Όσοι προσδοκούν ότι τα τελευταία δύο χρόνια της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ στις ΗΠΑ θα είναι ηπιότερα από τα πρώτα έξι, πιθανότατα θα διαψευστούν.Οι ενδιάμεσες εκλογές της 3ης Νοεμβρίου ενδέχεται να περιορίσουν δραστικά την επιρροή του στο Κογκρέσο, χωρίς, ωστόσο, να ανακόψουν τις φιλοδοξίες του στην παγκόσμια σκακιέρα. Αντιθέτως, η εξωτερική πολιτική μπορεί να εξελιχθεί στο βασικό πεδίο διεκδίκησης πολιτικής κληρονομιάς, με συνέπειες για τη διεθνή σταθερότητα και τις παγκόσμιες αγορές.
Το πολιτικό αδιέξοδο στις ΗΠΑ και η στροφή Τραμπ στο εξωτερικό
Με τους Δημοκρατικούς να εμφανίζονται ως φαβορί για την ανάκτηση της Βουλής των Αντιπροσώπων και τον έλεγχο της Γερουσίας να παραμένει αβέβαιος, η νομοθετική ατζέντα του Τραμπ κινδυνεύει να περιθωριοποιηθεί.
Η συνεργασία με ένα Δημοκρατικό Κογκρέσο θεωρείται δύσκολη, ενώ οι έρευνες για τη συμπεριφορά του προέδρου ενδέχεται να απορροφήσουν σημαντικό μέρος της πολιτικής του ενέργειας.
Η εξέλιξη αυτή δεν είναι ασυνήθιστη για έναν πρόεδρο που εισέρχεται στην τελική περίοδο της θητείας του. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1960, κανένας Αμερικανός πρόεδρος δεν αποχώρησε από τον Λευκό Οίκο διατηρώντας το κόμμα του τον έλεγχο και των δύο σωμάτων του Κογκρέσου, εξηγούν αναλυτές στο Politico.
Ιστορικά, οι περιορισμοί στο εσωτερικό συχνά ωθούν τους προέδρους σε πιο ενεργή διεθνή δράση.
Ο Μπαράκ Ομπάμα υπέγραψε τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, ο Μπιλ Κλίντον προώθησε την εξομάλυνση των εμπορικών σχέσεων με την Κίνα και την ένταξή της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, ενώ ο Ρόναλντ Ρίγκαν συνέβαλε στον τερματισμό μιας ολόκληρης κατηγορίας πυρηνικών πυραύλων μέσω συμφωνίας με τη Σοβιετική Ένωση.

Το American Airlines Center στο Ντάλας, όπου διεξάγεται το συνέδριο των Ρεπουμπλικανών © EPA/JIM LO SCALZO
Τραμπ: Ρωσία, Κίνα και Ουκρανία στο επίκεντρο των ΗΠΑ
Ο Τραμπ έχει ήδη καταστήσει σαφές ότι επιδιώκει να αφήσει ισχυρό διεθνές αποτύπωμα. Ένα ενδεχόμενο τριμερές ραντεβού με τον Ρώσο πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν και τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ προκαλεί ανησυχία στην Ευρώπη, καθώς θα μπορούσε να οδηγήσει σε συμφωνίες που θα αναδιαμόρφωναν τις ισορροπίες μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων.
Την ίδια ώρα, ο πόλεμος στην Ουκρανία εξακολουθεί να αποτελεί δοκιμασία για τον Αμερικανό πρόεδρο, ο οποίος είχε υποσχεθεί ειρήνη από την πρώτη ημέρα της θητείας του. Η έντονη δυσαρέσκειά του απέναντι στον Βολοντίμιρ Ζελένσκι και οι δηλώσεις του που εμφανίζονται να ευνοούν τη ρωσική πλευρά εντείνουν την αβεβαιότητα στο Κίεβο και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες.
Ωστόσο, οι διακυμάνσεις της στάσης του Τραμπ καθιστούν δύσκολη κάθε ασφαλή πρόβλεψη. Η πρόσφατη συνάντηση του Ζελένσκι με τον ειδικό απεσταλμένο του Αμερικανού προέδρου, Στιβ Γουίτκοφ, στη Νορβηγία φέρεται να βελτίωσε το κλίμα.
Τραμπ–Πούτιν: Το ενεργειακό άνοιγμα και το ουκρανικό αδιέξοδο
Ο Βλαντίμιρ Πούτιν συμφώνησε επί της αρχής να επαναληφθούν, πιθανότατα μετά τις 10 Νοεμβρίου, οι τριμερείς συνομιλίες Ρωσίας, ΗΠΑ και Ουκρανίας σε τεχνικό επίπεδο στο Άμπου Ντάμπι, σύμφωνα με τον σύμβουλό του Γιούρι Ουσακόφ.
