Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπέγραψε υπόμνημα εθνικής ασφάλειας με δύο σημαντικές κατευθύνσεις για το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό (US Navy): την επιστροφή στoυς παραδοσιακούς ατμοκίνητους καταπέλτες στα νεότερα αεροπλανοφόρα και το άνοιγμα, για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, σε ξένα ναυπηγεία για την κατασκευή αμερικανικών πολεμικών πλοίων.
Η πιο άμεση αλλαγή αφορά το τέταρτο αεροπλανοφόρο της κλάσης Gerald R. Ford, το CVN81 Doris Miller.
Το πλοίο, του οποίου η κατασκευή αναμένεται να ξεκινήσει έως το τέλος του 2026 και η παράδοση στο Πολεμικό Ναυτικό στις αρχές του 2034, δεν θα χρησιμοποιήσει το προηγμένο σύστημα Electromagnetic Aircraft Launch System, γνωστό ως EMALS.
Αντί αυτού, ο Τραμπ ζητά την επιστροφή στην τεχνολογία των ατμοκίνητων καταπελτών, που θεωρούνται πιο αξιόπιστη.

F/A-18 Hornet ενώ εκτοξεύεται με καταπέλτη από το αεροπλανοφόρο Χάρι Τρούμαν (CVN75) © U.S. Navy photo by Photographer’s Mate 2nd Class H. Dwain Willis.
Το EMALS χρησιμοποιεί ηλεκτρομαγνητική ενέργεια για να επιταχύνει τα αεροσκάφη κατά την απογείωσή τους από το κατάστρωμα.
Η τεχνολογία αυτή σχεδιάστηκε ώστε να απαιτεί λιγότερη συντήρηση και να προκαλεί μικρότερη καταπόνηση στα αεροσκάφη σε σχέση με το παλαιότερο σύστημα ατμού.
Έχει ήδη χρησιμοποιηθεί στα τρία πρώτα αεροπλανοφόρα της κλάσης Ford και μέχρι τον Μάρτιο του 2026 το USS Gerald R. Ford είχε πραγματοποιήσει 36.863 εκτοξεύσεις αεροσκαφών με το συγκεκριμένο σύστημα.
«Υπερβολικά ακριβό και περίπλοκο»
Ο Τραμπ έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι το EMALS είναι υπερβολικά ακριβό και περίπλοκο. Τον περασμένο μήνα δήλωσε ότι οι ΗΠΑ έχουν δαπανήσει δισ. δολάρια για «ηλεκτρικούς καταπέλτες» που, κατά την άποψή του, δεν λειτουργούν αρκετά καλά.
Η απόφαση όμως δεν αφορά ένα σύστημα που βρίσκεται ακόμη στο στάδιο του σχεδιασμού.
Η General Atomics, η εταιρεία που κατασκευάζει το EMALS, προειδοποίησε ότι σχεδόν το 50% της παραγωγής του συστήματος για το Doris Miller έχει ήδη ολοκληρωθεί. Η αλλαγή σε αυτό το στάδιο, υποστηρίζει η εταιρεία, δημιουργεί σημαντικούς κινδύνους για το κόστος, το χρονοδιάγραμμα και την ενσωμάτωση των νέων συστημάτων στο πλοίο.
Η επιλογή του ατμού αποτελεί συνεπώς όχι μόνο τεχνολογική αλλά και οικονομική απόφαση. Το κόστος της αλλαγής σχεδιασμού αναμένεται να ανέλθει σε εκατοντάδες εκατομμύρια δολάρια, ενώ το Πολεμικό Ναυτικό καλείται να προσαρμόσει ένα πρόγραμμα που έχει ήδη περάσει σε προχωρημένο στάδιο.
Κατασκευή νέων πλοίων σε ξένα ναυπηγεία
Παράλληλα, το υπόμνημα του Τραμπ αλλάζει μια πολύ παλαιότερη αρχή της αμερικανικής ναυπηγικής πολιτικής. Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, ξένες ναυπηγικές εταιρείες μπορούν υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις να κατασκευάσουν πλοία για το αμερικανικό Πολεμικό Ναυτικό στα μητρικά τους ναυπηγεία.
Η δυνατότητα δεν είναι γενικευμένη. Ξένοι όμιλοι που έχουν πραγματοποιήσει «σημαντικές και διαρκείς» επενδύσεις σε αμερικανικά ναυπηγεία θα μπορούν προσωρινά να κατασκευάσουν έως δύο πλοία στα ναυπηγεία της χώρας προέλευσής τους. Τα πλοία θα προορίζονται να καλύψουν γρήγορα κενά στις ανάγκες του Ναυτικού και θα λειτουργούν συμπληρωματικά προς τα πλοία που κατασκευάζονται στις ΗΠΑ.
Η αλλαγή συνδέεται με ένα μεγαλύτερο πρόβλημα: την περιορισμένη δυναμικότητα της αμερικανικής ναυπηγικής βιομηχανίας. Η κυβέρνηση θέλει να αυξήσει την παραγωγή πολεμικών πλοίων, αλλά τα αμερικανικά ναυπηγεία αντιμετωπίζουν ήδη σημαντικούς περιορισμούς στην παραγωγική τους ικανότητα.
Το παράδειγμα της νοτιοκορεατικής Hanwha
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η νοτιοκορεατική Hanwha, η οποία έχει επεκτείνει την παρουσία της στην αμερικανική αμυντική βιομηχανία. Η εταιρεία έχει προσφέρει έως 1,2 δισ. δολάρια για την εξαγορά των αμερικανικών δραστηριοτήτων της αυστραλιανής Austal, καθώς επιδιώκει να ενισχύσει τη θέση της στην αγορά αμυντικών ναυπηγήσεων των ΗΠΑ.
Το ίδιο υπόμνημα προβλέπει επίσης τη δημιουργία ενός πέμπτου ναυπηγείου του Πολεμικού Ναυτικού, με στόχο την αύξηση της δυνατότητας επισκευής υποβρυχίων και αεροπλανοφόρων.
Έτσι, η απόφαση του Τραμπ κινείται ταυτόχρονα σε δύο κατευθύνσεις: από τη μία πλευρά επιδιώκει να μειώσει την εξάρτηση από μια τεχνολογία που θεωρεί ακριβή και περίπλοκη και, από την άλλη, χαλαρώνει προσωρινά τον κανόνα που κρατούσε την κατασκευή αμερικανικών πολεμικών πλοίων εντός των ΗΠΑ. Η δεύτερη αλλαγή δείχνει πόσο πιεστική έχει γίνει η ανάγκη να αυξηθεί γρήγορα η διαθέσιμη ναυπηγική δυναμικότητα.
