Η νέα παλιά Μέση Ανατολή: Πολλή βοή, καμία ανατροπή

Ύστερα από χρόνια πολέμου και ανατροπών, η Μέση Ανατολή μοιάζει νέα στην επιφάνεια, αλλά εντυπωσιακά παλιά στον πυρήνα της

Πόλεμος στη Μέση Ανατολή ©EPA/ WAEL HAMZEH

Δυόμισι χρόνια πολέμου, δεκάδες χιλιάδες νεκροί -στη συντριπτική τους πλειονότητα Παλαιστίνιοι-, η κατάρρευση ενός καθεστώτος που κυβερνούσε τη Συρία επί σχεδόν μισό αιώνα και η απώλεια ενός Ανώτατου Ηγέτη έπειτα από 36 χρόνια στην κορυφή της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Θα περίμενε κανείς ότι ύστερα από τέτοιες ανατροπές η Μέση Ανατολή θα είχε αλλάξει ριζικά. Κι όμως, η περιοχή που αναδύεται από την αναταραχή μοιάζει εντυπωσιακά με εκείνη που υπήρχε πριν.

Αυτό υποστηρίζει ο Αμερικανός καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και ειδικός σε θέματα Μέσης Ανατολής F. Gregory Gause III στο άρθρο του «The New Old Middle East: Wars of Sound and Fury» στο Foreign Affairs, περιγράφοντας μια Μέση Ανατολή όπου οι πόλεμοι μετακίνησαν σύνορα, ανέτρεψαν καθεστώτα και αποδυνάμωσαν παλιούς παίκτες, χωρίς όμως να αλλάξουν τις βασικές ισορροπίες. Οι εξελίξεις των τελευταίων ετών κάθε άλλο παρά ασήμαντες ήταν. Το Ιράν και το Ισραήλ έπληξαν για πρώτη φορά απευθείας το έδαφος το ένα του άλλου, εγκαταλείποντας τη λογική του σκιώδους πολέμου, που χαρακτήριζε επί δεκαετίες τη μεταξύ τους σύγκρουση. Ισραήλ και Ηνωμένες Πολιτείες συνεργάστηκαν στρατιωτικά με τρόπο πρωτόγνωρο, ενώ τα κράτη του Κόλπου, που για χρόνια θεωρούσαν ότι βρίσκονται έξω από την άμεση ζώνη κινδύνου, είδαν ενεργειακές εγκαταστάσεις, αεροδρόμια και ξενοδοχεία να γίνονται στόχοι.

Παράλληλα, το Ισραήλ ισοπέδωσε τη Γάζα, έφτασε πιο κοντά στην προσάρτηση της Δυτικής Όχθης, επανήλθε στρατιωτικά στον νότιο Λίβανο και διεύρυνε την παρουσία του σε συριακό έδαφος πέρα από τα Υψίπεδα του Γκολάν. Κι όμως, σύμφωνα με το άρθρο, οι σταθερές της περιοχής άντεξαν. Ξένες δυνάμεις συνεχίζουν να ανταγωνίζονται στο εσωτερικό αδύναμων αραβικών κρατών, η σύγκρουση Ιράν–Ισραήλ παραμένει ανοιχτή, το Παλαιστινιακό εξακολουθεί να μην έχει πολιτική λύση και οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρ’ ότι δεν μπορούν ή δεν θέλουν να επιβάλουν τάξη, παραμένουν υπερβολικά εμπλεκόμενες για να αποχωρήσουν.

Το Ιράν αποδυναμώθηκε, αλλά δεν λύγισε

Από τις 7 Οκτωβρίου 2023 έως τις 28 Φεβρουαρίου 2026 το Ιράν δέχθηκε αλλεπάλληλα πλήγματα, που δημιούργησαν την εικόνα μιας δύναμης πολύ πιο ευάλωτης από όσο θεωρούνταν μέχρι τότε. Η πυρηνική του υποδομή υπέστη τεράστιες καταστροφές από τα ισραηλινά και αμερικανικά χτυπήματα του Ιουνίου του 2025. Το Ισραήλ κατάφερε να σκοτώσει στρατηγούς και πυρηνικούς επιστήμονες μέσα στο ιρανικό έδαφος, ενώ η δολοφονία του ηγέτη της Χαμάς, Ισμαήλ Χανίγια, στην Τεχεράνη αποτέλεσε ακόμη μία επίδειξη της επιχειρησιακής του διείσδυσης.

