Νέα κούρσα εξοπλισμών: Ουκρανία και Ιράν επιταχύνουν την εξάπλωση των βαλλιστικών πυραύλων

Επενδύσεις δισεκατομμυρίων σε Ευρώπη, Ασία και ΝΑΤΟ για νέους πυραύλους. Η μαζική χρήση βαλλιστικών και η πίεση στα αμερικανικά οπλοστάσια

Ο ουκρανικός βαλλιστικός πύραυλος FP-9 της εταιρείας Fire Point (καλλιτεχνική επιμέλεια) © Fire Point

Οι βαλλιστικοί πύραυλοι δεν επιστρέφουν απλώς στο προσκήνιο. Βρίσκονται στην αρχή μιας πρωτοφανούς περιόδου εξάπλωσης, καθώς οι χώρες αντλούν διδάγματα από τους πολέμους στην Ουκρανία και το Ιράν και επανεξετάζουν τις στρατιωτικές τους δυνατότητες.

Η αυξανόμενη χρήση τους οδηγεί σε νέα κούρσα εξοπλισμών, ενώ μεταβάλλει τις ισορροπίες ισχύος και τις αμυντικές στρατηγικές παγκοσμίως. Η κατάρρευση της Συνθήκης για τις Πυρηνικές Δυνάμεις Μέσου Βεληνεκούς (INF) έχει επίσης επιταχύνει την ανάπτυξη νέων όπλων. Από το 1988 έως το 2019, η συμφωνία απαγόρευε στις ΗΠΑ και τη Σοβιετική Ένωση, και αργότερα τη Ρωσία, να αναπτύσσουν πυραύλους με βεληνεκές 500 έως 5.500 χιλιομέτρων.

Αυτό είχε αποτέλεσμα να μην αναπτύσσουν αντίστοιχα όπλα ούτε οι σύμμαχοι της Ουάσιγκτον. Η αποχώρηση της πρώτης κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ από τη συνθήκη άνοιξε τον δρόμο για μια νέα κούρσα.

Πύραυλοι: Η τρίτη εποχή των βαλλιστικών όπλων αλλάζει τον σύγχρονο πόλεμο

Οι πρόσφατες συγκρούσεις στην Ουκρανία και το Ιράν αποκαλύπτουν ότι ο κόσμος εισέρχεται σε μια νέα εποχή των πυραυλικών συστημάτων, όπου οι βαλλιστικοί πύραυλοι επανέρχονται στο επίκεντρο των στρατιωτικών επιχειρήσεων, εξηγούν αναλυτές στο Bloomberg.

Αν και τα τελευταία χρόνια η δημόσια συζήτηση επικεντρώθηκε κυρίως στα drones και στα χαμηλού κόστους μη επανδρωμένα συστήματα, οι εξελίξεις στα πεδία των μαχών δείχνουν ότι οι πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς εξακολουθούν να αποτελούν όπλο στρατηγικής σημασίας.

Η μαζική χρήση τους όχι μόνο προκαλεί σημαντικές καταστροφές στις υποδομές, αλλά εξαντλεί και τα αποθέματα προηγμένων αντιπυραυλικών συστημάτων, τα οποία είναι ακριβά, παράγονται με αργούς ρυθμούς και δύσκολα αντικαθίστανται.

Οι επιχειρήσεις στο Ιράν αδειάζουν τα αμερικανικά αποθέματα πυραύλων ακριβείας

Ήδη ο πεντάμηνος πόλεμος με το Ιράν έχει προκαλέσει σημαντική πίεση στα αποθέματα πυραύλων ακριβείας μεγάλου βεληνεκούς των Ηνωμένων Πολιτειών, εγείροντας ανησυχίες για την επιχειρησιακή ετοιμότητα των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων σε ενδεχόμενες μελλοντικές συγκρούσεις. Σύμφωνα με πληροφορίες του Reuters, η Ουάσιγκτον έχει καταναλώσει σχεδόν το σύνολο των πυραύλων ATACMS και Precision Strike Missile (PrSM), δύο από τα σημαντικότερα όπλα ακριβείας του αμερικανικού στρατού.

