Η συμφωνία μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας για το μέλλον της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας μπορεί να έδωσε διέξοδο σε ένα παρατεταμένο πολιτικό αδιέξοδο στις Βρυξέλλες, ωστόσο δύσκολα θα αντιμετωπίσει τα βαθύτερα προβλήματα του κλάδου. Όπως αναφέρει το Politico, η χαλάρωση των στόχων για τις εκπομπές ρύπων και οι αυστηρότεροι κανόνες «Made in Europe» προκαλούν ήδη αντιδράσεις, καθώς εκφράζονται φόβοι ότι θα περιορίσουν την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών κατασκευαστών, σε μια περίοδο κατά την οποία οι κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες ενισχύουν ταχύτατα την παρουσία τους στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η συμφωνία επιτεύχθηκε στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής της 15ης και 16ης Οκτωβρίου, με το Βερολίνο να αποδέχεται αυστηρότερες απαιτήσεις ευρωπαϊκής προέλευσης για τα αυτοκίνητα, στο πλαίσιο της προτεινόμενης Πράξης Επιτάχυνσης της Βιομηχανίας (Industrial Accelerator Act – IAA). Σε αντάλλαγμα, το Παρίσι συμφώνησε να στηρίξει τη χαλάρωση των ευρωπαϊκών στόχων μείωσης των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
Πρόκειται για έναν πολιτικό συμβιβασμό μεταξύ των δύο μεγαλύτερων οικονομιών της ΕΕ, ο οποίος διευκόλυνε τις διαπραγματεύσεις στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, χωρίς ωστόσο να εξασφαλίζει την τελική έγκριση των αλλαγών.
Η κινεζική επέλαση και οι πιέσεις στις ευρωπαϊκές εταιρείες
Η συμφωνία έρχεται σε μια κρίσιμη συγκυρία για την ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία. Οι πωλήσεις ηλεκτρικών αυτοκινήτων αυξάνονται και πλέον αντιπροσωπεύουν το 23% της ευρωπαϊκής αγοράς, όμως σημαντικό μέρος της ανάπτυξης καρπώνονται κινεζικές εταιρείες.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Leapmotor, οι πωλήσεις της οποίας αυξήθηκαν σχεδόν κατά 400% σε ετήσια βάση κατά το πρώτο εννεάμηνο του 2026.
Την ίδια στιγμή, γερμανικοί αυτοκινητοβιομηχανικοί όμιλοι προχωρούν σε περικοπές δεκάδων χιλιάδων θέσεων εργασίας και κλείσιμο εργοστασίων, επιχειρώντας να προσαρμοστούν στις αυξημένες πιέσεις κόστους και ανταγωνισμού.
Ο Ferdinand Dudenhöffer, πρώην στέλεχος της αυτοκινητοβιομηχανίας και επικεφαλής του Center for Automotive Research στο Μπόχουμ, προειδοποιεί ότι η Ευρώπη χάνει πολύτιμο χρόνο, τον οποίο θα έπρεπε να αξιοποιεί για την ανάπτυξη ανταγωνιστικότερων ηλεκτρικών οχημάτων. Κατά την εκτίμησή του, οι καθυστερήσεις ενισχύουν τελικά τους Κινέζους ανταγωνιστές.
Τι αλλάζει στους στόχους εκπομπών για το 2035
Στο επίκεντρο της γαλλογερμανικής συμφωνίας βρίσκεται η αναθεώρηση του στόχου για το 2035, ο οποίος προέβλεπε μείωση κατά 100% των εκπομπών από τα νέα αυτοκίνητα, σε σύγκριση με τα επίπεδα του 2021.
Παρίσι και Βερολίνο εισηγούνται πλέον μείωση κατά 90%, χωρίς να απαιτείται αντιστάθμιση των υπολειπόμενων εκπομπών μέσω επενδύσεων σε εναλλακτικά καύσιμα ή πράσινο χάλυβα.
Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, πάντως, διαμορφώθηκε διαφορετικός συμβιβασμός μεταξύ του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, των Σοσιαλιστών και Δημοκρατών και της Renew Europe.
Η πρόταση προβλέπει μείωση εκπομπών κατά 87,5% σε σχέση με το 2021, με περιθώριο 5% χωρίς πρόσθετες προϋποθέσεις και 7,5% που θα πρέπει να αντισταθμίζεται μέσω πράσινου χάλυβα.
Στις 22 Οκτωβρίου, δύο κοινοβουλευτικές επιτροπές ενέκριναν τον συμβιβασμό, ενώ η αρμόδια Επιτροπή Περιβάλλοντος (ENVI) αναμένεται να ψηφίσει στις 4 Νοεμβρίου.
