“Elinas” και “Παρθενώνας” στη συσκευασία: Η νέα μάχη για το ελληνικό γιαούρτι στα ευρωπαϊκά ράφια

Το powergame.gr βρέθηκε στη Γερμανία, όπου είχε την ευκαιρία να συναντήσει ονομασίες που από πλευράς Ελλήνων θεσμικών παραγόντων χαρακτηρίζονται «παραπλανητικές για τους καταναλωτές»

Το γιαούρτι με την ονομασία "Ellinas" στα ράφια της γερμανικής αλυσίδας REWE ©Powergame.gr

Για μία ακόμα φορά έρχεται στο προσκήνιο με εμφατικό τρόπο η ονομασία προϊόντων που ταυτίζονται με την ελληνική μεταποιητική παράδοση, όπως είναι το γιαούρτι ή η φέτα. Εν προκειμένω, το powergame.gr βρέθηκε τις προηγούμενες ημέρες στη Γερμανία, όπου είχε την ευκαιρία να συναντήσει ονομασίες που από πλευράς Ελλήνων θεσμικών παραγόντων χαρακτηρίζονται «παραπλανητικές για τους καταναλωτές». Ενδεικτική είναι η περίπτωση γιαουρτιού με την εμπορική ονομασία «Elinas», το οποίο εντοπίσαμε στα ράφια της REWE, μιας από τις μεγαλύτερες γερμανικές αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Το προϊόν παράγεται από τη γερμανική συνεταιριστική βιομηχανία Hochwald Foods Gmbh ως «Joghurt Nach Griechischer Art», δηλαδή ως γιαούρτι που παρασκευάζεται «κατά τον ελληνικό τρόπο» ή ως «ελληνικού τύπου γιαούρτι». Στη συσκευασία, μάλιστα, εικονίζεται κτίριο που προσομοιάζει στον Παρθενώνα, ενώ η εμπορική ονομασία «Elinas» πλαισιώνεται από μαιάνδρους.

Ο πρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανιών Γαλακτοκομικών Προϊόντων (ΣΕΒΓΑΠ), Χρήστος Αποστολόπουλος, προαναγγέλλει μέσω του powergame.gr άμεσες κινήσεις σε νομικό και θεσμικό επίπεδο για τις περιπτώσεις γιαουρτιών που κυκλοφορούν σε ευρωπαϊκά ράφια με αναφορές που, κατά την ελληνική πλευρά, παραπέμπουν ευθέως σε ελληνική ταυτότητα και ενδέχεται να παραπλανούν τον καταναλωτή. Αφορμή αποτέλεσαν προϊόντα γιαουρτιού που επικαλούνται την «ελληνική προέλευση» και εντοπίστηκαν ή εντοπίζονται σε διάφορες ευρωπαϊκές αλυσίδες.

Συνεργασία με τον καθηγητή Νομικής του Πανεπιστημίου της Reims, Θεόδωρο Γεωργόπουλο, για τα επόμενα βήματα

Ο κ. Αποστολόπουλος επισημαίνει ότι «για την αντιμετώπιση του φαινομένου έχουμε αναθέσει στον καθηγητή Νομικής του πανεπιστημίου της Reims στη Γαλλία, Θεόδωρο Γεωργόπουλο, τη νομική επεξεργασία της υπόθεσης, προκειμένου να δρομολογηθούν προσφυγές προς όλες τις κατευθύνσεις». Όπως εξηγεί, αυτήν την περίοδο συγκεντρώνονται στοιχεία, φωτογραφίες και τεκμήρια από την αγορά, ώστε να στηριχθούν οι επόμενες κινήσεις.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΒΓΑΠ, το βασικό επιχείρημα της ελληνικής πλευράς είναι ότι το «ελληνικό γιαούρτι» δεν αποτελεί απλώς μια εμπορική ονομασία, μια συνταγή ή ένα brand, αλλά περιγράφει την προέλευση του προϊόντος. Αν και, όπως αναγνωρίζει, στην ευρωπαϊκή νομοθεσία δεν είναι κατοχυρωμένο το ελληνικό γιαούρτι ως προϊόν ονομασίας προέλευσης ή γεωγραφικής ένδειξης, ο ίδιος επιμένει ότι η αναφορά στο «ελληνικό» συνδέεται με τόπο παραγωγής και όχι με τεχνοτροπία.

Το παράδειγμα της Τουρκίας

Στο ίδιο πλαίσιο, επικαλείται την αντίδραση που είχε εκδηλωθεί όταν η Τουρκία επιχείρησε να εντάξει στην εθνική της νομοθεσία δύο κατηγορίες γιαουρτιού, το «Greek yogurt» και το «Greek style yogurt». Όπως λέει, τότε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε ξεκαθαρίσει ότι ένα προϊόν δεν μπορεί να ονομάζεται «Greek yogurt» αν δεν παράγεται στην Ελλάδα. Αυτό, κατά τον ίδιο, αποτελεί μεταξύ των βασικών νομικών εργαλείων της ελληνικής επιχειρηματολογίας.

