Τα τελευταία χρόνια πληθαίνουν οι καταγγελίες για την υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα της Κίνας. Η προσήλωση του Πεκίνου στην ενίσχυση των εξαγωγών και τη διεύρυνση του εμπορικού του πλεονάσματος, με κάθε διαθέσιμο μέσο, έχει υπονομεύσει τις φιλοδοξίες για ανάπτυξη της μεταποιητικής βιομηχανίας τόσο στις ανεπτυγμένες οικονομίες, όπως οι ΗΠΑ και οι ευρωπαϊκές χώρες, όσο και στις αναπτυσσόμενες χώρες της Αφρικής, της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής. Σήμερα υπάρχει μεγαλύτερη διεθνής συναίνεση από ποτέ ως προς τη φύση αυτής της πρόκλησης, αλλά αυτό έχει επηρεάσει ελάχιστα την κινεζική πολιτική, σημειώνει σε εκτεταμένη ανάλυσή του το Foreign Affairs.
Πλέον, όμως, το πρόβλημα μετατρέπεται σε κάτι ποιοτικά διαφορετικό και πολύ πιο επικίνδυνο: η ικανότητα της παγκόσμιας οικονομίας να απορροφά την υπερβάλλουσα παραγωγή της Κίνας πλησιάζει στα όριά της. Κι αν αυτά τα όρια ξεπεραστούν, οι συνέπειες ενδέχεται να οδηγήσουν σε παγκόσμια οικονομική κρίση, σε μια περίοδο κατά την οποία οι κυβερνήσεις είναι εντελώς απροετοίμαστες να διαχειριστούν τις τυχόν επιπτώσεις.
Εν ολίγοις, η επόμενη μεγάλη παγκόσμια οικονομική κρίση θα μπορούσε να ξεκινήσει από την Κίνα, όχι εξαιτίας μιας χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης αντίστοιχης με εκείνη του 2008, αλλά λόγω των αντιφάσεων του ίδιου του αναπτυξιακού της μοντέλου.
Η Κίνα έχει δημιουργήσει το μεγαλύτερο εμπορικό πλεόνασμα που έχει καταγραφεί ποτέ στην ιστορία. Το 2025 προσέγγισε τα 1,2 τρισ. δολάρια, αυξανόμενο με ρυθμό τριπλάσιο από εκείνον του παγκόσμιου εμπορίου αγαθών. Αυτό το οικονομικό μοντέλο έχει αποδειχθεί στρατηγικά επωφελές για την Κίνα και, βραχυπρόθεσμα, έχει συμβάλει στον περιορισμό του πληθωρισμού στον υπόλοιπο κόσμο. Ωστόσο, είναι πολιτικά και διαρθρωτικά μη βιώσιμο, δημιουργώντας έναν ολοένα μεγαλύτερο και υποτιμημένο κίνδυνο για το σύνολο της παγκόσμιας οικονομίας.
Η εντυπωσιακή πορεία οικονομικής ανάπτυξης της Κίνας τις τελευταίες δεκαετίες κατέστη δυνατή χάρη σ’ ένα ευνοϊκό διεθνές περιβάλλον, στο οποίο άλλες χώρες ήταν πρόθυμες να απορροφήσουν φθηνά βιομηχανικά προϊόντα, επωφελούμενες σε αντάλλαγμα από αποτελεσματικές εφοδιαστικές αλυσίδες και οφέλη για τους καταναλωτές.
Ωστόσο, αυτό το διεθνές περιβάλλον έχει πλέον μετατραπεί σε εχθρικό. Η πολιτική ανοχή απέναντι στην αποβιομηχάνιση και στις κρίσιμες εξαρτήσεις που συνεπάγεται η πλημμυρίδα κινεζικών εισαγωγών έχει όρια, τα οποία μάλιστα στενεύουν διαρκώς. Καθώς συνεχίζονται αυτές οι τάσεις, ο προστατευτισμός είναι πιθανό να ενισχυθεί, περιορίζοντας την πρόσβαση των Κινέζων κατασκευαστών στις διεθνείς αγορές και, κατ’ επέκταση, υπονομεύοντας τη στρατηγική της «διπλής κυκλοφορίας» που υιοθέτησε το Πεκίνο το 2020 και η οποία προωθεί τόσο την οικονομική αυτάρκεια στο εσωτερικό της χώρας όσο και τη διατήρηση της συμμετοχής της στις διεθνείς αγορές.