Η κατάρρευση του καθεστώτος Άσαντ, τον Δεκέμβριο του 2024, έκοψε τη χερσαία σύνδεση της Τεχεράνης με τον Λίβανο. Έναν χρόνο αργότερα, οι οικονομικές δυσκολίες πυροδότησαν ένα νέο κύμα διαδηλώσεων, το οποίο καταπνίγηκε με ιδιαίτερη βιαιότητα. Σύμφωνα με το Human Rights Activists News Agency, οι δυνάμεις ασφαλείας σκότωσαν τουλάχιστον 7.000 διαδηλωτές, ενώ άλλες οργανώσεις ανεβάζουν τον αριθμό των θυμάτων σε δεκάδες χιλιάδες.

Αυτή η συσσώρευση αποτυχιών έκανε την Τεχεράνη να μοιάζει με «χάρτινη τίγρη». Κατά το Foreign Affairs, αυτή ακριβώς η εντύπωση οδήγησε τον Ντόναλντ Τραμπ στην εκτίμηση ότι ένας ακόμη γύρος στρατιωτικών πληγμάτων θα μπορούσε να προκαλέσει την κατάρρευση του καθεστώτος.

Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν τις επιθέσεις της 28ης Φεβρουαρίου, ο Τραμπ κάλεσε δημόσια τους Ιρανούς να πάρουν οι ίδιοι την εξουσία. Η προσδοκία, όμως, διαψεύστηκε.

Το Ιράν αντέδρασε ασκώντας πίεση στα Στενά του Ορμούζ και πλήττοντας γειτονικές χώρες του Κόλπου, υπενθυμίζοντας ότι εξακολουθεί να διαθέτει τα μέσα για να προκαλέσει ευρύτερη περιφερειακή αναστάτωση. Το καθεστώς παρέμεινε όρθιο και οι Φρουροί της Επανάστασης ενίσχυσαν ακόμη περισσότερο τη θέση τους στην εξουσία.

Έτσι, ο πόλεμος που ξεκίνησε με στόχο να αποδυναμώσει το Ιράν είχε τελικά το αντίθετο αποτέλεσμα, εκτιμά ο Gause. Η Τεχεράνη απέκτησε νέα εσωτερική συνοχή, ενώ ενισχύθηκε και το κίνητρό της να προχωρήσει στην απόκτηση πυρηνικών όπλων ως ύστατης εγγύησης αποτροπής.

Η στρατηγική που ακολουθεί εδώ και 47 χρόνια -αντιπαράθεση με το Ισραήλ, αντίσταση στην αμερικανική παρουσία και παρέμβαση στα εσωτερικά αδύναμων αραβικών κρατών- δεν φαίνεται πιθανό να αλλάξει.

Οι πληγωμένοι σύμμαχοι της Τεχεράνης

Το περιφερειακό δίκτυο συμμάχων του Ιράν έχει αποδυναμωθεί, όχι όμως σε βαθμό που να έχει χάσει τη δυνατότητα παρέμβασης. Στο Ιράκ, τα σιιτικά κόμματα που διατηρούν στενές σχέσεις με την Τεχεράνη σημείωσαν καλές επιδόσεις στις εκλογές του Νοεμβρίου του 2025. Τους επόμενους μήνες, φιλοϊρανικές πολιτοφυλακές εξαπέλυσαν πυραυλικές επιθέσεις εναντίον αμερικανικών βάσεων, ενώ η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Άλι αλ Ζαΐντι τοποθέτησε πρόσωπα προσκείμενα στο Ιράν σε κρίσιμες κρατικές θέσεις.

Στον Λίβανο, η εκλογή του Ζοζέφ Αούν στην προεδρία τον Ιανουάριο του 2025 και η αποχώρηση της Χεζμπολάχ από τα σύνορα με το Ισραήλ έως το τέλος της ίδιας χρονιάς είχαν δημιουργήσει προσδοκίες ότι το λιβανικό κράτος θα μπορούσε να ανακτήσει μέρος του ελέγχου. Η ισραηλινή εισβολή στον νότο και η εκτεταμένη αεροπορική εκστρατεία που ακολούθησε ανέτρεψαν αυτές τις προσδοκίες. Περισσότεροι από 4.200 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και περίπου ένα εκατομμύριο εκτοπίστηκαν.

