Στο μικροσκόπιο του αμερικανικού Υπουργείου Οικονομικών τέθηκε ο κλάδος διύλισης του ομίλου πετροχημικών Hengli , δεχόμενος αυστηρές κυρώσεις για φερόμενες αγορές ιρανικού πετρελαίου, με την κινεζική εταιρεία να διαψεύδει κατηγορηματικά την εμπλοκή της σε τέτοιου είδους εμπορικές συναλλαγές, σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal.
Τον περασμένο χρόνο, ο Κινέζος ηγέτης Σι Τζινπίνγκ κάλεσε δεκάδες επικεφαλής από τις κορυφαίες ιδιωτικές εταιρείες της χώρας σε μια σπάνια συνάντηση, ζητώντας τη συνδρομή τους για να ξεπεράσει η Κίνα τις οικονομικές της δυσκολίες. Σύμφωνα με τα κρατικά μέσα ενημέρωσης, δίπλα σε προσωπικότητες όπως ο Τζακ Μα της Alibaba και ο ιδρυτής της DeepSeek, Λιανγκ Ουενφένγκ, καθόταν ένας 55χρονος άνδρας, ονόματι Τσεν Τζιανχουά, ιδρυτής της Hengli.
Στη Δύση, η Hengli (που στα κινεζικά μεταφράζεται ως «αιώνια δύναμη») ίσως να μην είναι ευρέως γνωστή. Στο εσωτερικό της Κίνας, ωστόσο, αποτελεί βιομηχανικό κολοσσό. Σύμφωνα με τον ιστότοπό της, οι δραστηριότητές της εκτείνονται από τα πετροχημικά και την κλωστοϋφαντουργία έως τη ναυπηγική, απασχολώντας περισσότερους από 300.000 εργαζομένους και καταγράφοντας ετήσια έσοδα που ξεπερνούν τα 100 δισεκατομμύρια δολάρια —επιδόσεις υψηλότερες από εταιρείες όπως η Tesla ή η Boeing.
Παράλληλα, όμως, έχει εξελιχθεί σε βασικό εισαγωγέα παράνομου ιρανικού αργού πετρελαίου, όπως επισημαίνουν αναλυτές του κλάδου, ναυλομεσίτες και το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ. Οι αμερικανικές αρχές επέβαλαν κυρώσεις στον τομέα διύλισης της εταιρείας νωρίτερα φέτος, καταλογίζοντάς της αγορές ιρανικού πετρελαίου αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων. Οι υπόλοιπες δραστηριότητες της Hengli δεν εντάχθηκαν στο καθεστώς κυρώσεων.
Αμερικανοί αξιωματούχοι αναφέρουν ότι η Hengli κυριαρχεί σε ένα τεράστιο οικοσύστημα ανεξάρτητων διυλιστηρίων στην Κίνα, τα οποία αγοράζουν συστηματικά πετρέλαιο υπό κυρώσεις εδώ και χρόνια. Βάσει έκθεσης του Μαρτίου από την Επιτροπή Οικονομικής και Ασφαλιστικής Αναθεώρησης ΗΠΑ-Κίνας, οι συνολικές κινεζικές αγορές ιρανικού πετρελαίου ξεπέρασαν πέρυσι τα 30 δισεκατομμύρια δολάρια, απορροφώντας σχεδόν το σύνολο των ιρανικών εξαγωγών και χρηματοδοτώντας άμεσα το θεοκρατικό καθεστώς. Η στρατηγική αυτή επιτρέπει στη Hengli και σε αντίστοιχες εταιρείες να προμηθεύονται πετρέλαιο με τεράστια έκπτωση (έως και 25%) σε σχέση με τις τιμές της αγοράς, εκτινάσσοντας την κερδοφορία τους.
Από πλευράς της, η Hengli δεν απάντησε στα αιτήματα για σχολιασμό, αν και στο παρελθόν έχει υποστηρίξει ότι συμμορφώνεται πλήρως με τους κανονισμούς, δεν εμπλέκεται σε εμπορικές συναλλαγές με το Ιράν και ότι διαθέτει αντίστοιχες διαβεβαιώσεις από τους προμηθευτές της. Σε ενημερωτικό δελτίο ομολόγων, μάλιστα, είχε αναφέρει ότι το αργό της προέρχεται κυρίως από τη Μέση Ανατολή, φωτογραφίζοντας τη Saudi Aramco και άλλες μη κατονομαζόμενες εταιρείες.
