίας, η Κυπριακή Δημοκρατία τα βιώνει εδώ και περισσότερο από μισό αιώνα. «Ό,τι συμβαίνει σήμερα στην Ουκρανία και προκαλεί την έντονη αντίδραση της διεθνούς κοινότητας, διαπράχθηκε στην Κύπρο πριν από μισό αιώνα», ανέφερε χαρακτηριστικά. Επιπρόσθετα έκανε λόγο για «συντριπτικά στοιχεία» εις βάρος της Τουρκίας, και κατηγόρησε την Άγκυρα ότι συνεχίζει επί 52 χρόνια την «παράνομη κατοχή» σχεδόν του μισού κυπριακού εδάφους. «Για 52 ολόκληρα χρόνια συνεχίζει την παράνομη κατοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, κράτους-μέλους των Ηνωμένων Εθνών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης», υπογράμμισε με νόημα.

Από την ομιλία του στην Ολομέλεια της Βουλής δεν έλειψαν και οι αναφορές στους αγνοούμενους και κατηγόρησε την τουρκική πλευρά ότι ακόμα και σήμερα εξακολουθεί να αρνείται ακόμη και την πρόσβαση στα αρχεία του κατοχικού στρατού προκειμένου να φανεί τι έχει συμβεί με τις τύχες αγνοουμένων Ελληνοκυπρίων και Ελλαδιτών. Επίσης ο πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατήγγειλε α) τον εποικισμό των κατεχομένων, β) την αλλοίωση του δημογραφικού χαρακτήρα της Κύπρου, γ) την καταστροφή της πολιτιστικής και θρησκευτικής κληρονομιάς, δ) και την πολιτική και κοινωνική χειραγώγηση των Τουρκοκυπρίων.

Θέλοντας να στείλει το ηχηρό μήνυμα της συνέχισης του αγώνα για την απελευθέρωση και την επανένωση της Κύπρου επεσήμανε ότι «οι νεκροί, οι αγνοούμενοι, οι πρόσφυγες και οι εγκλωβισμένοι ορίζουν το χρέος που έχουμε για να απαλλαγούμε από τα δεσμά της κατοχής και να διασφαλίσουμε στους πολίτες της χώρας μας το δικαίωμα να ζήσουν σε συνθήκες ασφάλειας, ευημερίας και ελευθερίας».

Η αναφορά Κακλαμάνη στους αγνοούμενους

Από την άλλη πλευρά ο πρόεδρος της Βουλής Νικήτας Κακλαμάνης αφού αναφέρθηκε στους ιστορικούς δεσμούς που υπάρχουν ανάμεσα σε Αθήνα και Λευκωσία έκανε ειδική αναφορά στο ζήτημα των αγνοουμένων. Όπως είπε το συγκεκριμένο θέμα εξακολουθεί να αποτελεί ανοιχτή η ιστορική πληγή της Κύπρου, και έσπευσε να υπογραμμίσει ότι Ελλάδα και Κύπρος οφείλουν να συνεχίσουν «με ένταση και πείσμα» τον κοινό αγώνα για δικαίωση. «Αυτό που καλούμαστε εμείς να κάνουμε σήμερα είναι να συνεχίσουμε με ένταση και πείσμα τον κοινό μας αγώνα για δικαίωση της Κύπρου μας», ανέφερε με νόημα ο πρόεδρος της Βουλής.

«Ως άνθρωπος που έχει διανύσει μια μακρά διαδρομή στην πολιτική, έχω μάθει να αποδίδω ιδιαίτερη αξία στη συνέπεια, την ειλικρίνεια και τη διαχρονική σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ των ανθρώπων. Αυτές οι αξίες χαρακτηρίζουν και τη σχέση Ελλάδας και Κύπρου», σημείωσε στη συνέχεια ο πρόεδρος της Βουλής προσθέτοντας ότι «σήμερα περισσότερο από ποτέ, σε μια εποχή όπου ο φόβος και η καχυποψία συχνά κυριαρχούν, εμείς ζητούμε την επικράτηση του δικαίου μέσω του διαλόγου», υπογράμμισε.

Καταληκτικά ο Νικήτας Κακλαμάνης έκανε λόγο για «ειλικρινή φιλία και αδελφοσύνη» ανάμεσα στους δύο λαούς, καλωσορίζοντας τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας στην ελληνική Βουλή σε μια στιγμή με έντονο συμβολισμό για τις σχέσεις Αθήνας και Λευκωσίας.

Σημειώνεται ότι πέραν του πρωθυπουργού των μελών του υπουργικού συμβουλίου, αρχηγών κομμάτων της αντιπολίτευσης και βουλευτών παρόντες ήταν ο πρώην πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος, η πρώην πρόεδρος της Δημοκρατίας Κατερίνα Σακελλαροπούλου, οι πρώην πρόεδροι της Βουλής Βύρων Πολύδωρας και Βαγγέλης Μεϊμαράκης, και εκπρόσωποι του διπλωματικού σώματος.