Πώς κατέρρευσε το γαλλογερμανικό σχέδιο για τα πολεμικά αεροσκάφη νέας γενιάς FCAS, πλήγμα στα ευρωπαϊκά αμυντικά προγράμματα

Η διάλυση του FCAS για τα πολεμικά αεροσκάφη νέας γενιάς, αναδεικνύει τις δομικές αδυναμίες των κοινών ευρωπαϊκών εξοπλιστικών προγραμμάτων

Φρίντριχ Μερτς και Εμανουέλ Μακρόν © EPA/LUDOVIC MARIN / POOL MAXPPP OUT

Η Γερμανία αποφάσισε να εγκαταλείψει το κοινό σχέδιο ανάπτυξης πολεμικού αεροσκάφους με τη Γαλλία και την Ισπανία, θέτοντας υπό αμφισβήτηση το μεγαλύτερο αμυντικό πρόγραμμα της Ευρώπης και αναδεικνύοντας τις δυσκολίες της ευρωπαϊκής αμυντικής ολοκλήρωσης, σε μια περίοδο κατά την οποία η ήπειρος επιδιώκει να ενισχύσει τις στρατιωτικές της δυνατότητες απέναντι στη ρωσική απειλή.

Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς ενημέρωσε τον πρόεδρο της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν κατά τη συνάντησή τους στο Μαυροβούνιο την Παρασκευή ότι θα ήταν προτιμότερο να τερματιστεί η συνεργασία στο σκέλος του μαχητικού αεροσκάφους.

Εμανουέλ Μακρόν και Φρίντριχ Μερτς «κατέληξαν στην κοινή εκτίμηση ότι οι εταιρείες δεν θα μπορέσουν να βρουν σημείο επαφής», δήλωσε αξιωματούχος στο Agence France-Presse (AFP). «Αναγνωρίζουν αυτή την πραγματικότητα».

O Μακρόν και η προκάτοχος του Μερτς, Άνγκελα Μέρκελ, είχαν ξεκινήσει το πρόγραμμα FCAS (Future Combat Air System – Μελλοντικό Σύστημα Αεροπορικής Μάχης) το 2017, με σκοπό να αντικαταστήσουν τα γαλλικά αεροσκάφη Rafale και τα Eurofighter που χρησιμοποιούν η Γερμανία και η Ισπανία, περίπου μέχρι το 2040.

Ωστόσο το project ύψους 100 δισ. ευρώ μαστιζόταν από διαφωνίες μεταξύ των εμπλεκόμενων εταιρειών – της γαλλικής Dassault Aviation και του ευρωπαϊκού αεροδιαστημικού ομίλου Airbus, που εκπροσωπεί τα γερμανικά και ισπανικά συμφέροντα – σχετικά με την ηγεσία και τον έλεγχο του προγράμματος ανάπτυξης.

Το τέλος του FCAS

Το πρόγραμμα φιλοδοξούσε να αποτελέσει σύμβολο της ευρωπαϊκής ενότητας σε μια περίοδο αυξανόμενων γεωπολιτικών απειλών και αμφιβολιών για τη μακροπρόθεσμη δέσμευση των ΗΠΑ στη διατλαντική συμμαχία.

Έπειτα από σχεδόν δέκα χρόνια αργής προόδου, το σχέδιο εγκαταλείπεται ουσιαστικά λόγω της έντονης αντιπαράθεσης μεταξύ των γαλλικών και γερμανικών εταίρων. Ούτε οι παρεμβάσεις του προέδρου της Γαλλίας Εμανουέλ Μακρόν ούτε του καγκελαρίου της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς κατάφεραν να γεφυρώσουν τις διαφορές.

Ο υπουργός Άμυνας της Γερμανίας, Μπόρις Πιστόριους, δήλωσε ότι το αδιέξοδο δεν αποτέλεσε έκπληξη, καθώς οι διαφωνίες μεταξύ της Dassault Aviation και της Airbus ήταν εμφανείς εδώ και καιρό.

Σύμφωνα με τον ίδιο, το Βερολίνο βρίσκεται σε επαφές με διάφορους ενδιαφερόμενους φορείς προκειμένου να διατηρήσει ζωντανή την προοπτική ενός ευρωπαϊκού μαχητικού νέας γενιάς. Μεταξύ των επιλογών που εξετάζονται είναι μια νέα συνεργασία με την Ισπανία και τη Σουηδία, χωρίς τη συμμετοχή της Γαλλίας.

Η στροφή σε νέα αμυντικά σχήματα

Εναλλακτικά, η Γερμανία θα μπορούσε να ενταχθεί στο πρόγραμμα GCAP, το οποίο ηγούνται η Βρετανία, η Ιταλία και η Ιαπωνία. Παράλληλα, δεν αποκλείεται να αυξήσει περαιτέρω τις αγορές αμερικανικών μαχητικών F-35, μια επιλογή που είχε ήδη προκαλέσει τριβές με το Παρίσι το 2022.

Παρά το ναυάγιο του FCAS, ο Πιστόριους υπογράμμισε ότι η γαλλογερμανική αμυντική συνεργασία θα συνεχιστεί σε άλλους τομείς, συμπεριλαμβανομένης της κοινής ανάπτυξης όπλων ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς για την αποτροπή της Ρωσίας.

Την ίδια στιγμή, συνασπισμός οκτώ εταιρειών αεροδιαστημικής και άμυνας με επικεφαλής την Airbus προωθεί ένα εναλλακτικό σχέδιο για την ανάπτυξη νέου ευρωπαϊκού μαχητικού αεροσκάφους. Η πρωτοβουλία, γνωστή ως «Team Gen 6», περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τις Airbus, Diehl Defence, Hensoldt, MBDA και MTU Aero Engines και ενδέχεται να παρουσιαστεί επισήμως στην αεροπορική έκθεση ILA του Βερολίνου.

Η πρόταση αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο συνεργασίας με την Ισπανία και τη Σουηδία, σηματοδοτώντας μια νέα προσπάθεια διατήρησης της ευρωπαϊκής αμυντικής τεχνολογικής βάσης μετά την κατάρρευση του FCAS.

Το μέλλον του FCAS μετά τα πολεμικά αεροσκάφη

O Μερτς πρότεινε η Γερμανία, η Γαλλία και η Ισπανία να συνεχίσουν να συνεργάζονται στην ανάπτυξη του λεγόμενου «combat cloud», της ψηφιακής αρχιτεκτονικής που θα συνδέει σε πραγματικό χρόνο αεροσκάφη, αισθητήρες, ραντάρ, drones και δορυφόρους, ανέφεραν οι Financial Times. Το «combat cloud» αποτελεί ήδη έναν από τους βασικούς πυλώνες του προγράμματος.

Ωστόσο, παραμένει ασαφές εάν τα υπόλοιπα τμήματα του FCAS — συμπεριλαμβανομένων των drones, των αισθητήρων και των κινητήρων — μπορούν να επιβιώσουν χωρίς το μαχητικό αεροσκάφος που αποτελούσε τον πυρήνα του σχεδιασμού.

Η απόφαση του Βερολίνου έρχεται έπειτα από μήνες διαπραγματεύσεων μεταξύ Μερτς και Μακρόν, καθώς και των υπουργείων Άμυνας των δύο χωρών, με στόχο τη διάσωση του φιλόδοξου προγράμματος. Οι προσπάθειες αυτές, παρά τις επανειλημμένες παρεμβάσεις και τις διαμεσολαβητικές πρωτοβουλίες, δεν κατάφεραν να γεφυρώσουν τις διαφορές μεταξύ της γαλλικής Dassault Aviation και της γερμανικής μονάδας αεροσκαφών της Airbus.

Airbus και Dassault σε τροχιά σύγκρουσης

Οι δύο εταιρείες, που είχαν αναλάβει την ανάπτυξη του αεροσκάφους, συγκρούστηκαν έντονα για την κατανομή του έργου, τη διακυβέρνηση του προγράμματος και τα δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι σχέσεις επιδεινώθηκαν σε τέτοιο βαθμό ώστε στελέχη και των δύο πλευρών άρχισαν να υποστηρίζουν ανοιχτά τον διαχωρισμό τους.

Η απόφαση του Μερτς αντανακλά επίσης μια εικόνα αυτοπεποίθηση που προσπαθέι να προβάλει το Βερολίνο, καθώς η Γερμανία υλοποιεί ένα ιστορικό πρόγραμμα στρατιωτικών δαπανών που αναμένεται να ξεπεράσει τα 750 δισ. ευρώ έως το 2030.

Γερμανοί αξιωματούχοι εκτιμούν ότι το υπό ανάπτυξη αεροσκάφος, το οποίο σχεδιάστηκε εν μέρει με βάση τις ανάγκες της γαλλικής πυρηνικής αποτροπής, δεν ανταποκρίνεται πλέον στις μελλοντικές επιχειρησιακές απαιτήσεις της Bundeswehr.

FCAS

Kαλλιτεχνική απεικόνιση του μελλοντικού μαχητικού 6ης γενιάς FCAS © Wikimedia

Το «combat cloud» ως τελευταίος κοινός παρονομαστής

Ο Εμανουέλ Μακρόν είχε επανειλημμένα ζητήσει τη διατήρηση του προγράμματος. Μιλώντας στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου τον Φεβρουάριο, είχε δηλώσει ότι δυσκολεύεται να κατανοήσει πώς η Ευρώπη μπορεί να δημιουργήσει νέες κοινές λύσεις εάν καταστρέφει εκείνες που ήδη διαθέτει.

Το FCAS είχε εγκαινιαστεί το 2017 από τον Μακρόν και την τότε καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ ως το εμβληματικό ευρωπαϊκό πρόγραμμα που θα αντικαθιστούσε από το 2040 περίπου τα γαλλικά Rafale και τα γερμανικά Eurofighter με μια νέα γενιά μαχητικών αεροσκαφών, διασυνδεδεμένων με drones και δορυφόρους. Η Ισπανία προσχώρησε στο πρόγραμμα το 2019.

Παρά τη διαφωνία για το αεροσκάφος, το Βερολίνο θεωρεί ότι η συνέχιση της ανάπτυξης του «combat cloud» παραμένει στρατηγικής σημασίας. Το σύστημα, το οποίο αξιοποιεί τεχνητή νοημοσύνη για τη συλλογή, επεξεργασία και διανομή τεράστιων ποσοτήτων δεδομένων από το πεδίο της μάχης, αναπτύσσεται από την Airbus, τη γαλλική Thales και την ισπανική Indra.

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά Γερμανός αξιωματούχος, το «combat cloud» αποτελεί το «νευρικό σύστημα» του μελλοντικού ευρωπαϊκού αεροπορικού πολέμου.

Πέρα από τις βιομηχανικές διαφορές, Παρίσι και Βερολίνο διαφωνούσαν και σε βασικά τεχνικά χαρακτηριστικά του αεροσκάφους. Η Γαλλία επιθυμούσε ένα ελαφρύτερο μαχητικό, ικανό να επιχειρεί από αεροπλανοφόρα και να εξυπηρετεί τις ανάγκες του γαλλικού ναυτικού. Αντίθετα, η Γερμανία προωθούσε την ανάπτυξη ενός βαρύτερου αεροσκάφους με έμφαση στην αεροπορική υπεροχή και στις επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας.

Σε κάποια φάση, το Βερολίνο πρότεινε ακόμη και την κατασκευή δύο διαφορετικών εκδόσεων ή δύο ξεχωριστών αεροσκαφών, πρόταση που απορρίφθηκε από τη γαλλική πλευρά.

Τον Μάρτιο, οι δύο ηγέτες συμφώνησαν να δώσουν μία τελευταία ευκαιρία στο πρόγραμμα. Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις δεν κατάφεραν να γεφυρώσουν τις βαθιές διαφορές που είχαν συσσωρευτεί τα προηγούμενα χρόνια.

Οι αναδιπλώσεις για τα πολεμικά αεροσκάφη

Τότε ο καγκελάριος της Γερμανίας Φρίντριχ Μερτς εμφανιζόταν αποφασισμένος να διασώσει το πρόγραμμα FCAS, το πλέον φιλόδοξο εγχείρημα ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας, προειδοποιώντας ότι η επιτυχία του συνδέεται άμεσα με το μέλλον της γερμανικής και ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας.

Μιλώντας σε συνέδριο της Frankfurter Allgemeine Zeitung, ο Μερτς είχε δηλώσει ότι θα δώσει «μάχη μέχρι τέλους» για να αποτραπεί η κατάρρευση του προγράμματος, το οποίο αποτιμάται σε περίπου 100 δισ. ευρώ και προορίζεται να αποτελέσει τη ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής αεροπορικής ισχύος από τη δεκαετία του 2040.

Το FCAS βρισκόταν ήδη αντιμέτωπο με σοβαρές δυσκολίες λόγω της διαμάχης μεταξύ της γαλλικής Dassault Aviation και της Airbus για τον έλεγχο, τη διακυβέρνηση και την κατανομή του έργου. Οι εντάσεις είχαν προκαλέσει σημαντικές καθυστερήσεις, με τον Γερμανό καγκελάριο να ανακοινώνει τον ορισμό Γάλλου και Γερμανού διαμεσολαβητή, σε μια ύστατη προσπάθεια γεφύρωσης των διαφορών.

Παράλληλα, ο Μερτς είχε συνδέσει το FCAS με τη στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης, υποστηρίζοντας ότι η ήπειρος πρέπει να διατηρήσει κρίσιμες αμυντικές και τεχνολογικές δυνατότητες σε ένα περιβάλλον αυξανόμενων γεωπολιτικών εντάσεων. Στο ίδιο πλαίσιο, είχε αποκαλύψει ότι το Βερολίνο εξετάζει την απόκτηση συμμετοχής στην KNDS, κατασκευάστρια των αρμάτων Leopard 2, ενισχύοντας την κρατική παρουσία σε στρατηγικούς αμυντικούς τομείς.

Η στάση αυτή καθιστά ακόμη πιο εντυπωσιακή την απόφαση της γερμανικής κυβέρνησης να αποχωρήσει από το σκέλος του μαχητικού αεροσκάφους του FCAS, εξέλιξη που τινάζει στον αέρα το μεγαλύτερο αμυντικό πρόγραμμα της Ευρώπης και αναδεικνύει το βάθος των γαλλογερμανικών διαφωνιών στον τομέα της άμυνας.

Το μέλλον της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας

Η απόφαση να εγκαταλειφθεί το σχέδιο FCAS έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά προβληματικών γαλλογερμανικών αμυντικών συνεργασιών των τελευταίων ετών. Προγράμματα για αεροσκάφη ναυτικής επιτήρησης, άρματα μάχης νέας γενιάς και συστήματα πυροβολικού έχουν επίσης αντιμετωπίσει σημαντικές καθυστερήσεις ή αδιέξοδα.

Για τον Εμανουέλ Μακρόν, η απόφαση συνιστά ένα ισχυρό πολιτικό και στρατηγικό πλήγμα. Για την Ευρώπη συνολικά, αποτελεί ακόμη μία υπενθύμιση ότι η οικοδόμηση μιας πραγματικά κοινής ευρωπαϊκης αμυντικής βιομηχανίας παραμένει εξαιρετικά δύσκολη, ακόμη και σε μια περίοδο αυξημένων γεωπολιτικών προκλήσεων και εντεινόμενου διεθνούς ανταγωνισμού.

Το κοινό σχέδιο για πολεμικά αεροσκάφη νέας γενιάς εγκαταλείπεται, την ώρα που η Ευρώπη επιχειρεί να ενισχύσει την αμυντική της αυτονομία εν μέσω αυξανόμενων γεωπολιτικών προκλήσεων.

Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί μεμονωμένο γεγονός, αλλά εντάσσεται σε μια ευρύτερη δυσκολία της Ευρώπης να ενοποιήσει τις αμυντικές της δυνατότητες.

Παρά τις πολιτικές διακηρύξεις περί στρατηγικής αυτονομίας, η ευρωπαϊκή αγορά πολεμικών αεροσκαφών παραμένει κατακερματισμένη, με ανταγωνιστικά προγράμματα όπως το Eurofighter, το Rafale της Dassault Aviation και το Gripen της σουηδικής Saab να συνυπάρχουν χωρίς κοινή κατεύθυνση.

Πολεμικά αεροσκάφη και το ευρωπαϊκό στοίχημα της ενοποίησης

Το FCAS είχε σχεδιαστεί ακριβώς για να ξεπεράσει αυτόν τον κατακερματισμό, φιλοδοξώντας να δημιουργήσει ένα ενιαίο ευρωπαϊκό σύστημα αεροπορικής μάχης νέας γενιάς. Ωστόσο, η πορεία του σημαδεύτηκε από διαρκείς καθυστερήσεις, πολιτικές τριβές και κυρίως βιομηχανικές αντιπαραθέσεις, σημειωνουν αναλυτές στο Politico.

Ακόμη και τους τελευταίους μήνες, οι ηγεσίες Γαλλίας και Γερμανίας προσπάθησαν να δώσουν παράταση ζωής στο πρόγραμμα. Τον Απρίλιο, ο Γάλλος πρόεδρος Εμανουέλ Μακρόν και ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς συναντήθηκαν στο περιθώριο συνόδου κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Κύπρο, εξετάζοντας αν υπήρχε ακόμη προοπτική διάσωσης της πρωτοβουλίας.

Το πρόγραμμα FCAS είχε ξεκινήσει το 2017 από τον Εμανουέλ Μακρόν και την τότε καγκελάριο Άνγκελα Μέρκελ, σε μια συγκυρία κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση επιδίωκε να ενισχύσει την εσωτερική της συνοχή μετά το Brexit και την πρώτη εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στις Ηνωμένες Πολιτείες. Στόχος ήταν να σταλεί ένα σαφές μήνυμα ευρωπαϊκής ενότητας και αμυντικής αυτονομίας.