Παρ’ ότι η ευρωπαϊκή πρακτική εξακολουθεί να επιτρέπει όρους όπως «Greek style», ο κ. Αποστολόπουλος θεωρεί ότι και αυτή η προσέγγιση είναι προβληματική. Όπως υποστηρίζει, «το ελληνικό γιαούρτι δεν είναι συνταγή», άρα δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως περιγραφή ύφους ή τύπου για προϊόντα που παράγονται εκτός Ελλάδας. Με αυτό το σκεπτικό εντάσσει στην ίδια προβληματική και ενδείξεις του τύπου «κατά τον ελληνικό τρόπο», τις οποίες αντιμετωπίζει ως έμμεση εκδοχή του «Greek style».

Ο ίδιος κάνει, πάντως, σαφή διάκριση ανάμεσα στις περιπτώσεις προϊόντων που παράγονται πράγματι στην Ελλάδα και σε εκείνες που απλώς υιοθετούν ελληνίζουσα ταυτότητα. Όπως εξηγεί, όταν ένα προϊόν παράγεται στην Ελλάδα, δεν τίθεται αντίστοιχο ζήτημα, ακόμη κι αν η εμπορική του ονομασία είναι διαφορετική. Το πρόβλημα, σύμφωνα με τον πρόεδρο του ΣΕΒΓΑΠ, εντοπίζεται όταν η ονομασία ή η συνολική παρουσίαση του προϊόντος αποδίδει «ταυτότητα προέλευσης» χωρίς αυτή να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Στη δεύτερη περίπτωση, για παράδειγμα, όπου η παραγωγή γίνεται στην Ελλάδα, εντάσσεται το γιαούρτι «Greco», που με βάση τον κωδικό εργοστασίου παράγεται στην Ελλάδα από την SHM Hellas – Πήλιον ΑΒΕΕ, η οποία ανήκει στον γαλλικό πολυεθνικό όμιλο Lactalis και έχει έδρα το Βελεστίνο.

Διαφορετική η περίπτωση του γιαουρτιού «Greco», που παράγεται από εταιρεία συμφερόντων της Lactalis στο Βελεστίνο ©Powergame.gr

Οι επόμενες κινήσεις από πλευράς του φορέα των γαλακτοβιομηχανιών

Σε ό,τι αφορά τα επόμενα βήματα, ο κ. Αποστολόπουλος ξεκαθαρίζει ότι ο ΣΕΒΓΑΠ θα κινηθεί άμεσα και δεν προτίθεται να αφήσει το θέμα να περάσει. Πρώτος στόχος είναι η προσφυγή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ώστε να ζητηθεί η επίσημη θέση της και, μέσω αυτής, να ασκηθεί πίεση στα κράτη-μέλη για τη διόρθωση αντίστοιχων πρακτικών στις αγορές τους. Όπως σημειώνει, αυτή είναι η ταχύτεραη και πιο αποτελεσματική οδός, σε σύγκριση με μεμονωμένες δικαστικές διαμάχες ανά χώρα ή ανά προϊόν, που θα απαιτούσαν πολύ περισσότερο χρόνο.

Με τη συλλογή στοιχείων να βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη, ο ΣΕΒΓΑΠ δείχνει αποφασισμένος να ανοίξει ένα νέο μέτωπο για την προστασία της ελληνικής ταυτότητας του γιαουρτιού στην ευρωπαϊκή αγορά, θεωρώντας ότι περιπτώσεις όπως το «Elinas» δεν είναι απλώς ένα εμπορικό εύρημα, αλλά ένα ζήτημα ουσίας για την προέλευση, την ορθή ενημέρωση του καταναλωτή και τους όρους ανταγωνισμού.

Θ. Γεωργόπουλος: «Κλασική περίπτωση παραπλάνησης καταναλωτή τα “ελληνίζοντα” γιαούρτια του εξωτερικού»

Ως «κλασική περίπτωση παραπλάνησης καταναλωτή και παρασιτισμού» χαρακτηρίζει ο καθηγητής Νομικής στο Πανεπιστήμιο της Reims, Θεόδωρος Γεωργόπουλος, τις περιπτώσεις γιαουρτιών που κυκλοφορούν στο εξωτερικό με ονομασίες, σύμβολα και συνολική εικόνα που παραπέμπουν ευθέως στην Ελλάδα, χωρίς ωστόσο να είναι ελληνικά.

Μιλώντας στο powergame.gr, με αφορμή προϊόν που εντοπίσαμε στο πλαίσιο του ρεπορτάζ που πραγματοποιήσαμε στη Γερμανία με την εμπορική ονομασία «Elinas», ο κ. Γεωργόπουλος σημειώνει ότι δεν χρειάζεται «κανείς να έχει διδακτορικό στη Νομική επιστήμη» για να αντιληφθεί πως πρόκειται για περίπτωση που εγείρει σοβαρά ζητήματα αθέμιτης εμπορικής πρακτικής. Όπως εξηγεί, το ευρωπαϊκό πλαίσιο για την ενημέρωση του καταναλωτή και την επισήμανση τροφίμων, και ειδικότερα ο Κανονισμός 1169, προβλέπει ρητά ότι οι πληροφορίες που φέρει μία συσκευασία δεν πρέπει να είναι παραπλανητικές, ούτε να δημιουργούν σύγχυση ως προς τη φύση, την ταυτότητα ή την προέλευση του προϊόντος.