Οι ATACMS, που χρησιμοποιήθηκαν εκτενώς και από την Ουκρανία για πλήγματα σε στόχους εντός της Ρωσίας, βρίσκονται ήδη σε διαδικασία σταδιακής αντικατάστασης από τους νεότερους PrSM, οι οποίοι διαθέτουν μεγαλύτερο βεληνεκές και αυξημένες δυνατότητες. Ωστόσο, επειδή πρόκειται για νέο οπλικό σύστημα, τα διαθέσιμα αποθέματα παραμένουν περιορισμένα.

Παράλληλα, στρατιωτικοί αξιωματούχοι εκφράζουν ανησυχίες και για τη μείωση των αμυντικών συστημάτων. Έκθεση του Center for Strategic and International Studies (CSIS) εκτιμά ότι έχει ήδη χρησιμοποιηθεί περίπου το 65% των αναχαιτιστών Patriot, ενώ τα αποθέματα των συστημάτων THAAD έχουν μειωθεί κατά τουλάχιστον 38% από την έναρξη του πολέμου. Πηγές του Reuters αναφέρουν επίσης ότι έχει καταναλωθεί σχεδόν το ήμισυ των διαθέσιμων πυραύλων Cruise Tomahawk.

Από τη μεριά του ο Λευκός Οίκος απορρίπτει τις ανησυχίες διαψεύδοντας σχετικά δημοσιεύματα του CNN και της Washington Post, ενώ ο Τραμπ απειλεί με φυλάκιση όσους μιλούν για ελλείψεις. Σε ανάρτησή του στο Truth Social άστραψε και βρόντηξε αναφέροντας ότι οι ΗΠΑ διαθέτουν «μαζικά αποθέματα πυρομαχικών, ιδιαίτερα συγκεκριμένων τύπων», ενώ πρόσθεσε ότι «μεγάλες ποσότητες κατασκευάζονται και αποστέλλονται στη χώρα όποτε χρειάζεται» και ότι οι αμυντικές βιομηχανίες κατασκευάζουν «τον μεγαλύτερο αριθμό εργοστασίων στην ιστορία της χώρας».

Αναλυτές, ωστόσο, επισημαίνουν ότι, παρά την αύξηση της παραγωγής, η αναπλήρωση τόσο εξελιγμένων πυραυλικών συστημάτων απαιτεί χρόνο και ενδέχεται να αποτελέσει κρίσιμο παράγοντα εάν οι Ηνωμένες Πολιτείες κληθούν να διαχειριστούν ταυτόχρονα περισσότερες από μία μεγάλες στρατιωτικές κρίσεις, ιδιαίτερα απέναντι σε αντιπάλους όπως η Κίνα ή η Ρωσία.

Patriot

Αντιαεροπορικό σύστημα Patriot © Robert Ghement

Πύραυλοι: Ιράν και Ουκρανία αλλάζουν τα στρατιωτικά δόγματα

Από την έναρξη της σύγκρουσης με το Ιράν, στα τέλη Φεβρουαρίου, η Τεχεράνη έχει εκτοξεύσει περίπου 2.000 βαλλιστικούς πυραύλους, προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και δοκιμάζοντας τα όρια των αμερικανικών και συμμαχικών αντιπυραυλικών δυνατοτήτων.

Η σημασία αυτών των όπλων έγινε ακόμη πιο εμφανής όταν, παρά τις δηλώσεις του Αμερικανού υπουργού Άμυνας, Πιτ Χέγκσεθ, τον Μάρτιο ότι οι στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν είχαν ουσιαστικά εξουδετερωθεί, οι ιρανικές πυραυλικές επιθέσεις συνεχίστηκαν. Πέντε μήνες αργότερα, οι βαλλιστικοί πύραυλοι εξακολουθούν να πλήττουν στόχους στον Περσικό Κόλπο, ακόμη και αμερικανικές στρατιωτικές εγκαταστάσεις.

