Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) προειδοποιεί για διόγκωση των ελλειμμάτων, ιστορικά υψηλό δημόσιο χρέος και αυξανόμενο κόστος δανεισμού, ζητώντας επείγουσα δημοσιονομική προσαρμογή, βάζοντας στο τραπέζι τη λιτότητα, όπως πρωτοστάτησε την περίοδο της κρίσης χρέους στην ευρωζώνη με αιχμή το λεγόμενο «ελληνικό δράμα» πριν από 15 χρόνια.
Τώρα στην ευρωζώνη, αδύναμος κρίκος δεν είναι μια «περιφερειακή» χώρα των PIGS, αλλά μια «ώριμη» χώρα, η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία στην Ευρώπη (too big to fail), πολύ μεγάλη για να πέσει στον καιάδα των υπέρογκων ελλειμμάτων και του δημόσιου χρέους, σε συνθήκες στασιμοπληθωρισμού, δηλαδή, στάσιμης ανάπτυξης και επίμονα αυξανόμενου πληθωρισμού, στη σκιά των πολέμων και της ενεργειακής κρίσης.
Όπως αναφέρει το ΔΝΤ, η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων εντείνει τις πιέσεις στους προϋπολογισμούς περιορίζοντας τα περιθώρια των κυβερνήσεων, ενώ η παγκόσμια ανάπτυξη παραμένει εύθραυστη και καλεί τις οικονομίες του πλανήτη να αναλάβουν επειγόντως δράση για την αποκατάσταση των δημόσιων οικονομικών τους, καθώς τα δημοσιονομικά ελλείμματα οδεύουν προς τα υψηλότερα επίπεδα από την πανδημία της Covid-19.
Το ΔΝΤ και το όρια της «ανθεκτικότητας»
Το Ταμείο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη διόγκωση του δημόσιου χρέους και την αύξηση του κόστους δανεισμού, ζητώντας «αξιόπιστα σχέδια δημοσιονομικής προσαρμογής». Με τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων να ανεβαίνουν και τις ανάγκες αναχρηματοδότησης να γίνονται πιο πιεστικές, η επιστροφή στη δημοσιονομική πειθαρχία επανέρχεται στο επίκεντρο, με τις συστάσεις του Ταμείου να παραπέμπουν σε μια νέα περίοδο αυστηρότερου ελέγχου των κρατικών προϋπολογισμών.
Στην έκθεση World Economic Outlook, που δημοσιοποίησε στο πλαίσιο της ετήσιας συνόδου στην Μπανγκόκ., το ΔΝΤ προβλέπει ότι ο καθαρός δανεισμός των ανεπτυγμένων οικονομιών θα φθάσει στο 5,2% του ΑΕΠ το 2026, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2021, όταν οι οικονομίες βρίσκονταν ακόμη υπό την πίεση των περιορισμών της πανδημίας.
Η επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, Σίλβανα Τενρέιρο, προειδοποίησε ότι «η παγκόσμια οικονομία έχει επιδείξει ανθεκτικότητα, αλλά τα περιθώρια αυτής της αντοχής αρχίζουν να εξαντλούνται», επισημαίνοντας ότι οι κίνδυνοι για την ανάπτυξη αυξάνονται. Όπως δήλωσε σε συνέντευξη Τύπου στην Μπανγκόκ, «πρέπει να αποκαταστήσουμε τα δημοσιονομικά περιθώρια», τονίζοντας ότι αυτή είναι η βασική προτεραιότητα για όλες τις κυβερνήσεις, προκειμένου να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα των οικονομιών τους απέναντι σε νέες κρίσεις.
Η επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών έρχεται έπειτα από μήνες αναταράξεων στις διεθνείς αγορές ομολόγων κι ενώ οι επενδυτές ανησυχούν ολοένα περισσότερο για τη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών, τον επίμονο πληθωρισμό και τις αυξημένες χρηματοδοτικές ανάγκες.
