Μάρω Κοντού: Σήμερα το τελευταίο αντίο στη μεγάλη κυρία του ελληνικού κινηματογράφου

Στη Μητρόπολη Αθηνών το τελευταίο αντίο στη Μάρω Κοντού, με τον Νικήτα Κακλαμάνη να εκφωνεί τον επικήδειο

Μάρω Κοντού ©intime

Το τελευταίο αντίο θα πουν σήμερα Παρασκευή συγγενείς, φίλοι, συνάδελφοι, αλλά απλός κόσμος στην αγαπημένη ηθοποιό Μάρω Κοντού, η οποία έφυγε από τη ζωή την Τετάρτη 15 Ιουλίου σε ηλικία 92 ετών.

Όπως ανακοινώθηκε, η σορός της θα βρίσκεται στις 11:00 το πρωί στη Μητρόπολη Αθηνών και θα ακολουθήσει η ταφή στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Σημειώνεται πως παράκληση της οικογένειας είναι αντί στεφάνων, να γίνουν δωρεές στο Κέντρο Βρεφών «Μητέρα», του οποίου υπήρξε πρόεδρος η μεγάλη κυρία του θεάτρου και του ελληνικού κινηματογράφου.

Τον επικήδειο στην εξόδιο ακολουθία της εμβληματικής ηθοποιού θα εκφωνήσει ο πρόεδρος της Βουλής, Νικήτας Κακλαμάνης, με τον οποίο η Μάρω Κοντού διατηρούσε στενή φιλία επί σειρά ετών.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η ίδια τού είχε εκφράσει μια ιδιαίτερη τελευταία επιθυμία: όταν η αγαπημένη τους παρέα θα συναντιόταν ξανά για φαγητό ή για ένα παιχνίδι μπιρίμπας, να κρατήσουν μία θέση στο τραπέζι για εκείνη και να τοποθετήσουν μπροστά στην άδεια καρέκλα της ένα ποτήρι ουίσκι και ένα αναμμένο τσιγάρο.

Λίγες ώρες πριν από την κηδεία, ο Νικήτας Κακλαμάνης έκανε πράξη την επιθυμία της φίλης του. Στο στέκι όπου η Μάρω Κοντού συνήθιζε να συναντά την παρέα της, άφησε πάνω στο τραπέζι ένα ποτήρι ουίσκι και ένα τσιγάρο, μπροστά από την άδεια θέση της, τιμώντας με αυτόν τον συμβολικό τρόπο τη μνήμη της.

«Η τελευταία σου επιθυμία… Στο αγαπημένο σου στέκι, η παρέα σου και μπροστά στην άδεια καρέκλα σου ένα ποτήρι ουίσκι και ένα τσιγάρο… Καλό σου ταξίδι Μάρω μου…», έγραψε στα social media o Νικήτας Κακλαμάνης.

Η οικογένεια της Μάρως Κοντού έχει ζητήσει, αντί στεφάνων, όσοι επιθυμούν να τιμήσουν τη μνήμη της να προχωρήσουν σε δωρεές στο Κέντρο Βρεφών «Μητέρα», έναν οργανισμό στον οποίο η ίδια είχε διατελέσει Πρόεδρος.

Ποια ήταν η Μάρω Κοντού: Η μεγάλη κυρία του ελληνικού κινηματογράφου και του θεάτρου

Μία από τις τελευταίες μεγάλες κυρίες της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου υπήρξε η Μάρω Κοντού, η οποία έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών, αφήνοντας πίσω της μια καλλιτεχνική διαδρομή μεγαλύτερη των επτά δεκαετιών. Με περισσότερες από 60 κινηματογραφικές ταινίες, περίπου 90 θεατρικές παραστάσεις και σημαντικές παρουσίες στην τηλεόραση, κατάφερε να παραμείνει ενεργή και αγαπητή σε διαφορετικές γενιές θεατών.