Αντίστοιχα, στην Ουκρανία οι ρωσικοί βαλλιστικοί πύραυλοι έχουν προκαλέσει σοβαρές ζημιές σε κρίσιμες ενεργειακές και μεταφορικές υποδομές, ενώ παράλληλα έχουν περιορίσει σημαντικά τα διαθέσιμα αποθέματα των αμερικανικών αναχαιτιστικών PAC-3 της Lockheed Martin, τα οποία αποτελούν ουσιαστικά το μοναδικό αξιόπιστο σύστημα αντιμετώπισης τέτοιων επιθέσεων.

Παρά την εκτεταμένη χρήση drones, οι συγκρούσεις επιβεβαιώνουν ότι οι βαλλιστικοί πύραυλοι παραμένουν το μοναδικό συμβατικό όπλο που επιτρέπει σε χώρες με περιορισμένες στρατιωτικές δυνατότητες να απειλήσουν ισχυρότερους αντιπάλους σε αποστάσεις που ξεπερνούν τα 1.000 χιλιόμετρα.

Η Κέλι Γκρίεκο, ανώτερη ερευνήτρια του Stimson Center, επισημαίνει ότι πλέον «περισσότερα κράτη μπορούν να επιβάλουν σημαντικό στρατιωτικό και οικονομικό κόστος από μεγάλες αποστάσεις, αποκτώντας νέα μέσα πίεσης και αναγκάζοντας τις Ηνωμένες Πολιτείες να επανεξετάσουν τη στρατιωτική τους διάταξη και την εφοδιαστική τους υποστήριξη».

Ο ουκρανικός βαλλιστικός πύραυλος FP-9

Ο ουκρανικός βαλλιστικός πύραυλος FP-9 της εταιρείας Fire Point (καλλιτεχνική επιμέλεια) © Fire Point

Η νέα κούρσα εξοπλισμών με επίκεντρο τους βαλλιστικούς πυραύλους

Η ιστορία των βαλλιστικών πυραύλων ξεκινά από τα γερμανικά V-1 και V-2 του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου τα περισσότερα αντίστοιχα συστήματα συνδέθηκαν με την πυρηνική αποτροπή, ενώ μόνο λίγες χώρες, όπως η Κίνα και η Βόρεια Κορέα, επένδυσαν συστηματικά σε συμβατικούς βαλλιστικούς πυραύλους.

Η εικόνα άρχισε να αλλάζει μετά την αποχώρηση των Ηνωμένων Πολιτειών από τη Συνθήκη INF το 2019, η οποία απαγόρευε πυραύλους βεληνεκούς 500 έως 5.500 χιλιομέτρων. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 και οι μεταγενέστερες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή επιτάχυναν ακόμη περισσότερο αυτήν τη μεταβολή.

Η Ρωσία έχει αυξήσει σημαντικά την παραγωγή των πυραύλων Iskander, φθάνοντας, σύμφωνα με το ουκρανικό γενικό επιτελείο, σε 60 έως 70 μονάδες τον μήνα, επίπεδο υψηλότερο ακόμη και από εκείνο πριν από τον πόλεμο.

Παράλληλα, ακόμη και μη κρατικοί παράγοντες, όπως οι Χούθι στην Υεμένη, χρησιμοποιούν πλέον βαλλιστικούς πυραύλους, επιβεβαιώνοντας ότι η τεχνολογία έχει διαδοθεί πολύ περισσότερο σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες.

Ο Τζέφρι Λιούις, ανώτερος ερευνητής του Πανεπιστημίου Στάνφορντ, θεωρεί ότι οι πύραυλοι έχουν εξελιχθεί σε αναπόσπαστο μέρος κάθε σύγχρονου στρατού. Όπως σημειώνει, «το κόστος έχει μειωθεί, ενώ η ακρίβεια έχει αυξηθεί τόσο ώστε οι προσπάθειες περιορισμού της διάδοσής τους δύσκολα μπορούν πλέον να αποδώσουν».