Το μήνυμα του Ταμείου είναι σαφές: οι κυβερνήσεις πρέπει να περιορίσουν τα ελλείμματα και να ανακτήσουν τα δημοσιονομικά περιθώρια που θα τους επιτρέψουν να αντιμετωπίσουν μελλοντικές κρίσεις. Η προειδοποίηση δεν αφορά μόνο τις οικονομίες που βρίσκονται ήδη αντιμέτωπες με υψηλό χρέος, αλλά και τα κράτη που εξακολουθούν να δανείζονται με αυξανόμενο κόστος, καθώς οι αγορές γίνονται πιο επιφυλακτικές απέναντι στην προοπτική περαιτέρω δημοσιονομικής επιδείνωσης.

ΔΝΤ: Ελλείμματα και χρέος σε τροχιά επιδείνωσης
Το παγκόσμιο δημόσιο χρέος προβλέπεται να ξεπεράσει το 100% του παγκόσμιου ΑΕΠ έως το 2029, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του ΔΝΤ, με βασικούς παράγοντες την επιδείνωση των δημοσιονομικών μεγεθών στις ΗΠΑ και την Κίνα. Το Ταμείο επισημαίνει ότι οι κυβερνήσεις πρέπει να περιορίσουν τον δανεισμό και να ανακόψουν την ανοδική πορεία του χρέους, το οποίο βρίσκεται ήδη σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του, τα δημοσιονομικά ελλείμματα τόσο των ΗΠΑ όσο και της Κίνας θα αγγίξουν ή θα υπερβούν το 8% του ΑΕΠ το 2026. Οι εκτιμήσεις αυτές βασίζονται σε ευρύτερο ορισμό του δανεισμού από εκείνον που χρησιμοποιούν ορισμένοι εθνικοί δείκτες, γεγονός που εξηγεί εν μέρει τις αποκλίσεις μεταξύ των διαφορετικών προβολών.
Για τις ΗΠΑ, το ΔΝΤ εκτιμά ότι ο καθαρός δανεισμός της γενικής κυβέρνησης θα ανέλθει στο 8,5% του ΑΕΠ το 2026, από 7,1% το 2025. Συγκριτικά, πριν από την πανδημία, το 2019, το αντίστοιχο μέγεθος βρισκόταν στο 5,8% του ΑΕΠ.
Η μέτρηση του Ταμείου περιλαμβάνει, εκτός από τον ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, τον δανεισμό των πολιτειακών και τοπικών κυβερνήσεων στις ΗΠΑ. Για τον λόγο αυτό εμφανίζεται σημαντικά υψηλότερη από άλλες εκτιμήσεις που περιορίζονται στο ομοσπονδιακό έλλειμμα.
Τον Φεβρουάριο, το ανεξάρτητο Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (Congressional Budget Office) προέβλεψε ότι το ομοσπονδιακό έλλειμμα θα διαμορφωνόταν στο 5,8% του ΑΕΠ το 2026, ενώ η δεξαμενή σκέψης Committee for a Responsible Federal Budget το εκτίμησε στο 6,2%.
Οι νέες προβλέψεις του ΔΝΤ συνιστούν επιδείνωση σε σχέση με την έκθεση του Απριλίου και αντανακλούν την αυξανόμενη πίεση στα δημόσια οικονομικά. Η άνοδος των αποδόσεων των ομολόγων έχει καταστήσει ακριβότερη τη χρηματοδότηση των κρατών, ενώ οι μεγάλες ανάγκες αναχρηματοδότησης αυξάνουν την έκθεσή τους σε απότομες μεταβολές των χρηματοπιστωτικών συνθηκών.

Η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα ©ΑΠΕ
Οι συστάσεις για δημοσιονομική προσαρμογή και το κόστος της λιτότητας
Η γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, έχει επανειλημμένα προειδοποιήσει για τους κινδύνους που απορρέουν από τη συσσώρευση χρέους, ζητώντας από τα κράτη-μέλη να λάβουν μέτρα πριν οι πιέσεις ενταθούν περαιτέρω. Τον προηγούμενο μήνα είχε επισημάνει ότι οι πορείες του χρέους στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, απαιτούν άμεση προσοχή σε επίπεδο οικονομικής πολιτικής.
