Νέες εντάσεις απειλούν να διαταράξουν την εύθραυστη ισορροπία στις σχέσεις ΗΠΑ και Κίνας, λίγους μόλις μήνες μετά τις προσπάθειες του Ντόναλντ Τραμπ και του Σι Τζινπίνγκ να σταθεροποιήσουν τους δεσμούς των δύο μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου. Ο Αμερικανός πρόεδρος κατηγόρησε το Πεκίνο ότι παρενέβη στις προεδρικές εκλογές του 2020 και ότι απέκτησε παράνομα πρόσβαση σε προσωπικά δεδομένα εκατοντάδων εκατομμυρίων ψηφοφόρων, προκαλώντας την έντονη αντίδραση της κινεζικής κυβέρνησης.
Σε τηλεοπτικό διάγγελμα από τον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ υποστήριξε ότι η Κίνα υπέκλεψε περίπου 220 εκατομμύρια αρχεία ψηφοφόρων, τα οποία περιλάμβαναν ονόματα, διευθύνσεις και άλλες ευαίσθητες πληροφορίες. Χαρακτήρισε την υπόθεση ως τη μεγαλύτερη παραβίαση εκλογικών δεδομένων που έχει καταγραφεί, συνδέοντας τις καταγγελίες του με την ανάγκη ενίσχυσης της ασφάλειας του αμερικανικού εκλογικού συστήματος.
Οι ισχυρισμοί του, ωστόσο, όπως γράφει το Bloomberg, αμφισβητούνται από προηγούμενες εκθέσεις των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών. Έκθεση της αμερικανικής κοινότητας πληροφοριών το 2021 είχε καταλήξει ότι δεν υπήρχαν ενδείξεις πως κάποιος ξένος παράγοντας επιχείρησε να αλλάξει τεχνικές πτυχές της εκλογικής διαδικασίας του 2020, όπως την εγγραφή ψηφοφόρων, την καταμέτρηση των ψήφων ή την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.
Ο Δημοκρατικός γερουσιαστής Μαρκ Γουόρνερ, ο οποίος συμμετέχει στη μικρή ομάδα κορυφαίων στελεχών του Κογκρέσου με πρόσβαση στις πλέον ευαίσθητες πληροφορίες εθνικής ασφάλειας, απέρριψε τις κατηγορίες του προέδρου ως αβάσιμες. Όπως ανέφερε, οι αμερικανικές υπηρεσίες είχαν συμφωνήσει ότι η Κίνα δεν επιχείρησε να αλλάξει ούτε μία ψήφο στις εκλογές του 2020.
Η οργισμένη απάντηση του Πεκίνου
Η αντίδραση της Κίνας ήταν άμεση. Ο εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών Λιν Τζιαν χαρακτήρισε τις καταγγελίες «πλήρως κατασκευασμένες» και έκανε λόγο για «κακόβουλη συκοφαντία». Υποστήριξε ότι η Κίνα δεν έχει παρέμβει ποτέ στις αμερικανικές εκλογές και δεν έχει κανένα ενδιαφέρον να το πράξει.
Παράλληλα, αντέστρεψε τις κατηγορίες, υποστηρίζοντας ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μακρά ιστορία ανάμειξης στις εσωτερικές υποθέσεις άλλων χωρών, μαζικών παρακολουθήσεων και υποκλοπής δεδομένων. Κάλεσε την Ουάσινγκτον να σταματήσει να χρησιμοποιεί την Κίνα ως θέμα στην εσωτερική πολιτική και στην προεκλογική αντιπαράθεση.
Παρά τον σκληρό τόνο, η αντίδραση του Πεκίνου παρέμεινε σχετικά ελεγχόμενη. Τα κινεζικά κρατικά μέσα περιορίστηκαν σε μεγάλο βαθμό στην αναπαραγωγή της επίσημης θέσης του υπουργείου Εξωτερικών, χωρίς να κλιμακώσουν περαιτέρω τη ρητορική. Η στάση αυτή ερμηνεύεται ως ένδειξη ότι η κινεζική ηγεσία δεν επιθυμεί, τουλάχιστον προς το παρόν, να κλείσει την πόρτα στον διάλογο.
Κίνδυνος για την εκεχειρία Τραμπ–Σι
Οι νέες κατηγορίες έρχονται σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη στιγμή. Η Ουάσινγκτον και το Πεκίνο έχουν καταλήξει σε μια περιορισμένη, μονοετή εκεχειρία, η οποία περιλαμβάνει τη μείωση δασμών, την αναστολή ορισμένων περιορισμών σε εταιρείες και τη διατήρηση της ροής κρίσιμων προϊόντων, όπως οι σπάνιες γαίες.