Η κομψότητα, η αριστοκρατική φυσιογνωμία και η επιβλητική παρουσία της αποτέλεσαν αναπόσπαστα στοιχεία της δημόσιας εικόνας της. Πίσω από αυτά, όμως, υπήρχε μια ηθοποιός με ισχυρή καλλιτεχνική παιδεία, πειθαρχία και ευρύ ερμηνευτικό φάσμα. Δεν περιορίστηκε στον ρόλο της όμορφης πρωταγωνίστριας ούτε εγκλωβίστηκε στον μύθο της σταρ. Οι ηρωίδες που υποδύθηκε είχαν συχνά άποψη, χιούμορ, αυτοπεποίθηση και τη δύναμη να διεκδικούν τη θέση τους απέναντι στους άνδρες μιας βαθιά πατριαρχικής εποχής.

Μάρω Κοντού ηθοποιός

Μάρω Κοντού © Eurokinissi

Από τον χορό στη μεγάλη σκηνή

Η Μαριάνθη Κοντού γεννήθηκε στις 21 Ιουνίου 1934 στο Κουκάκι, με την οικογενειακή της καταγωγή να κρατά από τα Ψαρά. Έχασε τον πατέρα της από φυματίωση όταν ήταν μόλις δύο ετών και μεγάλωσε σε ένα σπίτι όπου κυριαρχούσαν οι γυναίκες της οικογένειας: η μητέρα, η γιαγιά και η μεγαλύτερη αδελφή της.

Η πρώτη της διέξοδος προς την τέχνη ήταν ο χορός. Φοίτησε στη σχολή της Κούλας Πράτσικα και οι επιδόσεις της τής εξασφάλισαν υποτροφία για σπουδές στη Γερμανία. Παρότι δεν ακολούθησε τελικά αυτή τη διαδρομή, ο χορός διαμόρφωσε την κίνηση, τη σκηνική πειθαρχία και την ιδιαίτερη φυσική παρουσία που χαρακτήρισαν αργότερα τις ερμηνείες της.

Το 1954 εντάχθηκε στον Χορό του Αρχαίου Δράματος του Εθνικού Θεάτρου, όπου παρέμεινε για περίπου τέσσερα χρόνια. Εκεί βρέθηκε δίπλα σε κορυφαίες μορφές του ελληνικού θεάτρου, όπως η Κατίνα Παξινού και ο Αλέξης Μινωτής, αποκτώντας μια αυστηρή καλλιτεχνική εκπαίδευση που επηρέασε ολόκληρη τη μετέπειτα πορεία της.

Το 1958 απέκτησε άδεια ηθοποιού ως «εξαιρετικό ταλέντο» και άρχισε να εμφανίζεται επαγγελματικά στο θέατρο. Μία από τις πρώτες σημαντικές ευκαιρίες της ήρθε δίπλα στον Ντίνο Ηλιόπουλο, στην παράσταση «Η κυρία του κυρίου» των Νίκου Τσιφόρου και Πολύβιου Βασιλειάδη.

Καθοριστική για την εξέλιξή της υπήρξε η γνωριμία και η συνεργασία της με τον Δημήτρη Χορν. Εκείνος την επέλεξε για να αντικαταστήσει την Έλλη Λαμπέτη στο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ, ενώ λίγα χρόνια αργότερα συμπρωταγωνίστησαν στην ταινία «Αλίμονο στους νέους». Ο Χορν αποτέλεσε για τη Μάρω Κοντού όχι μόνο σημαντικό συνεργάτη, αλλά και καλλιτεχνικό μέντορα, τον άνθρωπο που, όπως η ίδια έλεγε, τη συμβούλευσε να μη γίνει απλώς ένα λαϊκό είδωλο, αλλά μια ηθοποιός με διάρκεια.

Οι ρόλοι που έγραψαν ιστορία

Η Μάρω Κοντού είχε πρωτοεμφανιστεί στον κινηματογράφο το 1954, όμως η μεγάλη αναγνώριση ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Συμμετείχε σε ορισμένες από τις πιο αγαπημένες ταινίες της εποχής, όπως «Τα κίτρινα γάντια», «Αλίμονο στους νέους», «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης», «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», «Έγκλημα στα παρασκήνια» και «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα».

