Όταν ο Κιρ Στάρμερ ανέλαβε την πρωθυπουργία της Βρετανίας τον Ιούλιο του 2024, υποσχέθηκε να τερματίσει την «εποχή του θορύβου και της πολιτικής αστάθειας» που είχε αφήσει πίσω της η ταραγμένη περίοδος των Συντηρητικών, το Brexit και η κρίση της Λιζ Τρας.
Σχεδόν δύο χρόνια αργότερα, ο ίδιος βρίσκεται αντιμέτωπος με μια πολιτική κατάρρευση που απειλεί να οδηγήσει τη χώρα σε ακόμη βαθύτερη κρίση.
Η κυβέρνηση των Εργατικών, που είχε εκλεγεί με ιστορική κοινοβουλευτική πλειοψηφία άνω των 400 εδρών, μοιάζει πλέον αποδυναμωμένη, διχασμένη και εγκλωβισμένη ανάμεσα στις εξεγέρσεις των βουλευτών της, τις πιέσεις των αγορών και την άνοδο του λαϊκισμού του Νάιτζελ Φάρατζ.
Η πιθανότητα εσωκομματικής μάχης διαδοχής έχει προκαλέσει νευρικότητα στις διεθνείς αγορές, οδηγώντας σε νέα πίεση στη στερλίνα και στα βρετανικά κρατικά ομόλογα.
H περίπτωση Μίλιμπαντ
Το σοβαρότερο πλήγμα για τον Στάρμερ ήρθε όταν ένας από τους παλαιότερους συμμάχους του, ο υπουργός Ενέργειας Εντ Μίλιμπαντ, του ζήτησε να ορίσει χρονοδιάγραμμα αποχώρησης από την ηγεσία των Εργατικών. Η παρέμβαση αυτή αποκάλυψε ότι η αμφισβήτηση δεν προέρχεται πλέον μόνο από την αριστερή πτέρυγα του κόμματος αλλά από το ίδιο το κέντρο εξουσίας της κυβέρνησης.
Η Βρετανία βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο να αποκτήσει τον έβδομο πρωθυπουργό της μέσα σε μόλις μία δεκαετία, εξέλιξη που ενισχύει την αίσθηση ότι το πολιτικό σύστημα της χώρας έχει εισέλθει σε περίοδο μόνιμης αστάθειας.
Οι επενδυτές παρακολουθούν με ιδιαίτερη ανησυχία τις εξελίξεις. Η απόδοση των 30ετών βρετανικών ομολόγων, των γνωστών gilts, ξεπέρασε το 5,8%, το υψηλότερο επίπεδο σχεδόν τριών δεκαετιών. Τα 10ετή ομόλογα έφτασαν στο 5,17%, επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.
Αρκετοί διαχειριστές κεφαλαίων εκτιμούν πλέον ότι οι αποδόσεις των βρετανικών ομολόγων μπορεί να ξεπεράσουν ακόμη και το 6%, κάτι που θα αύξανε δραματικά το κόστος δανεισμού του βρετανικού κράτους, θα επιβάρυνε τα στεγαστικά δάνεια και θα μπορούσε να οδηγήσει την οικονομία σε ύφεση.
Η αγορά φοβάται κυρίως ότι η αποδυνάμωση Στάρμερ θα ανοίξει τον δρόμο για μια πιο αριστερή κυβέρνηση Εργατικών, λιγότερο πρόθυμη να τηρήσει δημοσιονομική πειθαρχία. Η πιθανή υποψηφιότητα του δημάρχου του Μάντσεστερ Άντι Μπέρναμ, ο οποίος έχει επικρίνει ανοιχτά την επιρροή των αγορών ομολόγων πάνω στις κυβερνήσεις, έχει ήδη εντείνει τους φόβους των επενδυτών.
Aλληλουχία πολιτικών λαθών
Πίσω από την κατάρρευση του Στάρμερ βρίσκεται μια αλληλουχία πολιτικών λαθών, οικονομικών πιέσεων και εσωκομματικών συγκρούσεων που ξεκίνησαν σχεδόν αμέσως μετά την ανάληψη της εξουσίας.
Η υπουργός Οικονομικών Ρέιτσελ Ριβς ανακοίνωσε λίγες εβδομάδες μετά τις εκλογές ότι η νέα κυβέρνηση είχε παραλάβει μια «μαύρη τρύπα» 22 δισεκατομμυρίων λιρών στα δημόσια οικονομικά. Η κυβέρνηση απάντησε με αυστηρή δημοσιονομική πολιτική, περικοπές επιδομάτων θέρμανσης και φορολογικές αυξήσεις περίπου 40 δισεκατομμυρίων λιρών, κυρίως εις βάρος των επιχειρήσεων.
