Η πολιτική επιβίωση του Μπέντζαμιν Νετανιάχου κρίνεται στις κάλπες του Ισραήλ σήμερα, στην πρώτη εθνική εκλογική αναμέτρηση μετά την επίθεση της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 και τους πολέμους που ακολούθησαν.
Οι τελευταίες δημοσκοπήσεις εμφανίζουν τον πρώην αρχηγό του ισραηλινού στρατού Γκάντι Άιζενκοτ και το κεντρώο κόμμα του Γιασάρ σε θέση ισχύος, χωρίς ωστόσο να διαμορφώνουν σαφή δρόμο προς τον σχηματισμό κυβέρνησης.
Το βασικό συμπέρασμα των μετρήσεων που δημοσίευσαν τα ισραηλινά τηλεοπτικά δίκτυα Channel 12, Channel 13 και Kan είναι κοινό: ο κυβερνητικός συνασπισμός του Νετανιάχου υπολείπεται της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, αλλά οι δυνάμεις που επιδιώκουν την απομάκρυνσή του δεν διαθέτουν από μόνες τους τις απαιτούμενες έδρες.
Όπως καταγράφουν το Reuters και οι Financial Times, η μετεκλογική συνεργασία ενδέχεται να αποδειχθεί εξίσου καθοριστική με το ίδιο το αποτέλεσμα.
Τι δείχνουν οι τελευταίες δημοσκοπήσεις

O Γκάντι Άιζενκοτ ψηφίζει μαζί με τη σύζυγό του © EPA/ATEF SAFADI
Στη μέτρηση του Channel 12, που δημοσιεύθηκε στις 23 Οκτωβρίου, το κόμμα Γιασάρ του Άιζενκοτ συγκεντρώνει 23 έδρες, το Λικούντ του Νετανιάχου 21 και το κόμμα Μαζί (B’Yachad) του Ναφτάλι Μπένετ 15.
Οι Δημοκράτες του Γιαΐρ Γκολάν και το Ισραήλ Μπεϊτένου του Αβιγκντόρ Λίμπερμαν υπολογίζονται σε 10 και οκτώ έδρες αντίστοιχα.
Η αντίστοιχη μέτρηση του Channel 13 δίνει 22 έδρες στο Γιασάρ, 19 στο Λικούντ και 14 στο κόμμα του Μπένετ. Στη δημόσια τηλεόραση Kan, το Γιασάρ συγκεντρώνει επίσης 22 έδρες, το Λικούντ 20 και το Μαζί 14.
Οι διαφορές μεταξύ των ερευνών είναι σημαντικές, αλλά η συνολική εικόνα παραμένει παρόμοια. Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα αποτελέσματα, τα κόμματα του υφιστάμενου κυβερνητικού συνασπισμού υπολογίζονται συνολικά σε περίπου 50 έδρες.
Οι βασικές δυνάμεις της αντιπολίτευσης συγκεντρώνουν 52 έως 56, ανάλογα με τη δημοσκόπηση και την ένταξη μικρότερων σχηματισμών, ενώ τα αραβικά κόμματα υπολογίζονται σε 14 έως 16 έδρες.
Το όριο για την κοινοβουλευτική πλειοψηφία στην Κνεσέτ των 120 μελών είναι οι 61 έδρες.
Καμία από τις τρεις βασικές τελευταίες δημοσκοπήσεις δεν καταγράφει έναν συνασπισμό που να φτάνει αυτόν τον αριθμό χωρίς πρόσθετες συνεργασίες. Οι μετρήσεις του Channel 14 έχουν εμφανιστεί ευνοϊκότερες για τον Νετανιάχου, καταγράφοντας ακόμη και ενδεχόμενη πλειοψηφία, γεγονός που υπογραμμίζει ότι οι προβλέψεις δεν είναι ομοιόμορφες.
Μεγάλη συμμετοχή και οι αναποφάσιστοι
Η μεγάλη προσέλευση ψηφοφόρων αποτελεί έναν ακόμη παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει την κατανομή των εδρών.
Σύμφωνα με την Κεντρική Εκλογική Επιτροπή, έως τις 14:00 είχε ψηφίσει το 44,9% των εγγεγραμμένων, το υψηλότερο ποσοστό για τη συγκεκριμένη ώρα από το 1973. Το αντίστοιχο ποσοστό στις εκλογές του 2022 ήταν 38,9%, σύμφωνα με τους Times of Israel.