Το παράδοξο, όπως επισημαίνει το Foreign Affairs, είναι ότι η Χεζμπολάχ έχει επιβιώσει ύστερα από περισσότερα από 40 χρόνια σύγκρουσης με το Ισραήλ, ενώ η λιβανική κυβέρνηση ενδέχεται να αποδειχθεί το μεγαλύτερο πολιτικό θύμα της νέας εκστρατείας. Και αυτό παρ’ ότι είχε καταδικάσει την επίθεση της οργάνωσης και είχε δηλώσει έτοιμη να διαπραγματευθεί. Οι Χούθι, από την πλευρά τους, παρέμειναν σχετικά αδρανείς το πρώτο εξάμηνο του 2026, αξιοποιώντας την εκεχειρία που διατηρούσαν με τη Σαουδική Αραβία από το 2022. Το Ριάντ χρηματοδοτούσε την καταβολή μισθών σε Υεμενίτες δημοσίους υπαλλήλους, όμως η ισορροπία αυτή κατέρρευσε και οι Χούθι έχουν πλέον κηρύξει ναυτικό αποκλεισμό κατά της Σαουδικής Αραβίας.

Οι χώρες του Κόλπου στη γραμμή του πυρός

Οι κυβερνήσεις του Κόλπου προσπάθησαν να αποφύγουν την κλιμάκωση. Κράτησαν χαμηλούς τόνους μετά τα πλήγματα του Ιουνίου του 2025 και πίεσαν την Ουάσιγκτον να μην επιτεθεί στο Ιράν στις αρχές του 2026. Η στάση τους, ωστόσο, δεν τις προστάτευσε. Αντίθετα, οι χώρες της περιοχής βρέθηκαν στο επίκεντρο της ιρανικής ανταπόδοσης.

Το μνημόνιο κατανόησης που υπέγραψαν Ιράν και Ηνωμένες Πολιτείες τον Ιούνιο του 2026 δεν περιελάμβανε καμία πρόβλεψη για την ασφάλεια των κρατών του Κόλπου, ούτε αναφερόταν στις επιθέσεις με ιρανικούς πυραύλους και drones. Η απουσία τους από τη συμφωνία ενίσχυσε τον φόβο ότι η Ουάσιγκτον θα μπορούσε να τα εγκαταλείψει, εφόσον εξυπηρετούσε τα δικά της συμφέροντα. Παρ’ όλα αυτά, οι χώρες της περιοχής υποστήριξαν τη συμφωνία, θεωρώντας ότι μια ατελής εκεχειρία ήταν προτιμότερη από έναν νέο γύρο πολέμου. Η κατάρρευσή της, όμως, επιβεβαίωσε τις ανησυχίες τους.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται να απομακρυνθούν από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τα αμερικανικά συστήματα στηρίζουν τις αεράμυνές τους και αποδείχθηκαν κρίσιμα κατά τις επιθέσεις, ενώ δεν υπάρχει άλλος αξιόπιστος εγγυητής ασφάλειας.

Η Κίνα δεν επιθυμεί να αναλάβει αυτόν τον ρόλο και δεν διαθέτει τις απαιτούμενες στρατιωτικές δυνατότητες. Η Ρωσία έχει συνταχθεί με το Ιράν και παραμένει απορροφημένη από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Ευρώπη, Τουρκία, Αίγυπτος και Πακιστάν δεν μπορούν επίσης να προσφέρουν προστασία αντίστοιχη με εκείνη της Ουάσιγκτον. Η σημαντικότερη αλλαγή αφορά τη στάση τους απέναντι στο Ισραήλ. Η προοπτική διεύρυνσης των Συμφωνιών του Αβραάμ, που είχαν υπογραφεί το 2020, έχει ουσιαστικά παγώσει, ιδιαίτερα μετά το ισραηλινό πλήγμα σε κατοικία στο Κατάρ τον Σεπτέμβριο του 2025. Από τις χώρες της περιοχής, μόνο τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα επιβεβαίωσαν ανοιχτά τη σχέση τους με το Ισραήλ.