Οι αποφάσεις αυτές έπληξαν άμεσα την επιχειρηματική εμπιστοσύνη και προκάλεσαν κύμα αντιδράσεων ακόμη και μέσα στο ίδιο το Εργατικό Κόμμα. Η ανεργία των νέων πλησίασε το 16%, ενώ η ανάπτυξη παρέμεινε ασθενής παρά τις υποσχέσεις των Εργατικών για οικονομική επανεκκίνηση.
Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση τραυματίστηκε πολιτικά από αλλεπάλληλα σκάνδαλα. Αποκαλύψεις ότι κορυφαία στελέχη των Εργατικών είχαν δεχθεί ακριβά δώρα, εισιτήρια συναυλιών και παροχές από πλούσιους δωρητές ενίσχυσαν την εικόνα ότι η νέα κυβέρνηση δεν διέφερε τελικά τόσο πολύ από τους Συντηρητικούς της εποχής Μπόρις Τζόνσον.
Στο εσωτερικό της Ντάουνινγκ Στριτ ξέσπασε παράλληλα σκληρός πόλεμος εξουσίας μεταξύ στενών συνεργατών του Στάρμερ, με διαρροές, εσωτερικές ίντριγκες και ανοιχτή αμφισβήτηση της ηγεσίας.
Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ
Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο από τις διεθνείς εξελίξεις. Η επιστροφή του Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο δημιούργησε νέες γεωπολιτικές πιέσεις για το Λονδίνο, ειδικά μετά τις αμερικανικές συγκρούσεις με το Ιράν και τις εντάσεις γύρω από το ΝΑΤΟ και την Ουκρανία.
Ο Στάρμερ προσπάθησε να διατηρήσει στενή σχέση με τον Τραμπ, παρά τις παλαιότερες επικρίσεις του προς τον Αμερικανό πρόεδρο. Ωστόσο, η άρνησή του να στηρίξει πλήρως τον πόλεμο κατά του Ιράν προκάλεσε σοβαρή επιδείνωση στις σχέσεις τους.
Η υπόθεση Μάντελσον
Ένα ακόμη σοβαρό πλήγμα ήρθε από την υπόθεση του Πίτερ Μάντελσον, του ισχυρού πρώην υπουργού των κυβερνήσεων Μπλερ, τον οποίο ο Στάρμερ είχε τοποθετήσει πρεσβευτή στην Ουάσιγκτον. Οι αποκαλύψεις για τις σχέσεις του Μάντελσον με τον Τζέφρι Έπσταϊν προκάλεσαν πολιτικό σεισμό, οδηγώντας σε παραιτήσεις συνεργατών, έρευνες και νέα εσωκομματική κρίση.
Το σημείο καμπής φαίνεται πως ήρθε όταν η κυβέρνηση επιχείρησε να περιορίσει κοινωνικά επιδόματα για άτομα με αναπηρία, επιδιώκοντας εξοικονόμηση περίπου 5,5 δισεκατομμυρίων λιρών ώστε να καθησυχάσει τις αγορές. Η αριστερή πτέρυγα των Εργατικών εξεγέρθηκε, κατηγορώντας τον Στάρμερ ότι εγκαταλείπει τις κοινωνικές αξίες του κόμματος.
«Έχασε τον έλεγχο της εξουσίας»
Η κυβέρνηση τελικά υποχώρησε και απέσυρε τις περικοπές, αλλά η ζημιά είχε ήδη γίνει. Οι αγορές ερμήνευσαν την υποχώρηση ως ένδειξη αδυναμίας και πολιτικής παράλυσης.
Σήμερα, πολλοί βουλευτές των Εργατικών θεωρούν ότι ο Στάρμερ παραμένει τυπικά πρωθυπουργός αλλά έχει ουσιαστικά χάσει τον έλεγχο της εξουσίας. Η προοπτική ανόδου του Νάιτζελ Φάρατζ και του Reform UK ενισχύει ακόμη περισσότερο τον πανικό στο κυβερνών κόμμα, ιδιαίτερα μετά τις βαριές απώλειες των Εργατικών στις τοπικές εκλογές.
Οι επόμενοι μήνες θεωρούνται κρίσιμοι όχι μόνο για την πολιτική επιβίωση του Στάρμερ αλλά και για τη συνολική σταθερότητα της βρετανικής οικονομίας.
Οι επενδυτές φοβούνται ότι η Βρετανία κινδυνεύει να επιστρέψει σε μια περίοδο συνεχών πολιτικών κρίσεων, δημοσιονομικής αβεβαιότητας και επιθετικών πιέσεων από τις αγορές ομολόγων — ακριβώς δηλαδή στο σκηνικό που ο Στάρμερ είχε υποσχεθεί ότι θα τερματίσει.