Σήμερα, ωστόσο, η κινεζική οικονομία είναι πολύ μεγαλύτερη και δεν μπορεί να συνεχίσει στην ίδια πορεία χωρίς κάποια στιγμή να εξαντληθεί η διαθέσιμη πελατειακή της βάση. Με απλά λόγια, η Κίνα έχει μεγαλώσει τόσο πολύ, ώστε το οικονομικό της μοντέλο δεν μπορεί πλέον να ανταποκριθεί στο μέγεθός της.
Όταν η κινεζική εξαγωγική μηχανή αρχίσει να επιβραδύνεται, η αναμέτρηση με την πραγματικότητα θα είναι ιδιαίτερα επώδυνη για την ίδια την Κίνα. Ωστόσο, μια σημαντική επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας θα προκαλούσε ισχυρούς κραδασμούς σε ολόκληρο τον κόσμο.
Ούτε οι ΗΠΑ θα έμεναν ανεπηρέαστες από ένα τέτοιο σοκ. Αλλά θα ήταν η μοναδική δύναμη με την οικονομική και θεσμική ικανότητα να σταθεροποιήσει την παγκόσμια οικονομία.
Ο ασφαλέστερος τρόπος για να αποφευχθεί αυτή η δαπανηρή αλληλουχία εξελίξεων είναι η προληπτική και σταδιακή εξισορρόπηση της κινεζικής οικονομίας.
Η παγίδα της υπερπαραγωγής
Η Κίνα μπορεί να μετατραπεί από κινητήρια δύναμη της παγκόσμιας ανάπτυξης σε πηγή μιας νέας διεθνούς οικονομικής κρίσης, καθώς το εξαγωγικό της μοντέλο πλησιάζει στα όριά του, υποστηρίζει η ανάλυση.
Η χώρα αντιπροσωπεύει περίπου το 30% της παγκόσμιας βιομηχανικής παραγωγής, ενώ, σύμφωνα με έκθεση του ΟΗΕ, το μερίδιό της θα μπορούσε να φτάσει το 45% έως το 2030. Η υπερβάλλουσα παραγωγή δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά αποτέλεσμα συνειδητών πολιτικών επιλογών. Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, περίπου το 60% της αύξησης του κινεζικού μεριδίου στην παγκόσμια μεταποίηση αποδίδεται στις κρατικές επιδοτήσεις.
Το κρατικά ελεγχόμενο χρηματοπιστωτικό σύστημα κατευθύνει τεράστιες πιστώσεις προς στρατηγικούς βιομηχανικούς κλάδους, επιτρέποντας στις επιχειρήσεις να συνεχίζουν τις επενδύσεις ακόμη κι όταν δεν είναι κερδοφόρες. Σχεδόν το 30% των κινεζικών βιομηχανικών επιχειρήσεων λειτουργεί με ζημίες, έναντι 20% πριν από την πανδημία. Σε ορισμένους κλάδους υψηλής προτεραιότητας, το ποσοστό φτάνει το 34%.
Παράλληλα, οι κρατικές ενισχύσεις και το υποτιμημένο γουάν επιτρέπουν στις κινεζικές επιχειρήσεις να προσφέρουν τιμές έως και 30% χαμηλότερες από τους διεθνείς ανταγωνιστές τους.
Δημιουργείται έτσι ένας φαύλος κύκλος: οι εταιρείες παράγουν ολοένα περισσότερα προϊόντα με μικρότερα περιθώρια κέρδους, ενώ οι τοπικές κυβερνήσεις διατηρούν στη ζωή ακόμη και ζημιογόνες επιχειρήσεις για να προστατεύσουν την απασχόληση και τα φορολογικά έσοδα.
Η Γερμανία στο επίκεντρο του κινεζικού ανταγωνισμού
Η Ευρώπη βιώνει ήδη τις συνέπειες. Η Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα, καθώς το 2025 οι εξαγωγές της προς την Κίνα μειώθηκαν κατά 9,3% σε ετήσια βάση και κατά 23% σε σύγκριση με το 2022.