Παρότι και οι δύο πλευρές έχουν κατηγορήσει η μία την άλλη για παραβιάσεις της συμφωνίας, η εκεχειρία έχει σε μεγάλο βαθμό διατηρηθεί. Οι συνολικές σχέσεις παρέμειναν σχετικά σταθερές, σε σύγκριση με τις περιόδους έντονης εμπορικής και διπλωματικής σύγκρουσης των προηγούμενων ετών.
Η νέα αντιπαράθεση δημιουργεί ερωτήματα και για την προγραμματισμένη επίσκεψη του Σι Τζινπίνγκ στις Ηνωμένες Πολιτείες τον Σεπτέμβριο. Πρόκειται για μία από τις έως και τέσσερις συναντήσεις που ενδέχεται να πραγματοποιήσουν οι δύο ηγέτες μέσα στη χρονιά, μετά την επίσκεψη Τραμπ στο Πεκίνο τον Μάιο.
Κατά τη συνάντηση εκείνη, ο Αμερικανός πρόεδρος είχε δηλώσει ότι οι διμερείς σχέσεις θα γίνουν «καλύτερες από ποτέ». Λίγους μήνες αργότερα, όμως, η καταγγελία περί εκλογικής παρέμβασης επαναφέρει στην επιφάνεια τη βαθιά έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα στις δύο κυβερνήσεις.
Μνήμες από τη σύγκρουση του 2020
Η σημερινή κατάσταση προκαλεί συγκρίσεις με το 2020. Τότε, λίγο μετά την υπογραφή της πρώτης φάσης της εμπορικής συμφωνίας με το Πεκίνο, ο Τραμπ άλλαξε απότομα στάση και άρχισε να επιρρίπτει στην Κίνα την ευθύνη για την πανδημία του κορονοϊού.
Η ένταση που ακολούθησε οδήγησε στη βαθύτερη επιδείνωση των διμερών σχέσεων εδώ και δεκαετίες. ΗΠΑ και Κίνα προχώρησαν σε αμοιβαίες απελάσεις δημοσιογράφων, έκλεισαν τα προξενεία τους στο Χιούστον και την Τσενγκντού και αντάλλαξαν κυρώσεις για ζητήματα όπως το Χονγκ Κονγκ και η Σιντζιάνγκ.
Μένει να φανεί αν η σημερινή αντιπαράθεση θα αποτελέσει την αφετηρία μιας αντίστοιχης κλιμάκωσης. Ο Τραμπ δεν ανακοίνωσε συγκεκριμένα αντίποινα κατά της Κίνας, όμως η κυβέρνησή του επανέφερε ξεχωριστά τον περιορισμό της διάρκειας των θεωρήσεων εισόδου για τους Κινέζους δημοσιογράφους στις 90 ημέρες, ένα μέτρο που είχε καταργηθεί από την προηγούμενη κυβέρνηση.
Το δίλημμα της Ουάσινγκτον
Η αμερικανική κυβέρνηση βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια προφανή αντίφαση, αφού αφενός, κατηγορεί το Πεκίνο για μία από τις σοβαρότερες παραβιάσεις δεδομένων στην ιστορία των αμερικανικών εκλογών, αφετέρου προετοιμάζει την επίσημη υποδοχή του Κινέζου προέδρου και επιδιώκει να διατηρήσει την εμπορική εκεχειρία.
Ορισμένοι αναλυτές στην Ουάσινγκτον υποστηρίζουν ότι, εφόσον η κυβέρνηση θεωρεί αξιόπιστες τις καταγγελίες της, δεν μπορεί να τις αντιμετωπίσει ως μια δευτερεύουσα αποκάλυψη και να συνεχίσει την υψηλού επιπέδου διπλωματική συνεργασία σαν να μη συνέβη τίποτα.
Άλλοι, ωστόσο, εκτιμούν ότι υπάρχουν ισχυροί οικονομικοί λόγοι που επιβάλλουν τη συνέχιση του διαλόγου. Παρά τις στρατηγικές διαφωνίες, οι δύο οικονομίες παραμένουν βαθιά αλληλεξαρτώμενες, ενώ τόσο η Ουάσινγκτον όσο και το Πεκίνο επιθυμούν να αποφύγουν μια νέα ανεξέλεγκτη εμπορική σύγκρουση.
