Η εισοδηματική ανισότητα στην Ελλάδα παραμένει σε υψηλά επίπεδα, τοποθετώντας τη χώρα στην τέταρτη χειρότερη θέση μεταξύ των κρατών-μελών της Ε.Ε. για το 2025. Το μέγεθος της απόκλισης αποτυπώνεται στον διεθνώς αναγνωρισμένο δείκτη Gini, το βασικό εργαλείο συγκριτικής και διαχρονικής αξιολόγησης της κατανομής εισοδήματος μεταξύ των πολιτών.
Ο δείκτης Gini αξιολογείται σε κλίμακα από 0 έως 1 (ή 0 έως 100), όπου η μηδενική τιμή αντιπροσωπεύει την απόλυτη ισότητα και η τιμή 1 (ή 100) τη συγκέντρωση όλου του πλούτου σε ένα άτομο (μέγιστη ανισότητα). Κατά συνέπεια, οι χαμηλότερες τιμές υποδηλώνουν πιο δίκαιη εισοδηματική κατανομή. Αναλύοντας τα εγχώρια δεδομένα, την περίοδο 1995-2025, ο δείκτης Gini κυμάνθηκε στην Ελλάδα από τις 31 έως τις 35 μονάδες.
Σημειώνεται ότι μεταξύ 2016 και 2019 καταγράφηκε η μεγαλύτερη πτώση της τελευταίας 25ετίας, με τον δείκτη να υποχωρεί κατά 3,3 μονάδες, αγγίζοντας το ιστορικό χαμηλό των 31 μονάδων το 2019, όπου σημειώθηκε η μικρότερη εισοδηματική ανισότητα στη χώρα. Ωστόσο, έκτοτε ακολούθησε ανοδική πορεία, σταθεροποιούμενος στην περιοχή των 31,6-31,8 μονάδων και φτάνοντας στις 31,6 μονάδες το 2025.
Η επίδοση αυτή του 2025 τοποθετεί την Ελλάδα τέταρτη στη σχετική ευρωπαϊκή λίστα, απέχοντας κατά 2,4 μονάδες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 29,2 μονάδων. Παρά την επιδείνωση μετά το 2019, η τρέχουσα ανισότητα παραμένει μειωμένη συγκριτικά με τα επίπεδα του 2015 κατά 2,6 μονάδες. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, τις υψηλότερες τιμές καταγράφουν η Βουλγαρία με 37,7 μονάδες (+0,7 μονάδες έναντι του 2015), η Λετονία με 35,6 μονάδες και η Λιθουανία με 35,5 μονάδες. Στον αντίποδα, το πιο ισορροπημένο εισοδηματικό προφίλ εμφανίζει η Σλοβακία, καταγράφοντας τη χαμηλότερη εισοδηματική ανισότητα με 23 μονάδες (-0,7 μονάδες από το 2015), ακολουθούμενη από το Βέλγιο με 23,4 μονάδες.

Δείκτης οικονομικής ανισότητας Gini © Eurostat