Στην τελευταία, σε σκηνοθεσία Γιώργου Τζαβέλλα, ενσάρκωσε την Ελενίτσα απέναντι στον Αντωνάκη του Γιώργου Κωνσταντίνου. Πίσω από την επιφάνεια μιας κωμωδίας για τη συμβίωση ενός μικροαστικού ζευγαριού, η ερμηνεία της έδωσε μορφή σε μια γυναίκα που αρνείται να παραμείνει υποταγμένη και διεκδικεί τον σεβασμό, την ισοτιμία και την αυτοδιάθεσή της. Η ταινία πέρασε στην ιστορία και ως μία από τις χαρακτηριστικότερες κινηματογραφικές αποτυπώσεις της σταδιακής γυναικείας χειραφέτησης στην Ελλάδα.

Ξεχωριστό κεφάλαιο στην καριέρα της αποτέλεσε η συνεργασία της με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα. Οι δυο τους συμπρωταγωνίστησαν σε 13 ταινίες, δημιουργώντας ένα από τα πλέον αγαπημένα ζευγάρια του ελληνικού κινηματογράφου. Στον «Γεροντοκόρο», στον «Στρίγγλο που έγινε αρνάκι», στο «Καπετάν Φάντης Μπαστούνι» και στα «Της ζήλειας τα καμώματα», ο Κωνσταντάρας ενσάρκωνε συχνά τον αυτάρεσκο ή αυταρχικό άνδρα, απέναντι στον οποίο η Μάρω Κοντού στεκόταν ως ισότιμη πρωταγωνίστρια.

Οι χαρακτήρες της δεν λειτουργούσαν ως απλά συμπληρώματα του ανδρικού ήρωα. Είχαν προσωπικότητα, ευφυΐα και διακριτική ειρωνεία, ανατρέποντας συχνά τις ισορροπίες. Η κινηματογραφική χημεία των δύο ηθοποιών ήταν τόσο ισχυρή, ώστε για χρόνια κυκλοφορούσαν φήμες περί ερωτικής σχέσης τους, τις οποίες η ίδια είχε επανειλημμένα διαψεύσει.

Η Μάρω Κοντού είχε τη δυνατότητα να κινείται με άνεση από την κωμωδία στο δράμα και από την αστική φινέτσα στη λαϊκή εξωστρέφεια. Δεν διέθετε τον εφηβικό ερωτισμό της Αλίκης Βουγιουκλάκη, το εκρηκτικό ταμπεραμέντο της Ζωής Λάσκαρη ή τη δυναμική μαγκιά της Τζένης Καρέζη. Δημιούργησε, όμως, έναν δικό της, απολύτως διακριτό κινηματογραφικό τύπο: την ψηλή, αγέρωχη και κομψή γυναίκα, που γνώριζε τι ήθελε και δεν δεχόταν να περιορίζεται από τις επιθυμίες των άλλων.

Το θέατρο ως φυσικός της χώρος

Παρά τη δημοφιλία που της χάρισε ο κινηματογράφος, η ίδια θεωρούσε πάντοτε το θέατρο ως τον φυσικό χώρο του ηθοποιού. Από τα πρώτα της βήματα μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες της ζωής της παρέμεινε δραστήρια στη σκηνή, συνεργαζόμενη με σημαντικούς θιάσους, σκηνοθέτες και πρωταγωνιστές.

Στην πολύχρονη θεατρική της πορεία ερμήνευσε κλασικές και σύγχρονες κωμωδίες, επιθεωρήσεις και μιούζικαλ, αποδεικνύοντας ότι οι δυνατότητές της δεν εξαντλούνταν στους κινηματογραφικούς ρόλους που την έκαναν ευρύτερα γνωστή. Ανάμεσα στις τελευταίες μεγάλες παραγωγές στις οποίες συμμετείχε ήταν το μιούζικαλ «Grease» το 2017 και το «Έγκλημα στο Orient Express» το 2019.