Μιλώντας την Κυριακή στο Qatar Economic Forum στη Νέα Υόρκη, η επικεφαλής του Ταμείου τόνισε ότι η δημοσιονομική εξυγίανση πρέπει να προχωρήσει. Όπως ανέφερε, υπάρχει αυξανόμενη κατανόηση της ανάγκης προσαρμογής, αλλά η δράση παραμένει ανεπαρκής. Ειδικά για τις ΗΠΑ, σημείωσε ότι η Ουάσιγκτον πρέπει να δώσει μεγαλύτερη έμφαση στη δημοσιονομική της θέση.
Αναφερόμενη στις συνομιλίες με τον υπουργό Οικονομικών των ΗΠΑ, Σκοτ Μπέσεντ, η Γκεοργκίεβα υποστήριξε ότι υπάρχει αναγνώριση πως η σημερινή πορεία δεν είναι βιώσιμη και ότι η χώρα πρέπει να μειώσει σταδιακά το έλλειμμα και το χρέος της.
Οι τοποθετήσεις αυτές αποτυπώνουν την κατεύθυνση των συστάσεων του ΔΝΤ: περιορισμός των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, σταδιακή αποκλιμάκωση του χρέους και αποκατάσταση των περιθωρίων παρέμβασης των κυβερνήσεων. Αν και το Ταμείο δεν παρουσιάζει τη δημοσιονομική προσαρμογή ως ενιαία συνταγή περικοπών για όλες τις χώρες, η έμφαση στη συγκράτηση του δανεισμού και στην ενίσχυση των κρατικών προϋπολογισμών επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για μια νέα περίοδο αυστηρότερης δημοσιονομικής πολιτικής.
Παράλληλα, η Γκεοργκίεβα προειδοποίησε ότι ο πληθωρισμός παραμένει «επίμονος» και ότι ενδέχεται να χρειαστεί οι κεντρικές τράπεζες να ακολουθήσουν την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, προχωρώντας σε αυξήσεις επιτοκίων. Το ενδεχόμενο αυτό δημιουργεί πρόσθετες δυσκολίες για τις κυβερνήσεις, καθώς υψηλότερα επιτόκια σημαίνουν ακριβότερη εξυπηρέτηση του υφιστάμενου χρέους και μεγαλύτερη επιβάρυνση των προϋπολογισμών.
Το ΔΝΤ υπογραμμίζει επίσης ότι, καθώς αυξάνονται οι δημοσιονομικές δαπάνες και εντείνονται οι εκλογικές πιέσεις σε πολλές χώρες, οι κεντρικές τράπεζες ενδέχεται να δεχθούν νέες πιέσεις ώστε να διευκολύνουν τον αυξημένο δημόσιο δανεισμό ή να ανεχθούν πληθωρισμό υψηλότερο από τον στόχο τους. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να περιπλέξει περαιτέρω την προσπάθεια σταθεροποίησης των δημόσιων οικονομικών.

Η κρίση στα ομόλογα αυξάνει την πίεση στους προϋπολογισμούς
Η μαζική πώληση ομολόγων εντάθηκε τον Σεπτέμβριο, επιβαρύνοντας περαιτέρω τους κρατικούς προϋπολογισμούς μέσω της αύξησης των δαπανών για τόκους. «Η ανανεωμένη έμφαση στην αποκατάσταση των δημοσιονομικών περιθωρίων είναι επείγουσα, δεδομένων του υψηλού χρέους, του αυξημένου κόστους δανεισμού, των πολλαπλασιαζόμενων απαιτήσεων από τους δημόσιους προϋπολογισμούς και της αυξημένης αβεβαιότητας», σημειώνει το Ταμείο.
Η προειδοποίηση αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα σε ένα περιβάλλον όπου οι κυβερνήσεις καλούνται να χρηματοδοτήσουν ταυτόχρονα ενεργειακές ανάγκες, άμυνα, υποδομές και άλλες δημόσιες προτεραιότητες. Η αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους περιορίζει τα διαθέσιμα κονδύλια για αυτές τις ανάγκες και καθιστά δυσκολότερη την αντιμετώπιση μιας νέας οικονομικής αναταραχής.
