Με μεγάλες τελετές, εντυπωσιακές εικόνες και διπλωματικό θέατρο υψηλού επιπέδου ολοκληρώθηκε η διήμερη επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο, η πρώτη επίσκεψη Αμερικανού προέδρου στην Κίνα εδώ και σχεδόν μία δεκαετία.
Ωστόσο, πίσω από τα χαμόγελα, τα επίσημα δείπνα και τις δηλώσεις περί φιλίας, συνεργασίας και «ιστορικής νέας εποχής», αναλυτές και διπλωματικοί κύκλοι διαπιστώνουν ότι η περίφημη «σύνοδος αδιεξόδου», όπως ήδη χαρακτηρίζεται διεθνώς, παρήγαγε ελάχιστες ουσιαστικές συμφωνίες στα πιο κρίσιμα μέτωπα της αντιπαράθεσης ΗΠΑ-Κίνας.
Ο ίδιος ο Τραμπ δήλωσε ότι με τον Σι Τζινπίνγκ «έλυσαν πολλά προβλήματα που άλλοι δεν θα μπορούσαν να λύσουν», χωρίς όμως να παρουσιάσει συγκεκριμένες δεσμεύσεις ή ξεκάθαρα αποτελέσματα.
Η κινεζική πλευρά από την πλευρά της επέλεξε έναν ιδιαίτερα προσεκτικό τόνο, αποφεύγοντας επίσης να ανακοινώσει σημαντικές συμφωνίες ή σαφές χρονοδιάγραμμα για τα ανοιχτά ζητήματα.
Ωστόσο ήταν εμφανής η προσπάθεια του Σι να καθοδηγήσει τα πράγματα σε νερά που βολεύουν περισσότερο τα δικά του συμφέροντα, προσφέροντας όσο το δυνατόν λιγότερα ανταλλάγματα στον Αμερικανό ηγέτη και προετοιμάζοντας το μελλοντικό τοπίο για μια ακόμα πιο ισχυρή Κίνα.
Διαχείριση αντιπαράθεσης αντί επίλυσης
Το βασικό συμπέρασμα που κυριαρχεί σε διπλωματικούς και οικονομικούς κύκλους είναι ότι οι δύο υπερδυνάμεις προσπαθούν περισσότερο να διαχειριστούν την αντιπαράθεσή τους παρά να τη λύσουν. Παρά το βαρύ συμβολισμό της επίσκεψης, ο πυρήνας των διαφορών παραμένει σχεδόν ανέγγιχτος.
Στο ζήτημα του Ιράν, οι δύο πλευρές εμφανίστηκαν να συμφωνούν μόνο σε γενικές αρχές. Ο Τραμπ δήλωσε ότι ΗΠΑ και Κίνα θέλουν να αποτραπεί η απόκτηση πυρηνικού όπλου από την Τεχεράνη και να επαναλειτουργήσουν τα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου πετρελαίου.

Ο Tραμπ στο Πεκίνο © EPA/Maxim Shemetov / POOL
Ωστόσο, το Πεκίνο απέφυγε να δεσμευτεί σε πιο ενεργό πίεση προς το Ιράν, παρά το γεγονός ότι αποτελεί τον μεγαλύτερο αγοραστή ιρανικού πετρελαίου και βασικό οικονομικό σύμμαχο της Τεχεράνης.
Η Κίνα επιμένει ότι η κρίση πρέπει να λυθεί μέσω διαλόγου και διπλωματίας, ενώ προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις σχέσεις της με το Ιράν και στα τεράστια οικονομικά συμφέροντά της στις χώρες του Κόλπου.
Παράλληλα, ο Τραμπ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο άρσης κυρώσεων σε κινεζικές εταιρείες που αγοράζουν ιρανικό πετρέλαιο, κάτι που θεωρείται πιθανό διαπραγματευτικό αντάλλαγμα προς το Πεκίνο.
Θολή εικόνα για Ταϊβάν
Στο μέτωπο της Ταϊβάν, η εικόνα παρέμεινε ακόμη πιο θολή. Ο Σι ξεκαθάρισε στον Τραμπ ότι το ζήτημα της Ταϊβάν αποτελεί «το σημαντικότερο θέμα» στις διμερείς σχέσεις, σε μία από τις πιο άμεσες προειδοποιήσεις που έχουν απευθυνθεί από κινεζική ηγεσία τα τελευταία χρόνια.
Η αμερικανική κυβέρνηση εξετάζει νέο εξοπλιστικό πακέτο ύψους 14 δισεκατομμυρίων δολαρίων προς την Ταϊπέι, το μεγαλύτερο στην ιστορία των σχέσεων ΗΠΑ-Ταϊβάν.
