Plenum: Ανοιχτή συνέλευση στα Πανεπιστήμια. Η λέξη-κλειδί για να κατανοήσουμε πώς μια φοιτητική κινητοποίηση έφτασε να κερδίσει τις εκλογές της περασμένης Κυριακής στη Σερβία, απέναντι στον Αλεξάντρ Βούσιτς, που κυβερνούσε τη χώρα επί 14 συναπτά έτη. Και, πώς αυτό έγινε κατορθωτό σε μια χώρα των Βαλκανίων, με όχι και τόσο ομαλές σχέσεις με το ευρωπαϊκό γίγνεσθαι, με ισχυρούς κατασταλτικούς μηχανισμούς, με ισχυρή δόση εθνικισμού. Ακόμη, πόσο εφικτό είναι να γίνονται συγκρίσεις με τη δική μας πραγματικότητα στα αμφιθέατρα-και όχι μόνο.
Η αφετηρία ήταν η κατάρρευση του στεγάστρου στον σιδηροδρομικό σταθμό του Νόβι Σαντ, την 1η Νοεμβρίου 2024. Ο τελικός απολογισμός έφθασε τους 16. Για τους διαδηλωτές, η τραγωδία συμπυκνώθηκε στη φράση «η διαφθορά σκοτώνει». Οι φοιτητές ζητούσαν από εισαγγελείς, αστυνομία, υπουργεία και πανεπιστημιακές αρχές να ασκήσουν τις αρμοδιότητές τους. Έθεταν έτσι στο επίκεντρο τη λειτουργία των θεσμών, αντί να περιορίζουν τη σύγκρουση σε μια προσωπική αντιπαράθεση με τον Βούτσιτς.
Μια μελέτη επιχειρεί να ρίξει φως τόσο στη γέννηση όσο και την εξέλιξη της πολιτικής έκφρασης με πυρήνα τους φοιτητές. Η «Anatomy of the Plenum» — «Ανατομία της συνέλευσης» δημοσιεύθηκε τον Ιανουάριο του 2026 από το Center for Nonviolent Conflict Research (CNCR). Η έρευνα βασίστηκε σε 26 εθελοντικές συνεντεύξεις, σε τρία πανεπιστήμια. Εξετάζει πώς οι φοιτητικές συνελεύσεις έγιναν χώροι αποφάσεων, διαφωνίας και δημοκρατικής μάθησης. Με βάση αυτή, ας δούμε ορισμένα διαφωτιστικά συμπεράσματα.
Το οργανωτικό κύτταρο είναι το plenum, η γενική συνέλευση κάθε σχολής. Εκεί συζητούνται οι προτάσεις και αποφασίζονται οι δράσεις. Η συμμετοχή αφορά τους φοιτητές της αντίστοιχης σχολής. Δεν πρόκειται για ανοιχτή συγκέντρωση στην οποία μπορεί οποιοσδήποτε εξωτερικός παράγοντας να προσέλθει και να καθορίσει την απόφαση. Οι συνελεύσεις διατηρούν την αυτονομία τους, ενώ οι μεγάλες κοινές ενέργειες απαιτούν συνεννόηση μεταξύ πολλών σχολών. Δημιουργήθηκε στην πορεία ένα «κίνημα χωρίς ηγέτη» -όχι όμως και κίνημα χωρίς οργάνωση ή πρόσωπα με επιρροή. Σημαίνει κυρίως ότι δεν αναγνωρίζεται ένας μόνιμος αρχηγός με δικαίωμα να αποφασίζει για όλους. Ιδεολογικά, το κίνημα είναι ετερογενές. Συνυπάρχουν διαφορετικές απόψεις για την ΕΕ, τη Ρωσία, το Κόσοβο και την κοινωνικοοικονομική πολιτική. Ο συνεκτικός πυρήνας είναι η αντίθεση στην κομματική εξάρτηση του κράτους και η απαίτηση λογοδοσίας.