Στην αυτοκινητοβιομηχανία, η ανατροπή είναι ακόμη μεγαλύτερη. Οι γερμανικές εξαγωγές αυτοκινήτων προς την Κίνα υποχώρησαν κατά 66% μεταξύ 2022 και 2025, ενώ οι κινεζικές εξαγωγές οχημάτων υπερδιπλασιάστηκαν.
Η γερμανική βιομηχανία μετάλλου και ηλεκτρολογικού εξοπλισμού έχανε σχεδόν 10.000 θέσεις εργασίας μηνιαίως στα τέλη του 2025. Η Volkswagen εξετάζει περικοπές έως 100.000 θέσεων εργασίας, ενώ BMW και Mercedes-Benz προχωρούν σε εκτεταμένες αναδιαρθρώσεις.
Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν τον ευρωπαϊκό προστατευτισμό. Η ΕΕ έχει ήδη επιβάλει αντισταθμιστικούς δασμούς έως 35,3% στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα και εξετάζει νέες απαιτήσεις ευρωπαϊκής παραγωγής σε στρατηγικούς τομείς.
Η παγκόσμια ζήτηση δεν επαρκεί
Τα μεγαλύτερα προβλήματα εντοπίζονται στους κλάδους όπου η Κίνα έχει επενδύσει περισσότερο. Στα φωτοβολταϊκά, η ετήσια κινεζική παραγωγική δυναμικότητα φτάνει τα 1.200 GW, σχεδόν διπλάσια από τις εγκαταστάσεις που πραγματοποιήθηκαν παγκοσμίως την προηγούμενη χρονιά.
Στην αυτοκινητοβιομηχανία, η χώρα διαθέτει δυνατότητα παραγωγής περίπου 55 εκατομμυρίων οχημάτων ετησίως, όταν η συνολική παγκόσμια αγορά υπολογίζεται σε περίπου 90 εκατομμύρια. Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η αγορά ηλεκτρικών οχημάτων: η Κίνα μπορεί να κατασκευάσει περίπου 25 εκατομμύρια ηλεκτρικά και επαναφορτιζόμενα υβριδικά αυτοκίνητα, ενώ η εγχώρια ζήτηση κινείται γύρω στα 12 εκατομμύρια.
Εάν οι ξένες αγορές περιορίσουν περαιτέρω τις εισαγωγές, η κινεζική βιομηχανία κινδυνεύει να βρεθεί αντιμέτωπη με απότομη και παρατεταμένη υποχώρηση της ζήτησης.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει μαζικές χρεοκοπίες επιχειρήσεων, αυξανόμενες ζημίες στις κρατικές τράπεζες, δημοσιονομικά προβλήματα στις τοπικές κυβερνήσεις και σημαντική αύξηση της ανεργίας.
Οι επιπτώσεις δεν θα περιορίζονταν στην Κίνα. Χώρες που εξαρτώνται από τις κινεζικές εισαγωγές πρώτων υλών, όπως η Αυστραλία, η Βραζιλία και η Χιλή, θα αντιμετώπιζαν ισχυρό πλήγμα.
Υπάρχει ήδη ένα προηγούμενο: μεταξύ 2012 και 2015, όταν επιβραδύνθηκαν οι κινεζικές επενδύσεις, οι τιμές του χαλκού μειώθηκαν πάνω από 40%, του πετρελαίου πάνω από 60% και του σιδηρομεταλλεύματος πάνω από 70%.
Η σημερινή κατάσταση ενέχει πρόσθετους κινδύνους. Το δημόσιο χρέος των προηγμένων οικονομιών προσεγγίζει πλέον το 110% του ΑΕΠ, έναντι περίπου 70% πριν από την κρίση του 2008, περιορίζοντας τα περιθώρια κρατικής παρέμβασης.
Πώς θα εξελιχθεί η κρίση, ο διεθνής αντίκτυπος και ο ρόλος των ΗΠΑ
Η αλληλουχία των εξελίξεων που θα μπορούσε να οδηγήσει σε εσωτερική οικονομική κρίση θα είχε ως εξής: Ο περιορισμός των κινεζικών εξαγωγών, μέσα από τον προστατευτισμό, τους δασμούς και την εξάντληση της διεθνούς ζήτησης, θα οδηγούσε σε κατάρρευση των εσόδων και της κερδοφορίας των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα μαζικές χρεοκοπίες βιομηχανιών που ήδη λειτουργούν με ζημίες.
Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, οι αθετήσεις πληρωμών και η μείωση των δημόσιων εσόδων θα προκαλούσαν τραπεζική και δημοσιονομική κρίση, ανεργία και βαθιά οικονομική επιβράδυνση. Μοιραία συνέπεια θα ήταν η πτώση της παραγωγής, η αύξηση του χρέους και η κοινωνική αναταραχή.
Τυχόν βαθιά ύφεση στην Κίνα θα προκαλούσε μεγάλη μείωση των εισαγωγών πρώτων υλών και ενδιάμεσων βιομηχανικών προϊόντων, πλήττοντας τις χώρες που εξαρτώνται από την κινεζική ζήτηση.
Παράλληλα, το Πεκίνο παραμένει ο μεγαλύτερος διμερής πιστωτής του αναπτυσσόμενου κόσμου, κυρίως λόγω των χρηματοδοτήσεων που προσφέρει στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Belt and Road. Εάν αναγκαστεί να διαθέσει περισσότερους πόρους για την αντιμετώπιση μιας εσωτερικής κρίσης, ενδέχεται να περιορίσει τον εξωτερικό δανεισμό. Αυτό θα μπορούσε να προκαλέσει νέο κύμα αναδιαρθρώσεων κρατικού χρέους και αθετήσεων πληρωμών.
Η παγκόσμια οικονομία βρίσκεται σε αντιφατική κατάσταση. Από τη μια πλευρά, οι ισολογισμοί των τραπεζών είναι ισχυρότεροι σε σχέση με το 2009 και το χρηματοπιστωτικό σύστημα διαθέτει καλύτερους μηχανισμούς εντοπισμού κινδύνων. Από την άλλη, οι κυβερνήσεις έχουν πολύ λιγότερα δημοσιονομικά περιθώρια.
Επιπλέον, η περίοδος του φθηνού κρατικού δανεισμού έχει παρέλθει, γεγονός που καθιστά δυσκολότερη τη χρηματοδότηση νέων προγραμμάτων διάσωσης. Στο δυσμενέστερο σενάριο, θα μπορούσαν να χρειαστούν ξανά swap lines από την αμερικανική Fed, αντίστοιχης κλίμακας με εκείνες του 2008 και του 2020, καθώς και πρόσθετοι πόροι από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, χωρίς να θεωρείται δεδομένο ότι τέτοιες παρεμβάσεις επαρκούν για την αποτροπή κύματος κρατικών χρεοκοπιών.
Όπως υποστηρίζει το Foreign Affairs, για να αποφευχθεί νέα κρίση απαιτείται σταδιακή αναδιάρθρωση της κινεζικής οικονομίας, με ενίσχυση της εγχώριας κατανάλωσης, περιορισμό των βιομηχανικών επιδοτήσεων και ανατίμηση του γουάν.
Τονίζεται, μάλιστα, ότι μια διεθνώς συντονισμένη συμφωνία, αντίστοιχης φιλοσοφίας με τη νομισματική συμφωνία Plaza του 1985 για την υποτίμηση του δολαρίου, θα συνέβαλε ώστε η προσαρμογή να πραγματοποιηθεί χωρίς απότομη κατάρρευση του εμπορίου. Οι ΗΠΑ θα κληθούν να αναλάβουν σχετικές πρωτοβουλίες, αρχής γενομένης από τη Σύνοδο της G20 στο Μαϊάμι τον Δεκέμβριο.
Από την άλλη, εκτιμάται ότι εάν η Κίνα συνεχίσει να αναβάλλει τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, οι συνέπειες δεν θα περιοριστούν στο εσωτερικό της. Η εξάντληση του εξαγωγικού της μοντέλου θα μπορούσε να προκαλέσει αλυσιδωτή κρίση στην παγκόσμια οικονομία, με επιπτώσεις που δεν έχουν παρατηρηθεί από το 2008-2009.
