Δικαστήριο στη Συρία καταδίκασε σε θάνατο τον έκπτωτο ηγέτη Μπασάρ αλ-Άσαντ, έπειτα από δίκη που διεξήχθη ερήμην του, κρίνοντάς τον ένοχο για εγκλήματα που περιλαμβάνουν δολοφονίες, βασανιστήρια και αυθαίρετες συλλήψεις κατά τη διάρκεια του 14ετούς πολέμου στη χώρα.
Πρόκειται για την πρώτη καταδίκη του Άσαντ, ο οποίος ανατράπηκε τον Δεκέμβριο του 2024, όταν επίθεση ισλαμιστών ανταρτών έβαλε τέλος τόσο σε δεκαετίες διακυβέρνησης της Συρίας από την οικογενειακή δυναστεία όσο και στον βίαιο πόλεμο που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων Σύρων. Ο Άσαντ εγκατέλειψε τότε την πρωτεύουσα Δαμασκό, όταν πλησίαζαν οι αντάρτες. Σήμερα ζει εξόριστος στη Μόσχα.
Κατά τη διάρκεια της δίκης πρώην κυβερνητικών αξιωματούχων, δικαστής επέβαλε στον Άσαντ τη θανατική ποινή για εγκλήματα που περιγράφονται ως «προμελετημένη και εκ προθέσεως δολοφονία πολλών ατόμων, συμπεριλαμβανομένων παιδιών, βασανιστήρια, αυθαίρετη κράτηση και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας».
Ο Ατέφ Νατζίμπ, αξιωματούχος των υπηρεσιών ασφαλείας επί Άσαντ, καταδικάστηκε επίσης σε θάνατο.
Ο Άσαντ, γεννηθείς το 1965, έγινε πρόεδρος το 2000, μετά τον θάνατο του πατέρα του. Διατήρησε την εξουσία της οικογένειάς του, καθώς και την κυριαρχία της αλαουιτικής κοινότητας σε μια χώρα όπου η πλειονότητα του πληθυσμού είναι σουνίτες μουσουλμάνοι. Παράλληλα, διατήρησε τη Συρία ως σύμμαχο του Ιράν και ως χώρα εχθρικά διακείμενη προς το Ισραήλ και τις ΗΠΑ.
Η διακυβέρνηση του Άσαντ, η οποία στα πρώτα της χρόνια επηρεάστηκε από τον πόλεμο στο Ιράκ και την κρίση στον Λίβανο, καθορίστηκε τελικά από τον εμφύλιο πόλεμο. Η σύγκρουση ξεκίνησε από την Αραβική Άνοιξη του 2011, όταν Σύροι πολίτες βγήκαν στους δρόμους ζητώντας δημοκρατία, για να αντιμετωπίσουν τη βίαιη καταστολή από το καθεστώς.
Μετά την ανατροπή του Άσαντ, ωστόσο, και υπό τη σημερινή κυβέρνηση του ισλαμιστή Αχμέντ Αλ Σαρά, διαπράχθηκαν σειρά δολοφονιών κατά αλαουιτών και χριστιανών από ένοπλα τάγματα πολιτοφυλακών.