Η αυτονομία από τα κόμματα είναι πολιτική επιλογή, που όμως κάθε άλλο παρά συνεπάγεται απουσία πολιτικού περιεχομένου. Η έρευνα εστιάζει στο ζήτημα των σχέσεων των plenum με τα κόμματα. Στα plenum υπήρξε απαγόρευση κομματικών συμβόλων, δυσπιστία απέναντι σε αντιπολιτευόμενους ηγέτες και αιτήματα προς τα κόμματα να μην αξιοποιούν τις συγκεντρώσεις για την προβολή τους. Οι φοιτητές δεν υιοθέτησαν αυτομάτως την πολιτική στρατηγική των κομμάτων που τους υποστήριζαν. Η πολιτικοποίηση που διαμορφωνόταν σταδιακά δεν έγινε συνώνυμο της κομματικοποίησης. Το ενδιαφέρον της σερβικής περίπτωσης βρίσκεται στην προσπάθεια να αντιστραφεί η συνηθισμένη σχέση κόμματος και κινήματος: οι συνελεύσεις να καθορίζουν τη στρατηγική και τους υποψηφίους και τα κόμματα να αποφασίζουν αν θα υποστηρίξουν αυτή την επιλογή. Συνήθως θεωρούμε ότι κάποιος αποκτά πολιτικές πεποιθήσεις και κατόπιν συμμετέχει.
Στο παράδειγμα της Σερβίας υπήρξε και η αντίστροφη διαδρομή: συμμετέχει επειδή τον αγγίζει ένα συγκεκριμένο γεγονός και, μέσα από αυτή την εμπειρία, αρχίζει να καταλαβαίνει διαφορετικά την πολιτική.
Κρίσιμο ζήτημα, η ποιότητα της διαφωνίας. Το plenum αποκτά ιδιαίτερη δημοκρατική αξία όταν επιτρέπει σε κάποιον να πει «πείστηκα». Στην κομματική αντιπαράθεση, η μετατόπιση συχνά παρουσιάζεται ως υποχώρηση ή ασυνέπεια. Σε μια διαδικασία διαβούλευσης, μπορεί να αποτελεί ένδειξη ότι η συζήτηση είχε πραγματικό περιεχόμενο. Το κριτήριο επομένως είναι κατά πόσο τα επιχειρήματα μπορούν να επηρεάσουν την τελική απόφαση, αντί η ψηφοφορία να επικυρώνει ήδη παγιωμένους συσχετισμούς.
Ένα άλλο εύρημα της έρευνας είναι ότι η απουσία επίσημης ηγεσίας χρειάζεται συμπληρωματικές εγγυήσεις διαφάνειας. Σε κάθε συλλογικότητα, όσοι διαθέτουν περισσότερο χρόνο, εμπειρία και πρόσβαση στις πληροφορίες αποκτούν μεγαλύτερη επιρροή. Αυτό δεν συνιστά αυτομάτως χειραγώγηση. Δημιουργεί όμως συγκεκριμένες υποχρεώσεις: έγκαιρη γνωστοποίηση προτάσεων, σαφή διαδικασία καθορισμού της ημερήσιας διάταξης και δυνατότητα ουσιαστικού ελέγχου των συντονιστών. Η τυπική ισότητα της ψήφου πρέπει να συνοδεύεται από πραγματικές δυνατότητες συμμετοχής.
Ένα κίνημα δικαιούται να προστατεύει τις διαδικασίες του από εκφοβισμό, παραβίαση κανόνων ή υπονόμευση. Οφείλει ταυτόχρονα να ξεχωρίζει αυτές τις συμπεριφορές από την πολιτική διαφωνία. Η κομματική ιδιότητα, η διαφορετική στρατηγική και μια τεκμηριωμένη πράξη υπονόμευσης είναι διαφορετικά πράγματα. Κάθε αποκλεισμός χρειάζεται συγκεκριμένη αιτιολόγηση και δυνατότητα αμφισβήτησης, διαφορετικά η προστασία της συλλογικότητας μπορεί να περιορίσει την εσωτερική της δημοκρατία.
Είναι τα plenum ένα πρωτότυπο κύτταρο πολιτικής άνδρωσης κυρίως των νέων; Είναι ένας πειραματικός σωλήνας για τη σχέση τους με την πολιτική και τα κόμματα; Είναι ένα οργανωμένο, «αντισυστημικό» ρεύμα, γνώρισμα νέων τάσεων στην εποχή μας; Ο χρόνος θα δείξει. Προς το παρόν, ας συγκρίνει ο καθένας μας την εξέλιξη αυτή σε σχέση με τα δρώμενα στα δικά μας Πανεπιστήμια- αλλά και τις κομματικές συμπεριφορές-και ας επιχειρήσει τουλάχιστον να βγάλει ορισμένα χρήσιμα συμπεράσματα.