Η εξέλιξη ακολούθησε τρίωρη συνάντηση του Ρώσου προέδρου με τον Αμερικανό απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ στην Αγία Πετρούπολη, μια μέρα μετά τη συνάντηση με τον Ζελένσκι.
Ωστόσο, οι προοπτικές συμφωνίας παραμένουν περιορισμένες, καθώς η Μόσχα επιμένει στον πλήρη έλεγχο του Ντονέτσκ και στον αποκλεισμό της Ουκρανίας από το ΝΑΤΟ. Ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι υποστηρίζει ότι απαιτείται σύνοδος κορυφής για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο.
Παράλληλα, ο Ρώσος αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Αλεξάντερ Νόβακ ανακοίνωσε την αναχώρηση δεξαμενόπλοιου με 40.000 τόνους ρωσικού ντίζελ προς τις ΗΠΑ.
Ο Γουίτκοφ εκτίμησε ότι η άρση της απαγόρευσης εξαγωγών θα συμβάλλει στη μείωση του κόστους για Αμερικανούς αγρότες και μεταφορείς, σε μια περίοδο ενεργειακών πιέσεων λόγω και του πολέμου με το Ιράν.
Η προσέγγιση του Ντόναλντ Τραμπ προς τη Μόσχα, με αιχμή τη χαλάρωση των περιορισμών στο ρωσικό ντίζελ και την αναστολή νέων κυρώσεων, συνεχίζει πάντως να προκαλεί ανησυχία στο Κίεβο και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αλλά και αντιδράσεις στο εσωτερικό των ΗΠΑ.

Ο Ρώσος πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν συνομιλεί με τον ειδικό απεσταλμένο του προέδρου των ΗΠΑ, Στιβ Γουίτκοφ στην Αγία Πετρούπολη, στη Ρωσία ©ΑΠΕ
ΗΠΑ: Ρεπουμπλικανικές αντιδράσεις για τα εγκώμια Γουίτκοφ στον Πούτιν
Σφοδρές αντιδράσεις προκάλεσε στις ΗΠΑ ο χαρακτηρισμός του Πούτιν ως «ανθρωπιστή» από τον Γουίτκοφ, με αφορμή την απελευθέρωση του 74χρονου Αμερικανού Στίβεν Χάμπαρντ, ο οποίος κρατούνταν στη Ρωσία επί τέσσερα χρόνια. Ο Αμερικανός απεσταλμένος ευχαρίστησε δημόσια τον Ρώσο πρόεδρο, επαινώντας τον για την απελευθέρωση του κρατουμένου.
Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Τομ Τίλις χαρακτήρισε τη δήλωση «ντροπιαστική και εξωφρενική», αντιπαραβάλλοντας τον χαρακτηρισμό με τη δράση του Ρώσου προέδρου. Ο γερουσιαστής Τζον Κόρνιν αποκάλεσε τον Πούτιν «ψυχρό δολοφόνο», ενώ ο βουλευτής Ντον Μπέικον έκανε λόγο για «άλλη μια ντροπή».
Αντίστοιχα, ο πρώην πρέσβης των ΗΠΑ στην Ουκρανία, Γουίλιαμ Τέιλορ, χαρακτήρισε απογοητευτικό τον δημόσιο έπαινο προς τη Μόσχα για την απελευθέρωση ενός ανθρώπου που, όπως τόνισε, δεν θα έπρεπε να είχε φυλακιστεί. Αντίθετα, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς υπερασπίστηκε τον Γουίτκοφ, δίνοντας προτεραιότητα στην επιστροφή του Αμερικανού στην οικογένειά του.
Η αντιπαράθεση αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς συμπίπτει με τη χαλάρωση της πίεσης προς τη Ρωσία και αναδεικνύει τις διαφωνίες στο εσωτερικό των Ρεπουμπλικάνων για τη στρατηγική της Ουάσιγκτον απέναντι στο Κρεμλίνο.
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση αναζητά πρόσθετη χρηματοδότηση για την Ουκρανία, η οποία ζητά επιπλέον 70 δισ. ευρώ πέραν των 90 δισ. ευρώ που έχουν εγκριθεί από τους Ευρωπαίους συμμάχους της. Οι Βρυξέλλες στρέφονται προς τη Βρετανία και τον Καναδά, ενώ το Κίεβο αντιμετωπίζει ελλείψεις πυραύλων Patriot.