Ο Τσεν, ιδρυτής και πρόεδρος της Hengli, συγκαταλέγεται πλέον στους πλουσιότερους ανθρώπους της Κίνας, με το Forbes να υπολογίζει την περιουσία του στα 20 δισεκατομμύρια δολάρια, έναντι 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων πριν από μία δεκαετία. Αντίστοιχα, η σύζυγός του, Φαν Χονγκουέι, πρόεδρος του τομέα πετροχημικών και διύλισης, κατέχει καθαρή περιουσία άνω των 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων.
Πηγές με γνώση των λειτουργιών της επιχείρησης υπογραμμίζουν ότι η Hengli προμηθεύεται κυρωμένο πετρέλαιο τουλάχιστον από τα τέλη του 2020, εντείνοντας τις αγορές μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Η στροφή στο φθηνό πετρέλαιο τροφοδοτήθηκε εν μέρει από τον υψηλό δανεισμό του κλάδου πετροχημικών, οδηγώντας σε βαριά εξάρτηση από το ρωσικό και ιρανικό αργό.
Τον Μάιο, το κινεζικό Υπουργείο Εμπορίου προέτρεψε δημόσια τις εγχώριες εταιρείες να μην συμμορφωθούν με τη «μαύρη λίστα» των ΗΠΑ, η οποία στόχευε κινεζικά διυλιστήρια, συμπεριλαμβανομένης της Hengli. Αν και οι αγορές της Hengli φαντάζουν ως σταγόνα στον ωκεανό για μια χώρα που εισάγει ετησίως πάνω από 4 δισεκατομμύρια βαρέλια, αναδεικνύουν τα τεράστια περιθώρια κέρδους για όσους παρακάμπτουν τις διεθνείς κυρώσεις. Παράλληλα, τα περισσότερα από 100 ανεξάρτητα διυλιστήρια της Κίνας, σε αντίθεση με τις κρατικές εταιρείες, δεν εξαρτώνται από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα (και το δολάριο), άρα έχουν λιγότερα να χάσουν, προσφέροντας οικονομική «σανίδα σωτηρίας» στην Τεχεράνη. Το ιρανικό πετρέλαιο εξάγεται μειωμένο μετά τους αμερικανικούς ναυτικούς αποκλεισμούς, αν και το Υπουργείο Εξωτερικών της Κίνας δηλώνει άγνοια, καταδικάζοντας σταθερά τις «παράνομες και παράλογες μονομερείς κυρώσεις» της Ουάσιγκτον.
Το χτίσιμο της αυτοκρατορίας
Η πορεία του Τσεν, ο οποίος στα 13 του εγκατέλειψε το σχολείο αδυνατώντας να πληρώσει τα δίδακτρα, και η είσοδός του στο εμπόριο μεταξιού προβάλλεται εντατικά από τα κινεζικά μέσα. Μετά την εξαγορά ενός χρεοκοπημένου εργοστασίου υφαντουργίας μεταξιού από κοινού με τη Φαν, η εταιρεία επεκτάθηκε στον πολυεστέρα. Αποφασίζοντας να καθετοποιήσουν την παραγωγή τους στο καθαρισμένο τερεφθαλικό οξύ (PTA), δρομολόγησαν την κατασκευή του δικού τους διυλιστηρίου στο απομακρυσμένο νησί Τσανγκσίνγκ (όπου ο Τσεν έζησε τέσσερα χρόνια χωρίς καν ρεύμα ή σήμα κινητής). «Μόνο το να μην ελέγχεσαι από άλλους και να μην υποβάλλεσαι σε ασφυκτικό έλεγχο οδηγεί σε βιώσιμη ανάπτυξη», δήλωσε χαρακτηριστικά στην Ένωση Κινεζικών Εφημερίδων. Το project απέσπασε την πλήρη κυβερνητική στήριξη, με τον τότε πρωθυπουργό Λι Κετσιάνγκ να τον ρωτά ευθέως το 2019: «Τι χρειάζεστε από εμάς;».