Πύραυλοι μεγάλου βεληνεκούς: Ευρώπη και Ασία επενδύουν δισεκατομμύρια

Η αυξανόμενη αποτελεσματικότητα των βαλλιστικών όπλων έχει προκαλέσει ένα νέο κύμα εξοπλιστικών προγραμμάτων. Η Νότια Κορέα παρουσίασε τον Hyunmoo-5, έναν πύραυλο που εκτιμάται ότι διαθέτει εμβέλεια αρκετών χιλιάδων χιλιομέτρων, επιτρέποντας πλήγματα σε ολόκληρη τη Βόρεια Κορέα.

Η Ιαπωνία αναπτύσσει τον Type-25, ο οποίος θα μπορεί να μεταφέρει υπερηχητικό όχημα ολίσθησης, αυξάνοντας σημαντικά τις πιθανότητες διάτρησης των υφιστάμενων αντιπυραυλικών συστημάτων.

Στην Ευρώπη, έξι χώρες -Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Πολωνία και Σουηδία- έχουν εγκαινιάσει το πρόγραμμα European Long-Range Strike Approach, με στόχο την ανάπτυξη βαλλιστικού πυραύλου εμβέλειας τουλάχιστον 2.000 χιλιομέτρων έως το τέλος της δεκαετίας.

Παράλληλα, το ΝΑΤΟ έχει δεσμεύσει περίπου 50 δισ. δολάρια για την ανάπτυξη όπλων μεγάλου βεληνεκούς. Την ίδια στιγμή, η Ουκρανία προετοιμάζεται να ξεκινήσει μαζική παραγωγή εγχώριων βαλλιστικών πυραύλων, σύμφωνα με τον συνιδρυτή της Fire Point, Ντένις Στίλιερμαν, ενώ το Ηνωμένο Βασίλειο αναπτύσσει το πρώτο του αντίστοιχο οπλικό σύστημα εδώ και περισσότερα από πενήντα χρόνια, με στόχο να το εντάξει και στο ουκρανικό οπλοστάσιο το 2027.

Ο ουκρανικός βαλλιστικός πύραυλος FP-9

Ο ουκρανικός βαλλιστικός πύραυλος FP-9 στις εγκαταστάσεις της Fire Point © Fire Point

Οι ειδικοί εκτιμούν ότι ο συνδυασμός drones, πυραύλων Cruise και βαλλιστικών όπλων δημιουργεί μια εξαιρετικά σύνθετη απειλή για κάθε σύστημα αεράμυνας. Ο Ουίλιαμ Άλμπερκ, αναλυτής του Pacific Forum, υπογραμμίζει ότι οι στρατοί πλέον καλούνται να αντιμετωπίσουν μαζικές επιθέσεις χαμηλού κόστους με drones, οι οποίες λειτουργούν ως μέσο κορεσμού των αμυντικών συστημάτων, πριν ακολουθήσουν ταχύτεροι και δυσκολότερα αναχαιτίσιμοι βαλλιστικοί πύραυλοι. Όπως σημειώνει, «η ισορροπία μεταξύ επίθεσης και άμυνας έχει γίνει πολύ πιο περίπλοκη από ποτέ».

Παράλληλα, ακόμη και οι Ηνωμένες Πολιτείες αντιμετωπίζουν το πρόβλημα της περιορισμένης διαθεσιμότητας προηγμένων πυραυλικών όπλων. Τα αποθέματα πυραύλων Tomahawk και JASSM-ER έχουν μειωθεί λόγω της χρήσης τους στις επιχειρήσεις κατά του Ιράν, ενώ η ετήσια παραγωγή παραμένει σχετικά περιορισμένη.

Η επικεφαλής αναλύτρια άμυνας της Bloomberg Economics, Μπέκα Βάσερ, εκτιμά ότι η νέα εποχή των βαλλιστικών πυραύλων δεν δημιουργεί απαραίτητα νέα στρατηγικά διλήμματα, αλλά εντείνει εκείνα που ήδη υπήρχαν. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «η μεγαλύτερη πρόκληση παραμένει το ολοένα αυξανόμενο κόστος της άμυνας απέναντι σε ολοένα πιο εξελιγμένα επιθετικά οπλικά συστήματα».