Το ενδεχόμενο τριμερούς συνάντησης Τραμπ, Πούτιν και Σι Τζινπίνγκ ενισχύει, επίσης, τους φόβους σε Κίεβο και Βρυξέλλες ότι θα επιχειρήσουν να διαμορφώσουν τους όρους της μεταπολεμικής τάξης χωρίς ουσιαστική συμμετοχή της Ουκρανίας και της Ευρώπης. Το διακύβευμα δεν είναι μόνο ο τερματισμός των εχθροπραξιών, αλλά και η συνοχή της δυτικής συμμαχίας.

Iρανή έξω από την πρώην πρεσβεία των ΗΠΑ στην Τεχεράνη © EPA/ABEDIN TAHERKENAREH
ΗΠΑ-Ιράν και Μέση Ανατολή: Ο κίνδυνος νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης
Το Ιράν αναμένεται επίσης να επανέλθει δυναμικά στην αμερικανική ατζέντα μετά τις εκλογές. Ο Τραμπ έχει αποκλείσει νέες στρατιωτικές επιθέσεις πριν από τις 3 Νοεμβρίου, λαμβάνοντας υπόψη τις ήδη δυσμενείς δημοσκοπικές επιδόσεις των Ρεπουμπλικανών. Μετά την κάλπη, όμως, οι πολιτικοί περιορισμοί ενδέχεται να μειωθούν.
Στη σύνοδο του ΟΗΕ τον προηγούμενο μήνα, ο πρόεδρος δήλωσε ότι εξετάζει ακόμη και το ενδεχόμενο «εξόντωσης» του Ιράν. Παράλληλα, σύμφωνα με το Fox News, τρίτο αμερικανικό αεροπλανοφόρο κατευθύνεται προς τον Περσικό Κόλπο, εξέλιξη που ενισχύει τις ανησυχίες για νέα στρατιωτική αναμέτρηση.
Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, ιδίως λόγω των πιθανών επιπτώσεων στην ενεργειακή τροφοδοσία και στις τιμές του πετρελαίου. Το οικονομικό κόστος μιας κλιμάκωσης θα εξαρτηθεί από τη διάρκεια και την έκταση των επιχειρήσεων, καθώς και από το εάν θα επηρεαστούν κρίσιμες θαλάσσιες οδοί.
Ήδη, η Μέση Ανατολή βρίσκεται σε κατάσταση αυξημένης επιφυλακής καθώς οι επιθέσεις των Χούθι στη Σαουδική Αραβία οδήγησαν την Ουάσιγκτον στην απομάκρυνση μη απαραίτητου διπλωματικού προσωπικού και των οικογενειών τους, ενώ αμερικανικά δημοσιεύματα αποκαλύπτουν ότι ΗΠΑ και Ισραήλ εξετάζουν το ενδεχόμενο επανέναρξης στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά του Ιράν.
Οι εξελίξεις ενισχύουν τους φόβους για νέα κλιμάκωση, με επίκεντρο τις ενεργειακές υποδομές, το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης και την ασφάλεια των θαλάσσιων και εμπορικών διαδρόμων της περιοχής.
Η απόφαση του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για απομάκρυνση διπλωματών ελήφθη μετά από επιθέσεις των Χούθι με νεκρούς, τόσο στο διεθνές αεροδρόμιο King Fahd, στην ανατολική Σαουδική Αραβία, όσο και στο πετρελαϊκό κοίτασμα Shaybah, που διαχειρίζεται η Saudi Aramco.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με δημοσίευμα των New York Times, οι αμερικανικές και ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις έχουν εκπονήσει συγκεκριμένα σχέδια για μια νέα, σύντομη και εντατική επιχείρηση κατά του Ιράν, πιθανότατα μετά τις αμερικανικές ενδιάμεσες εκλογές. Οι πιθανοί στόχοι περιλαμβάνουν πυρηνικές εγκαταστάσεις, το οπλοστάσιο πυραύλων και drones, καθώς και ενεργειακές υποδομές.
Ωστόσο, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει εγκρίνει νέα επίθεση, έχοντας αναβάλει επανειλημμένα αντίστοιχα σχέδια, ακόμη και όταν οι στρατιωτικές προετοιμασίες βρίσκονταν σε προχωρημένο στάδιο.
Η Ουάσιγκτον επιχειρεί παράλληλα να αξιοποιήσει την απειλή στρατιωτικής επέμβασης ως μοχλό πίεσης στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν και τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ.