Το ρυθμιστικό “παράθυρο” και ο “σκιώδης στόλος”
Οι γεωπολιτικές συγκυρίες συνέπεσαν με το επιχειρηματικό άνοιγμα. Το 2015, το Πεκίνο χαλάρωσε τον έλεγχο, επιτρέποντας στα ανεξάρτητα διυλιστήρια -που ασφυκτιούσαν υπό το μονοπώλιο των Sinopec και China National Petroleum- να εισάγουν απευθείας αργό. Όταν ο Ντόναλντ Τραμπ αυστηροποίησε τις κυρώσεις το 2018, πολλοί στράφηκαν στο ιρανικό πετρέλαιο. Σύμφωνα με την Kpler, οι ιρανικές εισαγωγές στην Κίνα υπερδιπλασιάστηκαν μεταξύ 2017 και πέρυσι, αγγίζοντας τα 1,4 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα.
Όπως περιέγραψε τον Μάρτιο η National Business Daily, τα φθηνά βαρέλια έφταναν μέσω «ειδικών καναλιών» από πλοία του «σκιώδους στόλου», προσφέροντας «ένα σημαντικό πλεονέκτημα κόστους προμήθειας, το οποίο αποτελεί επίσης βασικό μέσο επιβίωσης για τον κλάδο εδώ και πολλά χρόνια».
Τον Απρίλιο, το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ έθεσε στο στόχαστρο τη μονάδα της Hengli στο Τσανγκσίνγκ, με ετήσια έσοδα 30 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Η εταιρεία αντέδρασε έντονα, σημειώνοντας πως «αντιτίθεται σθεναρά σε τέτοιες αβάσιμες κατηγορίες» και στις «παράνομες μονομερείς κυρώσεις».
Σύμφωνα με δεδομένα παρακολούθησης της Starboard Maritime Intelligence, του Jason Wang (ingeniSPACE), του Mark Douglas και της Wall Street Journal, η Hengli φέρεται να συνεργάζεται στενά με τον σκιώδη στόλο. Χαρακτηριστικό είναι το πετρελαιοφόρο Seeker 8, το οποίο μαζί με άλλα δύο κυρωμένα πλοία έχει παραδώσει τουλάχιστον 5 εκατομμύρια βαρέλια από το 2023. Τον Ιανουάριο, το Seeker 8 παρέδωσε φορτίο στη Hengli, έχοντας προηγουμένως παραλάβει (τον Δεκέμβριο) 2 εκατομμύρια βαρέλια ιρανικού αργού από πλοίο που φόρτωσε στο νησί Χαργκ. Φτάνοντας στο Τσανγκσίνγκ το πρωί της 27ης Ιανουαρίου, σταμάτησε να εκπέμπει στίγμα. Από τις 7:30 π.μ. έως τις 1:45 μ.μ. της 30ής Ιανουαρίου, συσκότισε τις κινήσεις του. Όταν επανεμφανίστηκε στο σύστημα, το βύθισμά του είχε μειωθεί κατά 9 μέτρα, στοιχείο που αποδεικνύει εκφόρτωση. Το Seeker 8 ήταν μεταξύ των 19 πλοίων που κυρώθηκαν τον Απρίλιο, ενώ το καλοκαίρι μετονομάστηκε σε Ruby, υιοθετώντας την ταυτότητα ενός πλοίου που διαλύθηκε το 2018. Η διαχειρίστρια εταιρεία, με έδρα το Τσετζιάνγκ, αγνόησε τα αιτήματα της LSEG για σχολιασμό.
Παρά τις διεθνείς πιέσεις, το επενδυτικό πλάνο της Hengli δεν φρενάρει. Το 2022 εξαγόρασε στοιχεία ενεργητικού ενός πρώην νοτιοκορεατικού ναυπηγείου στο Νταλιάν έναντι 300 εκατομμυρίων δολαρίων, μετατρέποντάς το στο δεύτερο μεγαλύτερο της Κίνας (βάσει της Clarksons Research). Μόλις λίγες εβδομάδες μετά τις κυρώσεις του Απριλίου, ο ναυπηγικός της βραχίονας υπέγραψε συμβόλαια άνω των 2 δισεκατομμυρίων δολαρίων για λογαριασμό ευρωπαίων πελατών, διασφαλίζοντας ένα πλήρες βιβλίο παραγγελιών, αξίας άνω των 25 δισεκατομμυρίων δολαρίων, με ορίζοντα έως το 2030.