Η αυξημένη συμμετοχή δεν αποκαλύπτει από μόνη της ποια παράταξη ευνοείται. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η ψήφος των Αράβων πολιτών, οι οποίοι αποτελούν περίπου το 21% του πληθυσμού.
Η κινητοποίησή τους μπορεί να ενισχύσει την κοινοβουλευτική παρουσία των αραβικών κομμάτων και να επηρεάσει τις δυνατότητες συγκρότησης κυβέρνησης.
Καθοριστικό είναι επίσης το εκλογικό όριο του 3,25%. Κόμματα που βρίσκονται κοντά σε αυτό το ποσοστό ενδέχεται να εισέλθουν στην Κνεσέτ ή να μείνουν εκτός, μεταβάλλοντας την κατανομή των εδρών χωρίς να έχει αλλάξει δραστικά η συνολική εκλογική δύναμη των μεγάλων παρατάξεων.
Τα τρία βασικά σενάρια
Πρώτο σενάριο: Κυβέρνηση χωρίς τον Νετανιάχου. Ο Άιζενκοτ θα χρειαστεί να εξασφαλίσει συνεργασίες πέρα από τον βασικό αντιπολιτευτικό κορμό.
Η κοινοβουλευτική στήριξη αραβικών κομμάτων θα μπορούσε να αποδειχθεί κρίσιμη, όμως αρκετοί πιθανοί εταίροι έχουν απορρίψει μια κυβέρνηση που θα εξαρτάται από αυτά.
Η κοινή επιδίωξη πολιτικής αλλαγής δεν εξαλείφει τις διαφορές σε ζητήματα ασφάλειας, θρησκείας και Παλαιστινιακού.
Δεύτερο σενάριο: Παραμονή του Νετανιάχου στην εξουσία. Ο πρωθυπουργός θα μπορούσε να διατηρήσει την πρωτοβουλία σχηματισμού κυβέρνησης, εφόσον το τελικό αποτέλεσμα αποδειχθεί ευνοϊκότερο από τις περισσότερες δημοσκοπήσεις ή εάν εξασφαλίσει πρόσθετη κοινοβουλευτική στήριξη.
Οι υπερορθόδοξοι και οι ακροδεξιοί εταίροι θα εξακολουθούσαν να έχουν σημαντική διαπραγματευτική ισχύ.
Τρίτο σενάριο: Κυβέρνηση ευρύτερης συνεργασίας ή νέες εκλογές. Ένας συμβιβασμός μεταξύ αντίπαλων στρατοπέδων θα απαιτούσε υποχωρήσεις σε πρόσωπα και πολιτικές προτεραιότητες.
Εάν δεν βρεθεί συμφωνία, η χώρα μπορεί να οδηγηθεί ξανά στις κάλπες, με την απερχόμενη κυβέρνηση να παραμένει στη θέση της ως μεταβατική.
Το διακύβευμα πέρα από την πρωθυπουργία
Η εκλογική αναμέτρηση αφορά τη διαχείριση των συνεπειών της 7ης Οκτωβρίου, τη στρατιωτική υπηρεσία των υπερορθόδοξων, τις σχέσεις κυβέρνησης και Δικαιοσύνης και τη διεθνή θέση του Ισραήλ.
Ο Άιζενκοτ έχει δεσμευθεί για αλλαγές στη λειτουργία των θεσμών και για τερματισμό των εξαιρέσεων από τη στρατιωτική θητεία, χωρίς να υποστηρίζει τη δημιουργία ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους.
Οι κάλπες θα αποτυπώσουν τον συσχετισμό δυνάμεων, όχι κατ’ ανάγκην τη σύνθεση της επόμενης κυβέρνησης.
Με τις έως τώρα προβλέψεις να μην καταγράφουν σαφή πλειοψηφία, το αποτέλεσμα θα αποτελέσει την αφετηρία μιας δύσκολης διαδικασίας διαπραγματεύσεων, στην οποία οι μικρότερες παρατάξεις ενδέχεται να αποκτήσουν δυσανάλογα μεγάλη επιρροή.
