Τράπεζα της Αγγλίας: Αμετάβλητα διατήρησε τα επιτόκια στο 3,75%

«Πάγωσε» τα επιτόκια η Τράπεζα της Αγγλίας, ενώ ο πόλεμος ενισχύει τους κινδύνους για τον πληθωρισμό διεθνώς

Ο Άντριου Μπέιλι, διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας © YouTube / Printscreen

Αμετάβλητα στο 3,75% διατήρησε τα επιτόκια η Τράπεζα της Αγγλίας, καθώς οι Βρετανοί αξιωματούχοι επιχειρούν να ισορροπήσουν ανάμεσα στις πληθωριστικές πιέσεις που προκαλεί η αναζωπύρωση της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν και στις ενδείξεις ότι οι εγχώριες πιέσεις στις τιμές υποχωρούν ταχύτερα από ό,τι αναμενόταν.

Η Επιτροπή Νομισματικής Πολιτικής ψήφισε με έξι ψήφους έναντι τριών υπέρ της διατήρησης των επιτοκίων στα σημερινά επίπεδα. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Τράπεζας της Αγγλίας, Χιου Πιλ, καθώς και τα εξωτερικά μέλη Μέγκαν Γκριν και Κάθριν Μαν τάχθηκαν υπέρ αύξησης κατά 25 μονάδες βάσης. Τον Ιούνιο, μόνο οι Πιλ και Γκριν είχαν υποστηρίξει την άμεση αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής.

Η Τράπεζα διατήρησε αμετάβλητη τη διατύπωση ότι «είναι έτοιμη να δράσει», προκειμένου να αποτρέψει την παραμονή του πληθωρισμού σε υψηλά επίπεδα, την ώρα που επιχειρεί να διαχειριστεί τις έντονες διακυμάνσεις στις τιμές της ενέργειας.

Η αβεβαιότητα είναι τέτοια, ώστε τις ημέρες πριν από την ανακοίνωση της απόφασης οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου κινούνταν ήδη σημαντικά υψηλότερα από τους μέσους όρους που είχε χρησιμοποιήσει η Τράπεζα στο βασικό της σενάριο μόλις δέκα ημέρες νωρίτερα.

Υποχωρούν οι εγχώριες πληθωριστικές πιέσεις

Παρά το δυσμενές διεθνές περιβάλλον, η Επιτροπή διαπίστωσε «σαφείς ενδείξεις» αποκλιμάκωσης των εγχώριων πληθωριστικών πιέσεων, καθώς και «ελάχιστα στοιχεία» ότι, μέχρι στιγμής, το ενεργειακό σοκ έχει οδηγήσει σε υψηλότερες μισθολογικές απαιτήσεις ή σε γενικευμένες αυξήσεις τιμών.

Όπως αναφέρει το Bloomberg, η πλειοψηφία των μελών που τάχθηκαν υπέρ της διατήρησης των επιτοκίων αναγνώρισε, πάντως, ότι η στρατηγική της θα μπορούσε να αλλάξει σε περίπτωση ταχείας λήξης του πολέμου. Δύο μέλη ανέφεραν ότι, σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα εξέταζαν τη μείωση των επιτοκίων.

«Υπάρχουν ακόμη ελάχιστες ενδείξεις δευτερογενών επιπτώσεων, αν και είναι πολύ νωρίς για να αισθανθούμε ιδιαίτερη ασφάλεια», δήλωσε ο διοικητής της Τράπεζας της Αγγλίας, Άντριου Μπέιλι.

Όπως πρόσθεσε, η διατήρηση του βασικού επιτοκίου είναι η ενδεδειγμένη επιλογή, καθώς οι παγκόσμιες συνθήκες εμφανίζονται πιο αβέβαιες και πληθωριστικές, ενώ στο εσωτερικό της βρετανικής οικονομίας η εικόνα είναι, συνολικά, πιο ευνοϊκή ως προς τις προοπτικές των τιμών.

Η σύγκρουση εισέρχεται στον έκτο μήνα, χωρίς σαφείς ενδείξεις ότι οι κατά διαστήματα διαπραγματεύσεις μπορούν να οδηγήσουν σε διαρκή ειρήνη. Ο πληθωρισμός κινείται σήμερα στα επίπεδα που ανέμενε η Τράπεζα την άνοιξη, ωστόσο εκτιμάται ότι θα επιταχυνθεί τους επόμενους μήνες, λόγω της αύξησης των λογαριασμών ενέργειας των νοικοκυριών τον Ιούλιο και της νέας ανόδου στις τιμές των καυσίμων.

Έως το 4,5% ο πληθωρισμός στο δυσμενές σενάριο

Η βρετανική κεντρική τράπεζα επανέφερε το βασικό της σενάριο για τον πληθωρισμό, το οποίο είχε αποσύρει τον Απρίλιο, και παρουσίασε παράλληλα ένα «ήπιο» και ένα «δυσμενές» σενάριο, ανάλογα με την πορεία των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου.

