Υδρογόνο: Η Ελλάδα μπαίνει με 10 έργα στην ευρωπαϊκή κούρσα των 192 δισ.

Στα 192 δισ. ευρώ φτάνει το ευρωπαϊκό pipeline υδρογόνου. Η Ελλάδα συμμετέχει με 10 έργα, αλλά η αγορά απέχει ακόμη από την πλήρη ωρίμανση

Υδρογόνο © 123RF

Από τους μεγάλους σχεδιασμούς της προηγούμενης πενταετίας, η αγορά του υδρογόνου περνά πλέον στη δυσκολότερη φάση, εκείνη στην οποία τα έργα πρέπει να βρουν πελάτες, χρηματοδότηση και δίκτυα για να περάσουν από τον χάρτη στην πραγματική οικονομία. Η Ελλάδα βρίσκεται ακριβώς σε αυτό το μεταίχμιο. Έχει πλέον τα πρώτα παραγωγικά projects που επιχειρούν να περάσουν στην υλοποίηση και, ταυτόχρονα, έναν αναδυόμενο χάρτη υποδομών που περιλαμβάνει αγωγούς, ηλεκτρολύτες, τερματικούς σταθμούς και σχέδια αποθήκευσης από τη Δυτική Μακεδονία έως την Κρήτη.

Το νέο Ten-Year Network Development Plan 2026 της ENTSOG αποτυπώνει για πρώτη φορά με τέτοια καθαρότητα το μέγεθος αυτής της κινητικότητας, αλλά και την απόσταση που απομένει. Στην κατανομή της έκθεσης ανά χώρα, η Ελλάδα εμφανίζεται με 10 έργα υδρογόνου, όμως μόλις ένα έχει ενσωματωθεί σε εθνικό σχέδιο ανάπτυξης, ενώ τα υπόλοιπα εννέα παραμένουν εκτός. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, αντίστοιχα, έχουν συγκεντρωθεί 244 έργα υδρογόνου, με συνολικές επενδυτικές ανάγκες περίπου 192 δισ. ευρώ. Πίσω όμως από αυτούς τους αριθμούς βρίσκεται μια αγορά πολύ λιγότερο ώριμη από όσο υποδηλώνει το μέγεθος του pipeline: μόλις 14 έργα έχουν φτάσει σε τελική επενδυτική απόφαση και περίπου δύο στα τρία εξακολουθούν να βρίσκονται στην κατηγορία των λιγότερο ώριμων projects.

Η ελληνική αγορά βρίσκεται, επομένως, σε μια κρίσιμη ενδιάμεση φάση. Το πρώτο θεσμικό πλαίσιο έχει πλέον δημιουργηθεί, οι διαδικασίες αδειοδότησης και πιστοποίησης έχουν αρχίσει να αποκτούν συγκεκριμένη μορφή και ευρωπαϊκές χρηματοδοτήσεις έχουν κινητοποιηθεί. Παράλληλα, η μονάδα ηλεκτρόλυσης ισχύος 50 MW της Motor Oil στην Κόρινθο αποτελεί μία από τις πιο προχωρημένες εγχώριες επενδύσεις, ενώ στη Δυτική Μακεδονία αναπτύσσονται νέα σχέδια παραγωγής που συνδέουν το πράσινο υδρογόνο με τη μεταλιγνιτική μετάβαση και τη δημιουργία νέας βιομηχανικής δραστηριότητας.

Το κρίσιμο σύμφωνα με ανθρώπους της αγοράς δεν είναι πώς θα παραχθεί πράσινο υδρογόνο στην Ελλάδα, αλλά ποιος θα το αγοράζει, σε ποια τιμή και με ποιον τρόπο θα μεταφέρεται εκεί όπου υπάρχει ζήτηση. Πηγές της αγοράς περιγράφουν μια σαφώς πιο προσγειωμένη εικόνα σε σχέση με τις αρχικές προσδοκίες. Τα μεγάλα projects παραγωγής πολλών γιγαβάτ, που κυριάρχησαν στον δημόσιο διάλογο τα πρώτα χρόνια, δίνουν σταδιακά τη θέση τους σε πιο στοχευμένες επενδύσεις που χτίζονται γύρω από συγκεκριμένους καταναλωτές και σαφέστερα επιχειρηματικά μοντέλα. Χωρίς μακροχρόνιες συμφωνίες απορρόφησης της παραγωγής, ο επενδυτικός κίνδυνος παραμένει υψηλός και η πρόσβαση στη χρηματοδότηση δυσκολεύει.

Ζήτηση, κόστος και δίκτυα τα τρία «κλειδιά»

Σε αυτό ακριβώς το σημείο βρίσκεται σήμερα και η πραγματική ελληνική αγορά. Το πρώτο και μεγαλύτερο ζητούμενο είναι η ζήτηση. Η παραγωγή υδρογόνου δεν μπορεί να στηριχθεί μόνο σε προσδοκίες για μελλοντική κατανάλωση. Για να φτάσει ένα έργο σε τελική επενδυτική απόφαση χρειάζεται να γνωρίζει ποιος θα αγοράσει τις ποσότητες που θα παράγει και να εξασφαλίσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ορατότητα για τα μελλοντικά του έσοδα. Οι τομείς στους οποίους το πράσινο υδρογόνο αναμένεται να έχει ισχυρότερη θέση είναι κυρίως οι ενεργοβόρες βιομηχανίες και οι χρήσεις όπου ο άμεσος εξηλεκτρισμός είτε δεν είναι τεχνικά εύκολος είτε δεν είναι οικονομικά αποδοτικός.

Το δεύτερο πρόβλημα είναι το κόστος. Η ηλεκτρική ενέργεια αποτελεί καθοριστικό μέρος του κόστους παραγωγής πράσινου υδρογόνου και οι χρεώσεις δικτύου και συστήματος μπορούν να επιβαρύνουν περαιτέρω την οικονομία μιας μονάδας ηλεκτρόλυσης. Στην εξίσωση προστίθενται το υψηλότερο κόστος κεφαλαίου μιας νέας αγοράς, η ανάγκη για δημόσια στήριξη στα πρώτα έργα και οι αυστηροί ευρωπαϊκοί κανόνες για τα ανανεώσιμα καύσιμα μη βιολογικής προέλευσης, οι οποίοι καθορίζουν πότε ένα μόριο υδρογόνου μπορεί πράγματι να πιστοποιηθεί ως «πράσινο».

Το τρίτο είναι οι υποδομές. Η ελληνική αγορά από μόνη της δύσκολα μπορεί στα πρώτα της χρόνια να στηρίξει παραγωγή πολύ μεγάλης κλίμακας. Για αυτό αποκτούν ιδιαίτερη σημασία ο Νοτιοανατολικός Διάδρομος Υδρογόνου, οι νέοι hydrogen-ready αγωγοί και η δυνατότητα σύνδεσης της Ελλάδας με την Ιταλία και, μέσω των Βαλκανίων, με τις αγορές της Κεντρικής Ευρώπης. Η προοπτική ενός εξαγωγικού και διαμετακομιστικού ρόλου μπορεί να διευρύνει σημαντικά την αγορά στην οποία θα απευθύνονται οι ελληνικές επενδύσεις.

Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr