ΕΚΤ: Υψηλή αβεβαιότητα για την οικονομία της ευρωζώνης λόγω Μέσης Ανατολής και πετρελαίου

Η οικονομία της Ευρωζώνης βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα σύνθετο σοκ, όπου γεωπολιτική ένταση, ενεργειακή αστάθεια και πληθωριστικές πιέσεις αλληλοτροφοδοτούνται

Ευρωζώνη © 123rf.com

Η οικονομία της Ευρωζώνης βρίσκεται ξανά αντιμέτωπη με ένα σύνθετο σοκ, στο οποίο η γεωπολιτική ένταση, η ενεργειακή αστάθεια και οι πληθωριστικές πιέσεις αλληλοτροφοδοτούνται. Η νέα ανάλυση των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος για τον Ιούνιο του 2026 αποτυπώνει μια οικονομία που εξακολουθεί να αναπτύσσεται, αλλά με εμφανώς χαμηλότερη δυναμική, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ και η αυξημένη μεταβλητότητα στις τιμές του πετρελαίου επιβαρύνουν τις προοπτικές.

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τονίζει ότι το περιβάλλον παραμένει «ιδιαίτερα αβέβαιο». Ορισμένοι από τους κινδύνους που είχαν ήδη επισημανθεί στις προβλέψεις του Μαρτίου έχουν αρχίσει να υλοποιούνται: οι τιμές του πετρελαίου αυξήθηκαν περαιτέρω, οι πιέσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού επανεμφανίστηκαν και οι αγορές εκτιμούν πλέον ότι οι επιπτώσεις της σύγκρουσης θα είναι πιο παρατεταμένες. Με άλλα λόγια, η ΕΚΤ δεν βλέπει απλώς μια πρόσκαιρη αναταραχή στις αγορές ενέργειας, αλλά έναν παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει ταυτόχρονα την ανάπτυξη, τον πληθωρισμό, την εμπιστοσύνη και το διεθνές εμπόριο.

Νέο ενεργειακό σοκ πάνω από την Ευρωζώνη

Στο βασικό σενάριο των προβλέψεων του Ιουνίου, το Ευρωσύστημα υποθέτει ότι οι τιμές της ενέργειας θα υποχωρήσουν σχετικά γρήγορα στη διάρκεια των επόμενων τριμήνων, ακολουθώντας την εικόνα που αποτυπώνεται στα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης. Ωστόσο, η ίδια η ανάλυση υπογραμμίζει ότι αυτή η υπόθεση συνοδεύεται από μεγάλη αβεβαιότητα. Η εξέλιξη του πολέμου, η διάρκεια των διαταραχών στα Στενά του Ορμούζ, η αντίδραση των αγορών πετρελαίου και η μετακύλιση του ενεργειακού κόστους στις υπόλοιπες τιμές της οικονομίας μπορούν να αλλάξουν σημαντικά την τελική εικόνα.

Η ΕΚΤ θεωρεί ότι το ενεργειακό σοκ επηρεάζει την οικονομία μέσα από πολλαπλά κανάλια. Πρώτον, αυξάνει άμεσα το κόστος των καυσίμων και της ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Δεύτερον, περιορίζει το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα, καθώς οι καταναλωτές αναγκάζονται να διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για βασικές ενεργειακές ανάγκες. Τρίτον, επιβαρύνει την εμπιστοσύνη και καθυστερεί αποφάσεις για κατανάλωση και επενδύσεις. Τέταρτον, δημιουργεί κινδύνους για την παραγωγή, ιδίως εάν οι διαταραχές στις εφοδιαστικές αλυσίδες οδηγήσουν σε ελλείψεις ή αυξημένο κόστος εισροών.

Η κατανάλωση χάνει ταχύτητα

Οι βραχυπρόθεσμοι δείκτες δείχνουν ότι η οικονομική ανάπτυξη θα παραμείνει υποτονική στο άμεσο μέλλον. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας και η αυξημένη αβεβαιότητα πλήττουν κυρίως την εγχώρια ζήτηση. Η ιδιωτική κατανάλωση, που αποτέλεσε βασικό μοχλό ανάπτυξης το 2025, αναμένεται να επιβραδυνθεί σημαντικά το 2026, καθώς τα νοικοκυριά βλέπουν την αγοραστική τους δύναμη να περιορίζεται.

Η ΕΚΤ εκτιμά ότι αυτή η αδυναμία μπορεί να αποδειχθεί προσωρινή, υπό την προϋπόθεση ότι η σύγκρουση θα αποκλιμακωθεί σχετικά γρήγορα και η αβεβαιότητα θα μειωθεί. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η ανάκαμψη του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος, η ανθεκτική αγορά εργασίας και η υποχώρηση των ενεργειακών τιμών θα μπορούσαν να στηρίξουν εκ νέου την κατανάλωση. Ωστόσο, το περιθώριο σφάλματος είναι μεγάλο, καθώς μια παρατεταμένη περίοδος υψηλών τιμών ενέργειας θα μπορούσε να αλλάξει πλήρως τη συμπεριφορά των νοικοκυριών.

Παράλληλα, η ανάλυση αναγνωρίζει ορισμένους αντισταθμιστικούς παράγοντες. Οι ισολογισμοί των νοικοκυριών παραμένουν συνολικά ισχυροί, η αγορά εργασίας εμφανίζεται ανθεκτική και οι κρατικές δαπάνες για άμυνα και υποδομές, ιδίως στη Γερμανία, αναμένεται να στηρίξουν τη ζήτηση. Επιπλέον, οι επενδύσεις που σχετίζονται με την τεχνητή νοημοσύνη μπορούν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά για την ιδιωτική επενδυτική δραστηριότητα μεσοπρόθεσμα.

Ανάπτυξη χαμηλών πτήσεων

Το βασικό σενάριο της ΕΚΤ δεν προβλέπει ύφεση, αλλά περιγράφει μια οικονομία χαμηλών ταχυτήτων. Το πραγματικό ΑΕΠ της Ευρωζώνης αναμένεται να αυξηθεί κατά 0,8% το 2026, 1,2% το 2027 και 1,5% το 2028. Σε σχέση με τις προβλέψεις του Μαρτίου, η ανάπτυξη αναθεωρείται προς τα κάτω κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα τόσο για το 2026 όσο και για το 2027, αντανακλώντας τον ισχυρότερο από τον αναμενόμενο αντίκτυπο του πολέμου στη Μέση Ανατολή. Για το 2028, αντιθέτως, η πρόβλεψη αναθεωρείται ελαφρώς ανοδικά, καθώς η ΕΚΤ εκτιμά ότι ο αρνητικός αντίκτυπος του σοκ θα αρχίσει να υποχωρεί.

Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η Ευρωζώνη παραμένει ευάλωτη σε εξωτερικά σοκ. Μετά την ενεργειακή κρίση της περιόδου 2021-2024, η οικονομία δεν έχει ακόμη ανακτήσει πλήρως μια σταθερή και ισχυρή αναπτυξιακή δυναμική. Η νέα αναταραχή στις αγορές ενέργειας έρχεται σε μια στιγμή που η βιομηχανική ανταγωνιστικότητα, το κόστος παραγωγής και οι εξαγωγικές επιδόσεις αποτελούν ήδη αδύναμα σημεία.

Αδύναμος κρίκος οι εξαγωγές

Στο εξωτερικό μέτωπο, η ΕΚΤ προβλέπει ότι η αύξηση των εξαγωγών θα παραμείνει περιορισμένη. Οι εξαγωγείς της Ευρωζώνης συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν προκλήσεις ανταγωνιστικότητας και αναμένεται να καταγράψουν περαιτέρω απώλειες μεριδίων στις διεθνείς αγορές. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, διότι περιορίζει τη δυνατότητα της Ευρωζώνης να αντισταθμίσει την επιβράδυνση της εσωτερικής ζήτησης μέσω καλύτερων εξαγωγικών επιδόσεων.

Το πρόβλημα δεν είναι συγκυριακό. Συνδέεται με βαθύτερες αδυναμίες: υψηλότερο ενεργειακό κόστος σε σχέση με ανταγωνιστικές οικονομίες, χαμηλότερη παραγωγικότητα, καθυστερήσεις στην τεχνολογική προσαρμογή και έντονο διεθνή ανταγωνισμό. Η αναφορά της ΕΚΤ σε επενδύσεις που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι τυχαία. Η τράπεζα βλέπει την τεχνολογική αναβάθμιση ως έναν από τους λίγους παράγοντες που μπορούν να ενισχύσουν τη μεσοπρόθεσμη αναπτυξιακή δυναμική.

Ο πληθωρισμός επιστρέφει στο προσκήνιο

Στο μέτωπο των τιμών, η ανάλυση είναι σαφώς πιο ανησυχητική. Ο γενικός πληθωρισμός, με βάση τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, αναμένεται να κορυφωθεί στο 3,4% το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνο του 2026 και να παραμείνει πάνω από το 3% έως τις αρχές του 2027. Η βασική αιτία είναι η άνοδος του ενεργειακού πληθωρισμού, η οποία συνδέεται άμεσα με τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή και τις υψηλότερες τιμές του αργού πετρελαίου.

Συνολικά, η ΕΚΤ προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα αυξηθεί από 2,1% το 2025 σε 3,0% το 2026, πριν υποχωρήσει στο 2,3% το 2027 και επιστρέψει στον στόχο του 2,0% το 2028. Η πορεία αυτή βασίζεται στην υπόθεση ότι το ενεργειακό σοκ θα αποκλιμακωθεί και ότι οι τιμές της ενέργειας θα μειωθούν σχετικά γρήγορα. Εάν αυτή η υπόθεση δεν επιβεβαιωθεί, τότε και η πορεία του πληθωρισμού μπορεί να αποδειχθεί πολύ δυσμενέστερη.

Η μετακύλιση των υψηλότερων τιμών πετρελαίου στις τιμές καυσίμων για τους καταναλωτές αναμένεται να είναι άμεση και ισχυρή. Επιπλέον, οι πιέσεις στα διυλισμένα πετρελαϊκά προϊόντα ενισχύουν περαιτέρω το πρόβλημα. Όμως η ΕΚΤ επισημαίνει ότι το σοκ δεν θα περιοριστεί στην ενέργεια. Σταδιακά θα επηρεάσει και τις μη ενεργειακές συνιστώσες του πληθωρισμού.

Το ενεργειακό σοκ περνά στην υπόλοιπη οικονομία

Η ανάλυση προβλέπει ότι ο πληθωρισμός των τροφίμων θα κορυφωθεί στο 3,7% το δεύτερο τρίμηνο του 2027 και στη συνέχεια θα υποχωρήσει το 2028. Παράλληλα, ο πληθωρισμός εξαιρουμένων της ενέργειας και των τροφίμων αναμένεται να φτάσει στο 2,7% στις αρχές του 2027 και να αρχίσει να μετριάζεται από το δεύτερο τρίμηνο του ίδιου έτους.

Αυτή η εικόνα δείχνει ότι το ενεργειακό σοκ περνά σταδιακά στην υπόλοιπη οικονομία. Οι επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν υψηλότερο κόστος παραγωγής και μεταφορών και ένα μέρος αυτού του κόστους μετακυλίεται στις τελικές τιμές. Ωστόσο, η ΕΚΤ εκτιμά ότι οι έμμεσες και δευτερογενείς επιδράσεις θα είναι μικρότερες από εκείνες της περιόδου 2021-2024. Η ασθενέστερη συνολική ζήτηση περιορίζει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να μετακυλίσουν πλήρως το κόστος, ενώ ταυτόχρονα μειώνει και την ένταση των μισθολογικών διεκδικήσεων για πλήρη αντιστάθμιση της ακρίβειας.

Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργούν και άλλοι παράγοντες: η προηγούμενη ανατίμηση του ευρώ, η οποία μειώνει το κόστος ορισμένων εισαγωγών, καθώς και η αυξημένη διείσδυση εισαγόμενων προϊόντων από την Κίνα, που ασκεί καθοδικές πιέσεις στις τιμές αγαθών. Η ΕΚΤ υποθέτει επίσης ότι οι πιέσεις στις εφοδιαστικές αλυσίδες δεν θα εξελιχθούν σε τόσο σοβαρά σημεία συμφόρησης ώστε να ενισχύσουν δραματικά τις συνολικές πιέσεις κόστους.

Τα τρία σενάρια της ΕΚΤ

Το πιο ενδιαφέρον τμήμα της ανάλυσης είναι τα τρία εναλλακτικά σενάρια που παρουσιάζει η ΕΚΤ: το ηπιότερο, το δυσμενές και το σοβαρό. Η τράπεζα διευκρινίζει ότι αυτά δεν αποτελούν προβλέψεις και ότι δεν αποδίδει πιθανότητες σε αυτά. Χρησιμεύουν, όμως, για να δείξουν πόσο διαφορετική μπορεί να είναι η πορεία της Ευρωζώνης ανάλογα με την ένταση και τη διάρκεια του ενεργειακού σοκ.