Στην πράξη, όμως, το πρόγραμμα εγκλωβίστηκε στις διαφωνίες μεταξύ της γαλλικής Dassault Aviation και της Airbus SE. Τα βασικά σημεία τριβής αφορούσαν την ηγεσία του έργου και την κατανομή των εργασιών, με τη Dassault να διεκδικεί πρωταγωνιστικό ρόλο, επικαλούμενη την εμπειρία της στην ανάπτυξη μαχητικών αεροσκαφών όπως το Rafale.

Από την πλευρά της, η Airbus υποστήριζε μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση, βασισμένη στη διακρατική συνεργασία και στη συμμετοχή όλων των εταίρων σε ισότιμη βάση. Η σύγκρουση αυτή αποδείχθηκε καθοριστική, οδηγώντας σε επαναλαμβανόμενες καθυστερήσεις και στη μη τήρηση των χρονοδιαγραμμάτων που είχαν τεθεί από το Βερολίνο και το Παρίσι.

Πολεμικά αεροσκάφη: Nέες στρατηγικές επιλογές για τη Γερμανία

Μετά την κατάρρευση του FCAS, η Γερμανία εξετάζει πλέον μια σειρά από εναλλακτικές στρατηγικές. Σύμφωνα με κυβερνητικές πηγές, το Βερολίνο στρέφει το ενδιαφέρον του προς την Ισπανία και τη Σουηδία για την ανάπτυξη ενός νέου προγράμματος μαχητικών αεροσκαφών χωρίς τη συμμετοχή της Γαλλίας.

Παράλληλα, στο τραπέζι βρίσκεται και η πιθανότητα ένταξης στο Global Combat Air Programme (GCAP), το οποίο υλοποιείται από τη Βρετανία, την Ιταλία και την Ιαπωνία και θεωρείται ένας από τους βασικούς ανταγωνιστές του FCAS σε παγκόσμιο επίπεδο.

Γερμανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η χώρα διαθέτει πλέον επαρκή τεχνογνωσία στην κατασκευή στρατιωτικών αεροσκαφών και μπορεί να προχωρήσει σε νέες συνεργασίες χωρίς τη γαλλική συμμετοχή. Η νέα προσέγγιση βασίζεται σε μεγαλύτερη ευελιξία και σε αναζήτηση ταχύτερων και πιο ρεαλιστικών λύσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, έχει προταθεί η συρρίκνωση του αρχικού FCAS σε επιμέρους τεχνολογικά σκέλη. Η πρόταση προβλέπει τη συνέχιση της συνεργασίας μόνο σε τομείς όπως το ψηφιακό σύστημα «combat cloud» και η ανάπτυξη μη επανδρωμένων αεροσκαφών με επιθετικές δυνατότητες.

Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Dassault θα αναλάμβανε αυτόνομα την ανάπτυξη του νέου γαλλικού μαχητικού για τις ανάγκες του εθνικού στρατού, ενώ η Airbus θα προχωρούσε σε ξεχωριστή ανάπτυξη για τη Γερμανία σε συνεργασία με άλλους ευρωπαϊκούς εταίρους.

Παρά το αδιέξοδο, Γαλλία και Γερμανία δεν εγκαταλείπουν πλήρως τη συνεργασία τους στον αμυντικό τομέα. Στο άμεσο μέλλον αναμένεται η κατάρτιση ενός νέου οδικού χάρτη, ο οποίος θα εστιάζει σε λιγότερα, αλλά πιο ρεαλιστικά και στρατηγικά έργα.

Είναι ενδεικτικό ότι μόλις τον Απρίλιο, όταν ρωτήθηκε αν το FCAS είχε ουσιαστικά καταρρεύσει, ο Εμανουέλ Μακρόν απάντησε κατηγορηματικά: «Καθόλου». Λίγους μήνες αργότερα, η πραγματικότητα αποδείχθηκε διαφορετική.

Η κατάρρευση του FCAS αφήνει πίσω της σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον των ευρωπαϊκών αμυντικών συμπράξεων και για το κατά πόσο η Ευρώπη μπορεί να υλοποιήσει μεγάλα κοινά εξοπλιστικά προγράμματα σε ένα περιβάλλον έντονου βιομηχανικού ανταγωνισμού και αντικρουόμενων εθνικών συμφερόντων.