Στη συνέχεια θα απαιτηθούν διαπραγματεύσεις μεταξύ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου της ΕΕ, προκειμένου να διαμορφωθεί η τελική νομοθετική συμφωνία.
Γιατί δεν ικανοποιούνται οι αυτοκινητοβιομηχανίες
Παρά τη χαλάρωση των περιβαλλοντικών στόχων, οι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες εμφανίζονται επιφυλακτικές.
Η γερμανική ένωση κατασκευαστών αυτοκινήτων VDA αναγνώρισε ότι ο κοινοβουλευτικός συμβιβασμός περιλαμβάνει βελτιώσεις έναντι της αρχικής πρότασης της Κομισιόν, αλλά υποστήριξε ότι δεν επαρκεί για να εξασφαλίσει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής παραγωγής.
Ακόμη μεγαλύτερες επιφυλάξεις διατύπωσε για τη γαλλογερμανική συμφωνία, ζητώντας περισσότερη ευελιξία και ευρύτερο ορισμό του «Made in Europe».
Η βασική ανησυχία αφορά τον κίνδυνο να αποκλειστούν σημαντικοί εμπορικοί εταίροι από ευρωπαϊκά προγράμματα στήριξης, δημόσιες προμήθειες και χρηματοδοτήσεις.
Ο κίνδυνος εμπορικών αντιποίνων
Σύμφωνα με τον συμβιβασμό, η Γερμανία αποδέχθηκε τη γαλλική απαίτηση ο χαρακτηρισμός «Made in Europe» να περιορίζεται στα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ, με δυνατότητα συμμετοχής του Ηνωμένου Βασιλείου υπό προϋποθέσεις.
Η επιλογή αυτή προκαλεί αντιδράσεις και σε άλλους βιομηχανικούς κλάδους, οι οποίοι φοβούνται περιορισμό των εξαγωγικών ευκαιριών.
Γερμανικές ενώσεις μηχανολογικού και ψηφιακού εξοπλισμού προειδοποίησαν με επιστολή τους προς τον καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς ότι οι περιορισμοί ενδέχεται να προκαλέσουν αντίποινα από εμπορικούς εταίρους, πλήττοντας τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις στις διεθνείς αγορές.
Ο Ignacio García Bercero, ερευνητής του Bruegel στις Βρυξέλλες, χαρακτήρισε ιδιαίτερα ακραία την προσέγγιση Παρισιού και Βερολίνου, υποστηρίζοντας ότι αντανακλά περισσότερο πολιτικές επιδιώξεις παρά πραγματικές βιομηχανικές ανάγκες.
Διπλωματική νίκη για τον Μακρόν, αλλά η συμφωνία δεν έχει κλειδώσει
Η γαλλική κυβέρνηση παρουσιάζει τον συμβιβασμό ως σημαντική διπλωματική επιτυχία του Εμανουέλ Μακρόν, καθώς το Βερολίνο αποδέχθηκε αυστηρότερους κανόνες ευρωπαϊκής προέλευσης.
Από την άλλη πλευρά, ο Μερτς εξασφάλισε μεγαλύτερη ευελιξία στους στόχους εκπομπών, χωρίς όμως να πετύχει την πλήρη κατάργηση των περιορισμών για τους κινητήρες εσωτερικής καύσης, όπως είχε υποσχεθεί προεκλογικά.
Τα εμπόδια παραμένουν σημαντικά. Το τελευταίο σχέδιο συμβιβασμού στο Συμβούλιο προβλέπει ευρύτερη συμμετοχή εμπορικών εταίρων στον ορισμό του «Made in Europe», διαφοροποιούμενο από τη γαλλογερμανική προσέγγιση.
Παράλληλα, η ψηφοφορία στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για το πακέτο αυτοκινητοβιομηχανίας μετατέθηκε για τον Δεκέμβριο και συνδέεται με την πρόοδο των διαπραγματεύσεων για την Πράξη Επιτάχυνσης της Βιομηχανίας.
Έτσι, παρά την πολιτική συμφωνία Παρισιού και Βερολίνου, η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το βασικό της πρόβλημα: την ανάγκη να μειώσει το κόστος, να επιταχύνει τις τεχνολογικές επενδύσεις και να ανταγωνιστεί αποτελεσματικότερα τις κινεζικές εταιρείες. Η χαλάρωση των κανονισμών μπορεί να προσφέρει πρόσκαιρη ανακούφιση, αλλά δεν εγγυάται την ανάκτηση της χαμένης ανταγωνιστικότητας.