Στο δυσμενές σενάριο, οι τιμές της ενέργειας αυξάνονται περισσότερο και παραμένουν υψηλές για μεγαλύτερο διάστημα από ό,τι στο βασικό σενάριο. Η αβεβαιότητα είναι υψηλότερη, οι διεθνείς δευτερογενείς επιδράσεις μεγαλύτερες και οι επιπτώσεις στον πληθωρισμό ισχυρότερες. Σε αυτή την περίπτωση, ο πληθωρισμός θα ήταν υψηλότερος σε όλη την περίοδο 2026-2028, ενώ η ανάπτυξη θα ήταν χαμηλότερη το 2026 και το 2027.

Στο σοβαρό σενάριο, το πλήγμα είναι ακόμη εντονότερο. Το ενεργειακό σοκ είναι ισχυρότερο και πιο επίμονο, η αβεβαιότητα μεγαλύτερη και η αντίδραση μισθών και μη ενεργειακών τιμών πιο έντονη. Σε αυτή την περίπτωση, ο πληθωρισμός θα μπορούσε να φτάσει στο 4,0% το 2026 και στο 5,3% το 2027, παραμένοντας στο 3,0% ακόμη και το 2028. Η ανάπτυξη θα επιβραδυνόταν αισθητά, στο 0,5% το 2026 και στο 0,4% το 2027, πριν ανακάμψει στο 1,6% το 2028.

Αντίθετα, στο ηπιότερο σενάριο, οι τιμές του πετρελαίου ομαλοποιούνται ταχύτερα από ό,τι στο βασικό σενάριο. Αυτό οδηγεί σε ταχύτερη αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, ο οποίος θα υποχωρούσε κάτω από τον στόχο του 2% το 2027 και το 2028, ενώ η ανάπτυξη θα ανέκαμπτε νωρίτερα και ισχυρότερα.

Το δίλημμα 

Η ανάλυση αναδεικνύει το δύσκολο δίλημμα της νομισματικής πολιτικής. Από τη μία πλευρά, ο πληθωρισμός αυξάνεται ξανά λόγω της ενέργειας και υπάρχει κίνδυνος μετακύλισης στις υπόλοιπες τιμές και στους μισθούς. Από την άλλη, η ανάπτυξη επιβραδύνεται και η κατανάλωση αποδυναμώνεται. Πρόκειται για το πιο δύσκολο περιβάλλον για μια κεντρική τράπεζα: ένα σοκ που πιέζει ταυτόχρονα τις τιμές προς τα πάνω και την οικονομική δραστηριότητα προς τα κάτω.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ΕΚΤ πρέπει να αποφύγει δύο κινδύνους. Ο πρώτος είναι να υποτιμήσει την επιμονή του πληθωρισμού, επιτρέποντας στις προσδοκίες να αποσταθεροποιηθούν. Ο δεύτερος είναι να σφίξει υπερβολικά τη νομισματική πολιτική σε μια στιγμή που η οικονομία ήδη επιβραδύνεται. Η ισορροπία είναι λεπτή και εξαρτάται από το κατά πόσο το ενεργειακό σοκ θα αποδειχθεί προσωρινό ή πιο μόνιμο.

Μια οικονομία εκτεθειμένη στη γεωπολιτική

Το κεντρικό συμπέρασμα της ανάλυσης είναι ότι η Ευρωζώνη παραμένει βαθιά εκτεθειμένη στη γεωπολιτική και στις διεθνείς αγορές ενέργειας. Παρότι το βασικό σενάριο προβλέπει σταδιακή επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο και ήπια επιτάχυνση της ανάπτυξης έως το 2028, η πορεία αυτή δεν είναι δεδομένη. Εξαρτάται από την εξέλιξη του πολέμου, την αποκλιμάκωση των τιμών της ενέργειας, την ανθεκτικότητα των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων και την ικανότητα της Ευρώπης να ενισχύσει την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητά της.

Η ΕΚΤ, μέσα από τα εναλλακτικά της σενάρια, στέλνει ένα σαφές μήνυμα: η βασική πρόβλεψη είναι μόνο μία πιθανή διαδρομή. Σε ένα περιβάλλον όπου η ενέργεια, η γεωπολιτική και οι αλυσίδες εφοδιασμού μπορούν να μεταβάλουν γρήγορα τα δεδομένα, η οικονομική πολιτική θα πρέπει να παραμείνει ευέλικτη, προσεκτική και προσαρμοσμένη στα νέα στοιχεία.