Το ΔΝΤ επισημαίνει ακόμη ότι η παγκόσμια οικονομία έχει απορροφήσει μέχρι στιγμής το ενεργειακό σοκ, εν μέρει χάρη στην επενδυτική έκρηξη που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, η ανθεκτικότητα αυτή δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Μετά την επίθεση των ΗΠΑ στο Ιράν, τα ενεργειακά αποθέματα χρησιμοποιήθηκαν για να αντισταθμίσουν τις ελλείψεις στην προσφορά, αλλά τα αποθέματα ασφαλείας ενδέχεται να εξαντληθούν εάν η σύγκρουση παραταθεί.
Η έκθεση προειδοποιεί ότι οι καθοδικοί κίνδυνοι για την ανάπτυξη είναι αυξημένοι και η αποκατάσταση των δημοσιονομικών περιθωρίων είναι αναγκαία ώστε οι οικονομίες να μπορέσουν να ανταποκριθούν σε μελλοντικές πιέσεις.
ΔΝΤ: Περισσότερες τράπεζες στο χείλος του γκρεμού σε ένα κραχ της τεχνητής νοημοσύνης
Περισσότερες τράπεζες παγκοσμίως θα μπορούσαν να βρεθούν σε οριακή θέση σε ένα ακραία δυσμενές οικονομικό σενάριο, προειδοποιεί επίσης το ΔΝΤ, επισημαίνοντας ότι οι κίνδυνοι από την τεχνητή νοημοσύνη (AI) αυξάνονται, παρά την εκρηκτική κερδοφορία του κλάδου.
Στο τελευταίο stress test (τεστ αντοχής), το Ταμείο εξέτασε τις επιπτώσεις ενός κραχ στις αποτιμήσεις εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης, μιας απότομης αύξησης των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και μιας οικονομικής επιβράδυνσης. Σύμφωνα με το δυσμενές σενάριο, το 22% του παγκόσμιου τραπεζικού ενεργητικού θα αντιστοιχούσε σε 110 «αδύναμες» τράπεζες, των οποίων ο βασικός δείκτης κεφαλαιακής επάρκειας θα υποχωρούσε κάτω από το 7% ή από υψηλότερο όριο για τις μεγαλύτερες και πιο σύνθετες τράπεζες.
Η εικόνα είναι χειρότερη από την αντίστοιχη περσινή δοκιμή, όταν το 18% του τραπεζικού ενεργητικού βρισκόταν σε 88 χρηματοπιστωτικά ιδρύματα υπό συνθήκες πίεσης. Ο Αθανάσιος Βαμβακίδης του ΔΝΤ διευκρίνισε ότι κάθε ετήσια αξιολόγηση βασίζεται στους κινδύνους που θεωρούνται σημαντικότεροι τη συγκεκριμένη περίοδο, με κοινή μεθοδολογία. Φέτος, οι κίνδυνοι ενισχύονται από τις διαταραχές στην ενεργειακή προσφορά, τους φόβους για φούσκα στην AI και την άνοδο των αποδόσεων.
«Δεν πρέπει να θεωρούμε την ανθεκτικότητα δεδομένη», σημείωσε, υπογραμμίζοντας ότι τα ευρήματα αποτελούν προειδοποίηση για τις αρχές που εξετάζουν αλλαγές στο ρυθμιστικό πλαίσιο. Στις ΗΠΑ, η απορρύθμιση έχει ενισχύσει την κερδοφορία των τραπεζών και τις διανομές προς τους μετόχους.
Οι προσομοιώσεις κάλυψαν περίοδο τριών ετών, με κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων, κατακερματισμό του εμπορίου, ενεργειακές προκλήσεις και απότομη αναθεώρηση των αποτιμήσεων που συνδέονται με την AI. Τα αποτελέσματα δεν δημοσιοποιούν στοιχεία για μεμονωμένες τράπεζες.
Οι πιο αδύναμοι δανειστές εντοπίζονται κυρίως μεταξύ μικρότερων ιδρυμάτων και περιορισμένου αριθμού μεγάλων τραπεζών. Οι ασιατικές τράπεζες, εξαιρουμένης της Κίνας, εμφανίζουν τη μεγαλύτερη κεφαλαιακή υποχώρηση, ακολουθούμενες από τις ευρωπαϊκές. Οι βορειοαμερικανικές εμφανίζονται ανθεκτικότερες, καθώς τα ισχυρά κέρδη τους ενισχύουν τα κεφαλαιακά αποθέματα.

