Η αδυναμία της Ρωσίας να ανατρέψει το στρατιωτικό αδιέξοδο στην Ουκρανία γίνεται όλο και πιο εμφανής, με αποτέλεσμα σημαντικές φωνές μέσα στο ρωσικό κατεστημένο να μιλούν πλέον δημόσια για την ανάγκη τερματισμού του πολέμου, αναφέρει δημοσίευμα της Wall Street Journal.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν ο Βλαντίμιρ Πούτιν θα αναγνωρίσει τη νέα πραγματικότητα και θα εγκαταλείψει τη φιλοδοξία του να υπονομεύσει την ουκρανική ανεξαρτησία. Προς το παρόν, πάντως, δεν υπάρχει ένδειξη ότι, στον πέμπτο χρόνο της πιο αιματηρής σύγκρουσης στην Ευρώπη εδώ και δεκαετίες, ο Ρώσος πρόεδρος είναι έτοιμος να απομακρυνθεί από τους αρχικούς στόχους της λεγόμενης «ειδικής στρατιωτικής επιχείρησης».
Οι εκκλήσεις για αλλαγή πορείας δεν προέρχονται πλέον μόνο από επιχειρηματικούς κύκλους ή από τα πιο φιλελεύθερα τμήματα της ρωσικής ελίτ. Ακόμη και γνωστοί σκληροπυρηνικοί υποστηρικτές του πολέμου εκφράζουν ανοιχτά την εκτίμηση ότι η Μόσχα δεν διαθέτει τις δυνατότητες για μια καθαρή νίκη επί της Ουκρανίας.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Όλεγκ Τσαριόφ, πρώην Ουκρανού βουλευτή που διέφυγε στη Ρωσία το 2014 και θεωρούνταν ένα από τα πρόσωπα που το Κρεμλίνο θα μπορούσε να αξιοποιήσει σε ένα φιλορωσικό καθεστώς στο Κίεβο, εφόσον η εισβολή του 2022 είχε πετύχει τους αρχικούς της στόχους. Σε ανάρτησή του στο Telegram, ο Τσαριόφ προειδοποίησε ότι η ρωσική προπαγάνδα έχει δημιουργήσει μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση περί αναπόφευκτης νίκης.
Στο ίδιο μήκος κύματος, ο Αλεξέι Τσαντάεφ, ιστορικός, πρώην αξιωματούχος του Κρεμλίνου και επικεφαλής ερευνητικού κέντρου για τον πόλεμο με drones, υποστήριξε ότι η συνέχιση της σημερινής πορείας δεν οδηγεί απλώς σε «μη νίκη», αλλά μπορεί να καταλήξει σε πλήρη ήττα. Ο ίδιος έχει ζητήσει παύση των επιχειρήσεων, ώστε η Ρωσία να ανασυνταχθεί για την επόμενη φάση.
Ιδιαίτερη συζήτηση προκάλεσε και ανάλυση του Βασίλι Κάσιν, διευθυντή του Κέντρου Ευρωπαϊκών και Διεθνών Σπουδών στην Ανώτατη Σχολή Οικονομικών της Μόσχας. Ο Κάσιν υποστήριξε ότι η Ουκρανία θα παραμείνει αναπόφευκτα μια αντιρωσική και φιλοδυτική χώρα, ιδίως μετά τις τεράστιες ανθρώπινες απώλειες που έχει προκαλέσει ο πόλεμος. Κατά την εκτίμησή του, ο στόχος εγκατάστασης φιλικής προς τη Μόσχα κυβέρνησης στο Κίεβο δεν είναι πλέον ρεαλιστικός.
Ο ίδιος προειδοποίησε ότι ακόμη και μια μεγάλη κλιμάκωση, όπως η στοχοποίηση της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας της Ουκρανίας, πιθανότατα δεν θα έφερνε την κατάρρευση του Κιέβου, αλλά την ανάδειξη μιας νεότερης, πιο αποφασιστικής και πιο ριζοσπαστικής ηγεσίας. Παράλληλα, σημείωσε ότι δεν είναι προς το συμφέρον της Ρωσίας να εξαντλεί το ανθρώπινο και τεχνολογικό της δυναμικό κυνηγώντας «φανταστικούς στόχους» στο μέτωπο.
Το δίλημμα της Ρωσίας: Συμβιβασμός ή συνέχιση του πολέμου
Οι απόψεις αυτές, πάντως, δεν είναι καθολικά αποδεκτές στη Μόσχα. Σκληροπυρηνικοί αναλυτές και ακαδημαϊκοί εξακολουθούν να υποστηρίζουν την κλιμάκωση, ακόμη και μέσω απειλών πυρηνικού πολέμου κατά της Δύσης, εφόσον η Ουκρανία δεν συνθηκολογήσει. Σύμφωνα με αναλυτές, στο εσωτερικό του ρωσικού συστήματος συνυπάρχουν δύο αντίρροπες τάσεις: μια πιο πραγματιστική, που αναγνωρίζει τα όρια της ρωσικής στρατιωτικής ισχύος, και μια σκληρή γραμμή που επιδιώκει ιστορική ρήξη με τη Δύση.