Αν και ο Τραμπ δήλωσε ότι δεν έχει λάβει ακόμη οριστική απόφαση, το Πεκίνο πιέζει έντονα για πάγωμα ή ακύρωση του προγράμματος.
Αναλυτές εκτιμούν ότι τυχόν αναβολή του πακέτου θα αποτελούσε σημαντική κινεζική διπλωματική νίκη αλλά ταυτόχρονα θα έστελνε μήνυμα αδυναμίας απέναντι στις κινεζικές στρατιωτικές πιέσεις στον Ινδο-Ειρηνικό.
Μικρή πρόοδος στο διμερές εμπόριο
Στο εμπόριο, παρά τις δηλώσεις Τραμπ περί «φανταστικών συμφωνιών», οι λεπτομέρειες παραμένουν περιορισμένες. Η σημαντικότερη ανακοίνωση αφορά την πρόθεση της Κίνας να αγοράσει 200 αεροσκάφη Boeing, με τον Αμερικανό πρόεδρο να υποστηρίζει ότι ο αριθμός μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 750 αεροσκάφη τα επόμενα χρόνια.
Παράλληλα, Αμερικανοί αξιωματούχοι αναφέρουν ότι το Πεκίνο εξετάζει εισαγωγές αμερικανικών αγροτικών προϊόντων αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων μέσα στην επόμενη τριετία, κυρίως σόγιας, βοδινού κρέατος και καλαμποκιού.
Ωστόσο, δεν υπήρξε καμία συμφωνία για οριστική επίλυση του εμπορικού πολέμου που ξεκίνησε το 2025, ενώ η προσωρινή εκεχειρία στους δασμούς λήγει τον Νοέμβριο.
Καθυστερήσεις στο θέμα των σπάνιων γαιών
Ιδιαίτερα κρίσιμο παραμένει και το ζήτημα των σπάνιων γαιών. Η Κίνα εξακολουθεί να ελέγχει περίπου το 70% της παγκόσμιας παραγωγής και πάνω από το 85% της επεξεργασίας αυτών των κρίσιμων υλικών, που είναι απαραίτητα για ηλεκτρικά αυτοκίνητα, αμυντικά συστήματα, smartphones και τεχνολογίες τεχνητής νοημοσύνης.

Τραμπ και Σι © EPA/Maxim Shemetov / POOL
Παρά τη συμφωνία αποκλιμάκωσης που είχε επιτευχθεί το περασμένο φθινόπωρο, Αμερικανοί αξιωματούχοι κατηγορούν το Πεκίνο ότι συνεχίζει να καθυστερεί συστηματικά τις άδειες εξαγωγών, διατηρώντας ουσιαστικά τον έλεγχο της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού ως στρατηγικό όπλο πίεσης απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Βαθιές διαφορές στα ανθρώπινα δικαιώματα
Στα ανθρώπινα δικαιώματα, οι διαφορές επίσης παρέμειναν βαθιές. Ο Τραμπ δήλωσε ότι ο Σι εξετάζει το ενδεχόμενο απελευθέρωσης ορισμένων φυλακισμένων χριστιανών πάστορων, όμως απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση για τον γνωστό φιλοδημοκρατικό επιχειρηματία και εκδότη του Χονγκ Κονγκ Τζίμι Λάι, ο οποίος εκτίει ποινή 20 ετών φυλάκισης.
Το Πεκίνο, από την πλευρά του, επιχείρησε να αξιοποιήσει την επίσκεψη κυρίως ως εικόνα διεθνούς σταθερότητας και ως απόδειξη ότι η Κίνα αντιμετωπίζεται πλέον από τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ισότιμη υπερδύναμη.
Οι ιδιαίτερα θερμές τελετουργικές κινήσεις, οι συνεχείς κοινές εμφανίσεις και η προσωπική φιλοξενία του Τραμπ από τον Σι είχαν τεράστια σημασία για την κινεζική πολιτική αφήγηση.
Ίσως δεν άλλαξε κάτι ουσιαστικό
Παρά την έντονη διπλωματική κινητικότητα, πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η σύνοδος δεν άλλαξε τη στρατηγική πραγματικότητα.
Οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου παραμένουν ανταγωνιστές σε εμπόριο, τεχνολογία, στρατιωτική ισχύ και γεωπολιτική επιρροή, ενώ η εύθραυστη αποκλιμάκωση μοιάζει περισσότερο με προσωρινή διαχείριση κινδύνου παρά με ουσιαστική επαναπροσέγγιση.
Η «σύνοδος αδιεξόδου» μπορεί να απέφυγε μια νέα άμεση κρίση ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Πεκίνο, όμως δεν έδωσε καμία οριστική απάντηση στα μεγάλα ζητήματα που καθορίζουν ήδη τη νέα εποχή του παγκόσμιου ανταγωνισμού.