Το ΔΝΤ χαρακτηρίζει προς το παρόν διαχειρίσιμες τις διασυνδέσεις με τα μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, προειδοποιεί όμως ότι μπορεί να εξελιχθούν σε πηγή ευπάθειας. Ειδικά ορισμένες βορειοαμερικανικές τράπεζες με μεγαλύτερη έκθεση στον συγκεκριμένο τομέα καταγράφουν σημαντική κεφαλαιακή απομείωση στο δυσμενές σενάριο.
Η έκθεση των αμερικανικών τραπεζών έχει αυξηθεί στο 134% των κεφαλαίων Tier 1, από 119% πριν από έναν χρόνο. Τα αντίστοιχα ποσοστά στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο Ηνωμένο Βασίλειο είναι χαμηλότερα, αν και τα διαθέσιμα δημόσια στοιχεία για τις δύο περιοχές είναι πιθανότατα λιγότερο ολοκληρωμένα από εκείνα των ΗΠΑ.
Η επικεφαλής του ΔΝΤ, Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, υπογράμμισε ότι η οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας, καλώντας παράλληλα τις υπερχρεωμένες ανεπτυγμένες οικονομίες να εξυγιάνουν τα δημόσια οικονομικά τους και να επιλέξουν τη διαφοροποίηση του εμπορίου αντί του προστατευτισμού.
Οι παγκόσμιοι ηγέτες και οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής μετατοπίζουν τη συζήτηση από το αν η τεχνητή νοημοσύνη θα επηρεάσει την αγορά εργασίας στο πώς θα περιορίσουν τις αρνητικές επιπτώσεις της, με τη γενική διευθύντρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ), Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, να προβαίνει σε μια δραματική προειδοποίηση, παρομοιάζοντας την εισβολή της AI στην αγορά εργασίας με ένα «τσούνάμι βραδείας κίνησης».
Όπως επεσήμανε, οι νέοι πτυχιούχοι είναι οι πρώτοι που βρίσκονται εκτεθειμένοι σε αυτή την τεχνολογική αναταραχή.
«Οι άνθρωποι για τους οποίους πρέπει να ανησυχούμε, πρώτα απ’ όλα, είναι οι νέοι που εισέρχονται στην αγορά εργασίας», δήλωσε η Γκεοργκίεβα κατά τη διάρκεια συζήτησης στο πλαίσιο των ετήσιων συνόδων του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας στην Μπανγκόκ. Η ίδια εξήγησε ότι οι νέοι παραδοσιακά ξεκινούσαν από επαναλαμβανόμενες εργασίες ρουτίνας για να ανέλθουν επαγγελματικά. «Αλλά αν αυτές οι θέσεις εξαφανιστούν, δεν νομίζω ότι κανένας νέος θέλει να γίνει barista σε καφετέρια ως επαγγελματικό μέλλον», συμπλήρωσε χαρακτηριστικά.
Ανθεκτική ανάπτυξη, αλλά με ολοένα μεγαλύτερες αποκλίσεις
Παρά τις προειδοποιήσεις για τα δημόσια οικονομικά, το ΔΝΤ αναθεώρησε οριακά προς τα πάνω την πρόβλεψή του για την παγκόσμια ανάπτυξη το 2026, κατά 0,1 ποσοστιαία μονάδα, στο 3,1%. Για το 2027 προβλέπει ανάπτυξη 3,4%. Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι ομοιόμορφη, καθώς τα οφέλη από την άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης και οι επιπτώσεις του ενεργειακού σοκ κατανέμονται άνισα μεταξύ των οικονομιών.
Το ΔΝΤ σημειώνει ότι η ανάπτυξη συγκεντρώνεται πλέον σε μικρότερο αριθμό χωρών. Τον Απρίλιο, 54 οικονομίες αντιπροσώπευαν το 95% της παγκόσμιας ανάπτυξης. Έκτοτε, ο αριθμός τους μειώθηκε σε μόλις 32, καθώς πολλαπλασιάστηκαν οι προς τα κάτω αναθεωρήσεις των προβλέψεων.
Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αποτελούν βασικό μοχλό της παγκόσμιας οικονομίας, με την ανάπτυξη να προβλέπεται στο 2,3% τόσο το 2026 όσο και το 2027. Η Γερμανία κατέγραψε σημαντική αναθεώρηση προς τα πάνω, κατά 0,6 ποσοστιαίες μονάδες, λόγω της αύξησης των επενδύσεων στις υποδομές και την άμυνα. Η ανάπτυξή της προβλέπεται στο 1,3% το 2026 και στο 1,1% το 2027.
Η Κίνα, αντίθετα, αναμένεται να επιβραδυνθεί στο 4,5% το 2026, από προηγούμενη πρόβλεψη 5%, και στη συνέχεια στο 4% το 2027. Η Ινδία ξεχωρίζει ως θετική εξαίρεση, με προβλεπόμενη ανάπτυξη 7% τόσο το 2026 όσο και το 2027.
Στη Γαλλία, οι προοπτικές είναι σαφώς ασθενέστερες: το ΑΕΠ αναμένεται να αυξηθεί μόλις κατά 0,4% το 2026 και κατά 0,7% το 2027, με αμφότερες τις εκτιμήσεις να είναι χαμηλότερες κατά 0,2 ποσοστιαίες μονάδες από τις προβλέψεις του Ταμείου τον Ιούλιο. Για το Ηνωμένο Βασίλειο, η ανάπτυξη προβλέπεται να υποχωρήσει στο 1,2%, καθώς οι ενεργειακές τιμές και τα υψηλά επιτόκια επιβαρύνουν την κατανάλωση.
Η Τενρέιρο χαρακτήρισε την Ασία ιδιαίτερα ανθεκτική, επισημαίνοντας ότι η άνθηση της τεχνητής νοημοσύνης αντιστάθμισε τις πιέσεις από τις αγορές εμπορευμάτων. Το Ταμείο, ωστόσο, προειδοποιεί ότι η δυναμική της τεχνητής νοημοσύνης δεν θα ενισχύσει όλες τις οικονομίες στον ίδιο βαθμό, ενώ η αυξημένη χρηματοδότηση του κλάδου συνοδεύεται από χρηματοπιστωτικούς κινδύνους.

Στην έκθεση για την παγκόσμια χρηματοπιστωτική σταθερότητα, το ΔΝΤ εστιάζει σε τρεις βασικές εστίες κινδύνου: πιθανή διόρθωση στις αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη, αυξανόμενες συστημικές απειλές από κυβερνοεπιθέσεις και επιδείνωση των δημοσιονομικών ισοζυγίων. Οι παρατεταμένοι πόλεμοι, οι κυβερνοεπιθέσεις και τα ακραία καιρικά φαινόμενα θα μπορούσαν να επιδεινώσουν το παγκόσμιο ενεργειακό σοκ.
Το Ταμείο προειδοποιεί ότι μια νέα έξαρση του πληθωρισμού και οι ανησυχίες για τη δημοσιονομική κατάσταση των κρατών θα μπορούσαν να προκαλέσουν απότομη άνοδο των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και ευρύτερες αναταράξεις στις αγορές. Σε αυτό το περιβάλλον, η δημοσιονομική εξυγίανση δεν παρουσιάζεται απλώς ως επιλογή οικονομικής πολιτικής, αλλά ως μέσο ενίσχυσης της ανθεκτικότητας απέναντι σε μελλοντικά σοκ.
Το τελικό μήνυμα του ΔΝΤ προς τις υπερχρεωμένες ανεπτυγμένες οικονομίες είναι να βάλουν σε τάξη τα δημόσια οικονομικά τους και να επιλέξουν τη διαφοροποίηση των εμπορικών τους σχέσεων αντί του προστατευτισμού.
Όπως υπογράμμισε η Γκεοργκίεβα, η οικονομική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα αποτελεί την πρώτη γραμμή άμυνας. Με τα ελλείμματα να παραμένουν υψηλά, το χρέος να αυξάνεται και τις αγορές ομολόγων να γίνονται πιο απαιτητικές, οι κυβερνήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με μια δύσκολη εξίσωση: να αποκαταστήσουν τη δημοσιονομική τους αξιοπιστία χωρίς να υπονομεύσουν τις προοπτικές ανάπτυξης.