Ο Αλεξάντερ Γκαμπούεφ, διευθυντής του Carnegie Russia Eurasia Center στο Βερολίνο, εκτιμά ότι στον πέμπτο χρόνο του πολέμου κάποιοι στη Μόσχα αρχίζουν να αντιλαμβάνονται πως η συνέχιση της σύγκρουσης για ακόμη ένα ή δύο χρόνια δεν βελτιώνει ουσιαστικά τη διαπραγματευτική θέση της Ρωσίας. Ωστόσο, όπως σημειώνει, το μεγάλο ερώτημα είναι αν ο ίδιος ο Πούτιν αναγνωρίζει ότι βρίσκεται σε αδιέξοδο. Μέχρι στιγμής, τίποτα δεν δείχνει ότι έχει αλλάξει γνώμη.
Από την πλευρά του, ο πρώην υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας, Πάβλο Κλίμκιν, υποστηρίζει ότι η ίδια η φύση του ρωσικού καθεστώτος καθιστά δύσκολη μια υποχώρηση. Όπως λέει, ο πόλεμος έχει μετατραπεί σε τρόπο ύπαρξης για το σύστημα Πούτιν: «Είναι σαν να κάνει ποδήλατο. Αν σταματήσει, πέφτει».
Οι ρωσικές αρχές δηλώνουν ότι είναι έτοιμες να συζητήσουν τον τερματισμό του πολέμου, υπό την προϋπόθεση ότι η Ουάσιγκτον θα πιέσει το Κίεβο να αποδεχθεί τις μέγιστες απαιτήσεις της Μόσχας. Η Ουκρανία, ωστόσο, απορρίπτει την παραχώρηση κρίσιμων εδαφών, ιδίως στην περιοχή του Ντονέτσκ, όπου οι ρωσικές δυνάμεις έχουν καταγράψει περιορισμένα κέρδη.
Η επικεφαλής της ευρωπαϊκής διπλωματίας, Κάγια Κάλας, δήλωσε ότι οι ειρηνευτικές συνομιλίες παραμένουν ουσιαστικά παγωμένες, καθώς η Ρωσία περιμένει από τις Ηνωμένες Πολιτείες να επιβάλουν στο Κίεβο στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων όσα η Μόσχα δεν κατάφερε να πετύχει στρατιωτικά. «Αυτό είναι κάτι που η Ουκρανία δεν μπορεί να αποδεχθεί», τόνισε.
Ο Πούτιν επιλέγει την κλιμάκωση του πολέμου
Την ίδια ώρα, ο Πούτιν επιλέγει την κλιμάκωση. Τις τελευταίες ημέρες, η Ρωσία ενέτεινε τις πυραυλικές επιθέσεις κατά του Κιέβου και άλλων ουκρανικών πόλεων, προκαλώντας δεκάδες θύματα μεταξύ των αμάχων. Σε σύσκεψη με αξιωματούχους ασφαλείας, ο Ρώσος πρόεδρος προειδοποίησε ότι η Ουκρανία θα πρέπει να αντέξει «τη νέα ποιότητα ολόκληρης της σύγκρουσης».
Παράλληλα, η Ουκρανία έχει εντείνει τις δικές της επιθέσεις με drones, πλήττοντας ρωσικές υποδομές, γραμμές ανεφοδιασμού και ενεργειακούς στόχους σε κατεχόμενες περιοχές, αλλά και βαθύτερα στο ρωσικό έδαφος. Οι ουκρανικές επιθέσεις έχουν προκαλέσει προβλήματα στις ρωσικές μεταφορές καυσίμων προς την Κριμαία και το μέτωπο, ενώ σε Λουγκάνσκ, Ντονέτσκ και Κριμαία έχουν καταγραφεί ελλείψεις.
Ρώσοι στρατιωτικοί σχολιαστές προειδοποιούν πλέον για το ενδεχόμενο ουκρανικής αντεπίθεσης, ενώ οι πρόσφατες επιτυχίες του Κιέβου σε πλήγματα μεγάλης εμβέλειας εντείνουν την ανησυχία στη Μόσχα. Σύμφωνα με τον αναπληρωτή υπουργό Άμυνας της Γερμανίας, Νιλς Σμιντ, η ουκρανική εκστρατεία με drones δείχνει το εύρος της ζημιάς που μπορεί να προκαλέσει η Ουκρανία στη Ρωσία, αν και θα χρειαστεί χρόνος για να επηρεάσει την κοινωνία και τη λήψη αποφάσεων στη Μόσχα.
Το ρωσικό καθεστώς, πάντως, εξακολουθεί να ελέγχει ασφυκτικά τη δημόσια συζήτηση. Φιλοκυβερνητικά μέσα έχουν αποσύρει άρθρα που υπαινίσσονταν ότι προηγούμενες ρωσικές ήττες οδήγησαν τελικά σε μεγαλύτερες ελευθερίες και ευημερία για τους πολίτες. Παράλληλα, αναρτήσεις που αναφέρονταν με σκληρή γλώσσα στο αδιέξοδο στην Ουκρανία εξαφανίστηκαν ή αποδόθηκαν σε «χακαρισμένους» λογαριασμούς.
Το μήνυμα είναι σαφές: στη ρωσική ελίτ η κόπωση από τον πόλεμο γίνεται όλο και πιο ορατή, ακόμη και μεταξύ όσων κάποτε τον υποστήριζαν με ενθουσιασμό. Όμως, όσο ο Πούτιν επιμένει ότι μπορεί να αλλάξει την πραγματικότητα στο πεδίο της μάχης, η Μόσχα δείχνει αποφασισμένη να συνεχίσει έναν πόλεμο που αποδίδει ολοένα και λιγότερα.