Η Γάζα παραμένει κατεχόμενη

Στη Γάζα, η εκεχειρία του Οκτωβρίου του 2025 δεν οδήγησε σε ουσιαστική αποκλιμάκωση. Περισσότεροι από 1.000 Παλαιστίνιοι έχουν σκοτωθεί από την έναρξή της, ενώ ο ισραηλινός στρατός εξακολουθεί να ελέγχει περίπου το 70% του θύλακα.

Η διεθνής δύναμη που προβλεπόταν στο σχέδιο 20 σημείων του Τραμπ δεν έχει συγκροτηθεί. Μέχρι τον Ιούλιο του 2026, το Ισραήλ δεν είχε επιτρέψει ούτε την είσοδο της επιτροπής Παλαιστινίων τεχνοκρατών που θα αναλάμβανε τη διοίκηση της περιοχής.

Η κατάσταση στη Δυτική Όχθη κινείται προς ακόμη μεγαλύτερη ένταση. Μέσα στο 2025, Ισραηλινοί στρατιώτες και έποικοι σκότωσαν 240 Παλαιστινίους, ενώ εγκρίθηκαν 54 νέοι οικισμοί – ο μεγαλύτερος ετήσιος αριθμός μετά τις Συμφωνίες του Όσλο το 1993.

Τον Φεβρουάριο του 2026 εγκρίθηκε επίσης νομοθεσία που διευκολύνει τους εποίκους να αγοράζουν γη, ενισχύοντας περαιτέρω την προοπτική μιας σταδιακής de facto προσάρτησης. Παρά την τεράστια στρατιωτική κινητοποίηση και την αλλαγή των δεδομένων επί του πεδίου, το Παλαιστινιακό παραμένει εκεί όπου βρισκόταν: χωρίς συμφωνία, χωρίς πολιτική διαδικασία και χωρίς σαφή προοπτική λύσης.

Η Συρία άλλαξε στρατόπεδο, όχι όμως μοίρα

Η πτώση του Μπασάρ αλ Άσαντ και η άνοδος του Άχμεντ αλ Σάρα συνιστούν, σύμφωνα με το Foreign Affairs, τη σημαντικότερη γεωπολιτική μεταβολή της περιόδου. Η απομάκρυνση του καθεστώτος Άσαντ έβγαλε τη Συρία από τη συμμαχία με το Ιράν, η οποία διατηρούνταν από τη δεκαετία του 1980, και περιόρισε σημαντικά την ιρανική πρόσβαση προς τον Λίβανο. Η χώρα, ωστόσο, εξακολουθεί να είναι βαθιά διαιρεμένη έπειτα από 14 χρόνια εμφυλίου πολέμου. Οι σχέσεις της νέας εξουσίας με τους Αλαουίτες, τους Δρούζους και τους Κούρδους παραμένουν συγκρουσιακές, ενώ η κεντρική κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να επιβάλει πλήρη έλεγχο.

Τον Φεβρουάριο του 2026, οι Ηνωμένες Πολιτείες παρέδωσαν τη βάση Αλ Τανφ στον συριακό στρατό, τερματίζοντας μια στρατιωτική παρουσία που είχε αρχίσει το 2014.

Ο Gause εκτιμά ότι η διατήρηση μιας στοιχειώδους σταθερότητας προϋποθέτει την παραμονή της αμερικανικής στρατιωτικής ισχύος στον Κόλπο. Σε αυτήν περιλαμβάνονται το αρχηγείο του 5ου Στόλου στο Μπαχρέιν, η βάση Αλ Ουντέιντ στο Κατάρ, οι 5.000 έως 10.000 Αμερικανοί στρατιώτες στο Κουβέιτ και η πρόσβαση σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις στο Ομάν και στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Παράλληλα, προτείνει τη δημιουργία ενός πολυμερούς μηχανισμού για τη διαχείριση των Στενών του Ορμούζ, κατά τα πρότυπα των ρυθμίσεων που ισχύουν στη Διώρυγα του Σουέζ, στα Τουρκικά Στενά και στα Στενά της Μαλάκκας. Διαφορετικά, η επόμενη μεγάλη κρίση δεν θα αποτελεί ζήτημα του «αν», αλλά του «πότε». Η Μέση Ανατολή μπορεί να άλλαξε πρόσωπα, κυβερνήσεις και μέτωπα, όχι όμως τους μηχανισμούς που γεννούν ξανά και ξανά τις συγκρούσεις της.