Ο Τραμπ και το επιτελείο του παρακολουθούν τους βομβαρδισμούς στο Ιράν © EPA/WHITE HOUSE / HANDOUT EDITORIAL USE ONLY/NO SALESHANDOUT EDITORIAL USE ONLY/NO SALES
ΗΠΑ: Το ενεργειακό κόστος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τον Λευκό Οίκο
Η Τεχεράνη, ωστόσο, δεν εμφανίζεται διατεθειμένη να αποδεχθεί τις αμερικανικές απαιτήσεις, προειδοποιώντας ότι μια νέα σύγκρουση δεν θα είναι ούτε σύντομη ούτε περιορισμένη. Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν απειλήσει με πλήγματα σε διυλιστήρια, ενεργειακές εγκαταστάσεις, data center και υποθαλάσσια καλώδια διαδικτύου.
Το ενεργειακό κόστος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τον Λευκό Οίκο. Μια νέα επίθεση θα μπορούσε να προκαλέσει άνοδο στις τιμές πετρελαίου και καυσίμων, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις στις ΗΠΑ και διεθνώς. Παράλληλα, η προηγούμενη πολεμική φάση επιβάρυνε τα αποθέματα πυραύλων αναχαίτισης του αμερικανικού στρατού, δημιουργώντας πρόσθετους επιχειρησιακούς περιορισμούς.
Το ενδεχόμενο επανέναρξης των επιχειρήσεων παραμένει ανοιχτό, χωρίς να αποτελεί ειλημμένη απόφαση, δημιουργώντας νέες εντάσεις στο εσωτερικό ΗΠΑ ενόψει των ενδιαμέσεων εκλογών.
Η απομάκρυνση διπλωματικού προσωπικού, η ενίσχυση των στρατιωτικών προετοιμασιών και η αδυναμία επίτευξης ουσιαστικής διπλωματικής προόδου καταδεικνύουν ότι η περιοχή εισέρχεται σε περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας, με πιθανές συνέπειες για την περιφερειακή ασφάλεια και την παγκόσμια οικονομία.

Ντόναλντ Τραμπ και Ζελένσκι με τους Ευρωπαίους στον Λευκό Οίκο για την ειρήνη στην Ουκρανία © EPA/AARON SCHWARTZ
ΝΑΤΟ, Ευρώπη και πολιτική στήριξη στην ακροδεξιά
Σε ένα ακόμα διεθνές μέτωπο, στην Ασία, επίσης, ο Τραμπ έχει επανειλημμένα εκφράσει θετική διάθεση για συνομιλίες με τον Βορειοκορεάτη ηγέτη Κιμ Γιονγκ Ουν, ενώ παράλληλα περιορίζει στρατιωτικές δραστηριότητες και ασκήσεις στη Νότια Κορέα.
Στην Ευρώπη, η αναθεώρηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας προκαλεί ανησυχία στους συμμάχους του ΝΑΤΟ, οι οποίοι φοβούνται ενδεχόμενη αποχώρηση αμερικανικών δυνάμεων από κράτη-μέλη.
Επιπλέον, ο Αμερικανός πρόεδρος δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να στηρίξει δημόσια τη Γαλλίδα ακροδεξιά πολιτικό Μαρίν Λεπέν, σε μια περίοδο κατά την οποία αρκετές ευρωπαϊκές χώρες εισέρχονται σε κρίσιμους εκλογικούς κύκλους.
Η στρατηγική εξωτερικής πολιτικής της κυβέρνησής Τραμπ προβλέπει, άλλωστε, υποστήριξη εθνικιστικών και ακροδεξιών σχηματισμών, γεγονός που ενδέχεται να ενθαρρύνει παρεμβάσεις από πρόσωπα του στενού του περιβάλλοντος, όπως ο Έλον Μασκ.
Παράλληλα, οι συμφωνίες που ανακοίνωσε ο Λευκός Οίκος για τη Γροιλανδία και την αποδέσμευση αποθεμάτων ντίζελ αναδεικνύουν μια ακόμη πτυχή της πολιτικής του: τη σημασία της επικοινωνιακής εικόνας, σημειώνουν αναλυτές στο Politico. Ενώ η αμερικανική κυβέρνηση παρουσίασε τις συμφωνίες ως ιστορικές επιτυχίες, αναλυτές αμφισβήτησαν το εύρος των πρακτικών αλλαγών.
Για τον Τραμπ, πάντως, η πολιτική εντύπωση μπορεί να έχει σχεδόν την ίδια βαρύτητα με το απτό αποτέλεσμα.
Αυτό καθιστά τη διετία μετά τις ενδιάμεσες εκλογές περίοδο αυξημένης αβεβαιότητας: ακόμη κι αν οι εσωτερικοί πολιτικοί περιορισμοί ενταθούν, οι διεθνείς πρωτοβουλίες του προέδρου ενδέχεται να γίνουν πιο φιλόδοξες, με συνέπειες που θα ξεπεράσουν τα αμερικανικά σύνορα.