Το βασικό σενάριο, το οποίο στηρίχθηκε σε στοιχεία για τις τιμές της ενέργειας κατά το δεκαπενθήμερο έως τις 20 Ιουλίου, προβλέπει ότι ο πληθωρισμός στο Ηνωμένο Βασίλειο θα κορυφωθεί στο 3,2% στα τέλη του 2026, από 2,6% σήμερα, πριν επιστρέψει κοντά στον στόχο του 2% μέσα στο 2027.

Στο πιο απαισιόδοξο σενάριο, το οποίο προβλέπει ότι το πετρέλαιο θα παραμείνει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και οι τιμές του φυσικού αερίου θα διαμορφωθούν κατά 60% υψηλότερα, ο πληθωρισμός θα μπορούσε να εκτιναχθεί στο 4,5% το δεύτερο τρίμηνο του 2027.

Αντίθετα, σε περίπτωση ταχύτερης αποκλιμάκωσης της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, το αισιόδοξο σενάριο προβλέπει ότι ο πληθωρισμός θα κορυφωθεί στο 3%, με περιορισμένες δευτερογενείς επιπτώσεις στην οικονομία.

Η υποτονική ανάπτυξη, η αποκλιμάκωση των εγχώριων πιέσεων στις τιμές και οι αυστηρότερες χρηματοπιστωτικές συνθήκες προσφέρουν στην Τράπεζα της Αγγλίας περισσότερο χρόνο για να αξιολογήσει τις επιπτώσεις του πολέμου στη βρετανική οικονομία.

Οι κενές θέσεις εργασίας και η αύξηση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα βρίσκονται στα χαμηλότερα επίπεδα από την περίοδο της πανδημίας, γεγονός που θα μπορούσε να περιορίσει τον κίνδυνο το ενεργειακό σοκ να οδηγήσει σε νέο κύκλο αυξήσεων μισθών και τιμών.

Οι αγορές βλέπουν πιθανή αύξηση τον Σεπτέμβριο

Παρότι η Τράπεζα της Αγγλίας διατήρησε στάση αναμονής, πριν από την ανακοίνωση της απόφασης οι επενδυτές αποτιμούσαν την πιθανότητα αύξησης των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης στη συνεδρίαση του Σεπτεμβρίου σε λίγο πάνω από 50%.

Συνολικά, οι αγορές είχαν ενσωματώσει στις τιμές τους αυξήσεις σχεδόν 40 μονάδων βάσης έως το τέλος του έτους.

Το outlook της Τράπεζας έχει επιβαρυνθεί από έναν ιδιαίτερα ασταθή μήνα στις αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου, οι οποίες είναι κρίσιμες για την πορεία του βρετανικού πληθωρισμού.

Η τιμή του Brent υποχώρησε λίγο πάνω από τα 70 δολάρια το βαρέλι στις αρχές Ιουλίου, ξεπέρασε τα 100 δολάρια την περασμένη εβδομάδα και στη συνέχεια αποκλιμακώθηκε κοντά στα 90 δολάρια την Τετάρτη.

Αμετάβλητα, στο εύρος 3,5%-3,75%, διατήρησε τα επιτόκια και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, αν και τρία μέλη της τάχθηκαν υπέρ αύξησης. Ο πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς, επανέλαβε ότι η κεντρική τράπεζα θα αναλάβει δράση εφόσον διαπιστώσει ότι ο πληθωρισμός παραμένει υψηλός για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.

Παρά τις διαβεβαιώσεις, οι τιμές των μακροπρόθεσμων αμερικανικών κρατικών ομολόγων κατέγραψαν ισχυρή πτώση, εν μέσω ανησυχιών ότι η Fed αντιδρά με καθυστέρηση στην επιμονή του πληθωρισμού, ο οποίος παραμένει πάνω από τον στόχο της εδώ και πέντε χρόνια.

Η Τράπεζα της Αγγλίας έδωσε επίσης τις πρώτες ενδείξεις για το μέλλον του προγράμματος ποσοτικής σύσφιγξης, ενόψει των αποφάσεων του Σεπτεμβρίου για την επόμενη ετήσια περίοδο εφαρμογής του.

Σύμφωνα με την Τράπεζα, η επίδραση από τη συρρίκνωση του ισολογισμού της υπήρξε περιορισμένη, αν και εκτιμάται πλέον ότι έχει προσθέσει 20 έως 30 μονάδες βάσης στις αποδόσεις των δεκαετών βρετανικών ομολόγων, περίπου πέντε μονάδες βάσης περισσότερες σε σχέση με την περσινή εκτίμηση.