Η Ταϊβάν καλεί τον Τραμπ να μην αλλάξει στάση για την πώληση όπλων

Οι πωλήσεις όπλων από τις ΗΠΑ είναι προϋπόθεση για τη διατήρηση της «περιφερειακής ειρήνης και σταθερότητας», δηλώνει ο πρόεδρος Λάι μετά τα ήξεις αφήξεις Τραμπ

Ο πρόεδρος της Ταϊβάν, Λάι Τσινγκ-τε © EPA/RITCHIE B. TONGO

Ο πρόεδρος της Ταϊβάν προέτρεψε την κυβέρνηση Τραμπ να συνεχίσει τις πωλήσεις όπλων στο αυτοδιοικούμενο νησί προκειμένου να διασφαλιστεί η «περιφερειακή ειρήνη και ασφάλεια», με ανάρτησή του στο Facebook.

Η υποστήριξη των ΗΠΑ είναι απαραίτητη για την ανάσχεση του ολοένα και πιο επιθετικού περιφερειακού στρατιωτικού αποτυπώματος του Πεκίνου, δήλωσε ο Λάι Τσινγκ-τε.

«Η Κίνα δεν εγκατέλειψε ποτέ την πρόθεσή της να προσαρτήσει την Ταϊβάν με τη βία και συνεχίζει να επεκτείνει τις στρατιωτικές της δυνατότητες σε μια προσπάθεια να μεταβάλει το περιφερειακό καθεστώς και το στάτους κβο στα στενά», ανέφερε ο Λάι. Οι πωλήσεις όπλων και η συνεργασία στον τομέα της ασφάλειας με τις ΗΠΑ «δεν είναι μόνο απαραίτητες, αλλά αποτελούν και βασικά στοιχεία για τη διατήρηση της περιφερειακής ειρήνης και σταθερότητας», πρόσθεσε.

Η ανάρτηση του Λάι ακολουθεί τα σχόλια του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ στο Air Force One και σε συνέντευξή του στο Fox News την Παρασκευή, όπου δήλωσε ότι καθυστερεί την έγκριση της πώλησης όπλων ύψους 14 δισ. δολ. στην Ταϊβάν, χρησιμοποιώντας τη ως «διαπραγματευτικό χαρτί» με το Πεκίνο. «Δεν το έχω εγκρίνει ακόμα. Θα δούμε τι θα συμβεί. Μπορεί να το κάνω, μπορεί και όχι», δήλωσε ο Τραμπ μετά τη διήμερη σύνοδο κορυφής με τον ηγέτη της Κίνας Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο, η οποία κατά τα άλλα απέφερε ελάχιστα ουσιαστικά αποτελέσματα.

Ο τερματισμός των πωλήσεων όπλων στην Ταϊπέι αποτελεί πάγιο αίτημα του Πεκίνου, το οποίο διεκδικεί το νησί ως κινεζικό έδαφος και έχει εντείνει τις αξιώσεις του κλιμακώνοντας τον στρατιωτικό εκφοβισμό της Ταϊβάν.

Ο ύπατος εκπρόσωπος Εμπορίου των ΗΠΑ Τζέιμισον Γκριρ δήλωσε, ωστόσο, ότι τα σχόλια του Τραμπ δεν αποτελούν ένδειξη υπαναχώρησης στις σχέσεις των ΗΠΑ με την Ταϊβάν. «Ο πρόεδρος ήταν απολύτως σαφής — δεν υπάρχει καμία αλλαγή στην αμερικανική πολιτική για την Ταϊβάν», δήλωσε στο ABC News.

Ο Τραμπ ανέφερε ότι είχε συζητήσει «με μεγάλη λεπτομέρεια» τις αμερικανικές πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν με τον Σι. Αυτό αποτελεί προφανή παραβίαση μιας δέσμευσης του 1982 που είχε δώσει ο πρώην πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν στο νησί, σύμφωνα με την οποία οι ΗΠΑ δεν θα διαβουλεύονταν με το Πεκίνο για τις συγκεκριμένες συναλλαγές. Η παρακράτηση των πωλήσεων όπλων στην Ταϊβάν θα παραβίαζε επίσης τον νόμο για τις σχέσεις με την Ταϊβάν του 1979, ο οποίος δεσμεύει τις ΗΠΑ «να προμηθεύουν την Ταϊβάν με όπλα αμυντικού χαρακτήρα» για την αποτροπή πιθανής κινεζικής επιθετικότητας. Αυτή η δέσμευση είναι «ο σημαντικότερος αποτρεπτικός παράγοντας ενάντια στις προσπάθειες υπονόμευσης της περιφερειακής ειρήνης και σταθερότητας», τόνισε ο Λάι.

Ο Τραμπ άφησε να εννοηθεί ότι οι πωλήσεις όπλων στην Ταϊβάν ενδέχεται να αποθρασύνουν την κυβέρνησή της ώστε να κηρύξει επίσημη ανεξαρτησία — κάτι που θα μπορούσε να αποτελέσει θρυαλλίδα σύγκρουσης με το Πεκίνο.

«Δεν επιδιώκουμε να βγει κάποιος και να πει “Ας κηρύξουμε ανεξαρτησία, επειδή μας υποστηρίζουν οι Ηνωμένες Πολιτείες”», δήλωσε ο Τραμπ. Ο Σι επανέλαβε την πάγια προειδοποίηση της Κίνας ότι κάτι τέτοιο ενέχει τον κίνδυνο σύγκρουσης με το Πεκίνο, κατά τη συνάντησή του με τον Τραμπ την περασμένη εβδομάδα. «Η “ανεξαρτησία της Ταϊβάν” και η ειρήνη στα Στενά είναι ασυμβίβαστες όπως η φωτιά με το νερό», δήλωσε ο Σι, σύμφωνα με το ενημερωτικό σημείωμα του κινεζικού Υπουργείου Εξωτερικών.

Ο Λάι επανέλαβε τη θέση της Ταϊβάν ότι είναι ήδη «ένα κυρίαρχο και ανεξάρτητο δημοκρατικό κράτος» επί του οποίου το Πεκίνο δεν έχει καμία νομική αξίωση. Παράλληλα, προειδοποίησε για τις συνέπειες μιας πιθανής κινεζικής απόπειρας εισβολής, την οποία ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ είχε χαρακτηρίσει ενδεχομένως «επικείμενη» σε ομιλία του πέρυσι.

«Οποιαδήποτε πράξη υπονομεύει την ειρήνη και τη σταθερότητα στα Στενά της Ταϊβάν δεν αποτελεί μόνο κατάφωρη πρόκληση για τους διεθνείς κανόνες και την τάξη, αλλά θα έχει επίσης σημαντικό αντίκτυπο στην ασφάλεια του Ινδο-Ειρηνικού, στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες και στην παγκόσμια οικονομία», δήλωσε καταλήγοντας ο Λάι.