Η σχέση της με τη μουσική υπήρξε επίσης σημαντική, αν και λιγότερο γνωστή στο ευρύ κοινό. Η συμμετοχή της στην ιστορική «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι ανέδειξε τις φωνητικές της δυνατότητες και επιβεβαίωσε την πολύπλευρη καλλιτεχνική της φύση.

Στην τηλεόραση πραγματοποίησε πολυάριθμες εμφανίσεις και κατάφερε να συστηθεί εκ νέου σε ένα νεότερο κοινό. Τα τελευταία χρόνια της καριέρας της γνώρισε νέα δημοφιλία μέσα από τη συμμετοχή της στη σειρά «Η Γη της Ελιάς», αποδεικνύοντας ότι παρέμενε δημιουργικά ενεργή και ανοιχτή σε νέες προκλήσεις.

Η ζωγραφική και η δημόσια παρουσία

Η καλλιτεχνική της έκφραση δεν περιορίστηκε στην υποκριτική και τον χορό. Ασχολήθηκε ενεργά με τη ζωγραφική και το 1993 παρουσίασε ατομική έκθεση στην Γκαλερί Αντήνωρ, ενώ έργο της εντάχθηκε στη συλλογή του Μουσείου Βορρέ.

Παράλληλα, πέρασε και στον δημόσιο βίο. Εξελέγη δημοτική σύμβουλος Αθηναίων κατά τη δημαρχία του Δημήτρη Αβραμόπουλου και στη συνέχεια διετέλεσε βουλευτής της Α΄ Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία, την περίοδο 2004-2007. Η παρουσία της στην πολιτική δεν απέκτησε το εύρος της καλλιτεχνικής της διαδρομής, αποτέλεσε όμως μία ακόμη έκφραση της επιθυμίας της να συμμετέχει ενεργά στα κοινά.

Η Μάρω Κοντού δεν αισθάνθηκε την ανάγκη να απολογηθεί για τις προσωπικές ή τις δημόσιες επιλογές της. Μιλούσε ανοιχτά για τους δύο γάμους της, με τον διευθυντή φωτογραφίας Αριστείδη Καρύδη-Φουκς και τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα, αλλά και για την απόφασή της να μη γίνει μητέρα. Υπερασπιζόταν σταθερά το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να επιλέγει τη ζωή του, χωρίς να υποτάσσεται στις κοινωνικές προσδοκίες.

Μια ηθοποιός που δεν εγκλωβίστηκε στον μύθο της

Η Μάρω Κοντού υπήρξε μία από τις ελάχιστες Ελληνίδες πρωταγωνίστριες που δεν έμειναν εγκλωβισμένες στην εικόνα της νεανικής τους ακμής. Συνέχισε να εργάζεται, να δοκιμάζεται και να αναμετράται με νέους ρόλους, χωρίς να αντιμετωπίζει το παρελθόν της ως ασφαλές καταφύγιο.

Ήταν η Ρένα στα «Κίτρινα γάντια», η Ρίτα στο «Αλίμονο στους νέους», η Μπιάνκα στη «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» και η αξέχαστη Ελενίτσα στο «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα». Πάνω απ’ όλα, όμως, υπήρξε μια ολοκληρωμένη θεατρίνα, η οποία συνδύασε την κομψότητα με τη δύναμη, τη θηλυκότητα με την ανεξαρτησία και τη δημοφιλία με τη διάρκεια.

Η παρακαταθήκη της δεν βρίσκεται μόνο στις ταινίες και στις παραστάσεις της. Βρίσκεται και στον τρόπο με τον οποίο έζησε: με αυτονομία, συνέπεια και την πεποίθηση ότι η πραγματική ελευθερία κατακτάται μέσα από τις προσωπικές επιλογές.