Κατά τον ίδιο, ακόμη και αν το «ελληνικό γιαούρτι» δεν έχει σήμερα κατοχυρωθεί ως γεωγραφική ένδειξη ή ονομασία προέλευσης, αυτό δεν σημαίνει ότι μπορεί να χρησιμοποιείται ανεξέλεγκτα μια συνολική «ελληνίζουσα» παρουσίαση, η οποία οδηγεί τον μέσο καταναλωτή σε συγκεκριμένους συνειρμούς. «Όταν ο καταναλωτής βλέπει μια συσκευασία με όνομα όπως “Elinas”, με χρώματα που παραπέμπουν στην ελληνική σημαία, με τον Παρθενώνα και άλλα οπτικά στοιχεία που φωνάζουν Ελλάδα, το προϊόν συνδέεται αυτομάτως στο μυαλό του με ελληνική προέλευση», είναι η ουσία της τοποθέτησής του.

Ο κ. Γεωργόπουλος υποστηρίζει ότι σε αυτές τις περιπτώσεις δεν αρκεί η επίκληση διατυπώσεων όπως «ελληνικού τύπου» ή «κατά τον ελληνικό τρόπο», όταν το σύνολο της εμπορικής εικόνας δημιουργεί στον καταναλωτή την εντύπωση ότι πρόκειται για προϊόν που προέρχεται από την Ελλάδα. Όπως επισημαίνει, ο καταναλωτής στο ράφι δεν αναλύει εξαντλητικά τη νομική ή τεχνική διατύπωση της ετικέτας, αλλά επηρεάζεται άμεσα από το όνομα, τα σύμβολα και τη συνολική ταυτότητα της συσκευασίας.

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο καθηγητής και στον κίνδυνο να παγιωθεί με την πάροδο του χρόνου η αντίληψη ότι το «ελληνικό γιαούρτι» δεν παραπέμπει σε τόπο προέλευσης, αλλά απλώς σε μία συνταγή ή σε έναν τύπο προϊόντος. Όπως προειδοποιεί, όσο δεν υπάρχει έγκαιρη και συντονισμένη αντίδραση τόσο αποδυναμώνεται η ελληνική θέση. Για να εξηγήσει τον κίνδυνο αυτόν, επικαλείται διεθνή παραδείγματα προϊόντων που ιστορικά συνδέονταν με έναν συγκεκριμένο τόπο, αλλά τελικά κατέστησαν γενόσημοι όροι επειδή δεν προστατεύθηκαν εγκαίρως.

Μία ακόμα περίπτωση «ελληνοφανούς» γιαουρτιού στα ράφια της γερμανικής REWE ©Powergame.gr

Οι περιπτώσεις της φέτας και του χαλουμιού

Στο ίδιο πλαίσιο, αναφέρεται και στις υποθέσεις της φέτας και του χαλουμιού, επισημαίνοντας ότι και εκεί αναδείχθηκε πόσο καθοριστικό είναι το τι αντιλαμβάνεται ο μέσος καταναλωτής όταν έρχεται σε επαφή με ένα προϊόν. Όπως σημειώνει, οι σχετικές διαμάχες δεν κρίνονται μόνο σε ένα στενά νομικό επίπεδο, αλλά και με βάση την κοινωνική και καταναλωτική αντίληψη, η οποία αποτυπώνεται ακόμη και μέσα από ειδικές μελέτες και τεστ συμπεριφοράς.

Ο ίδιος διευκρινίζει, πάντως, ότι η ύπαρξη κατοχύρωσης ως γεωγραφικής ένδειξης θα ενίσχυε σημαντικά τη νομική θωράκιση της ελληνικής πλευράς, καθώς τότε το δίκαιο θα απαγόρευε ρητά και πιο έμμεσες αναφορές, όπως οι ενδείξεις «style», «τύπου» ή «κατά τον τρόπο». Ωστόσο, υπογραμμίζει ότι και χωρίς αυτήν την επιπλέον προστασία, παραμένει ανοιχτό το πεδίο αντιμετώπισης πρακτικών που παραπλανούν τον καταναλωτή ως προς την πραγματική ταυτότητα του προϊόντος.

Σε ό,τι αφορά τα πιθανά βήματα αντίδρασης, ο κ. Γεωργόπουλος εξηγεί ότι υπάρχουν περισσότερες από μία νομικές και θεσμικές διαδρομές. Μεταξύ αυτών είναι η προσφυγή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αλλά και η ενεργοποίηση των αρμόδιων ελεγκτικών αρχών του κράτους-μέλους όπου εντοπίζεται η επίμαχη πρακτική. Όπως τονίζει, ήδη βρίσκονται σε επεξεργασία συγκεκριμένες στρατηγικές σε συνεργασία με τον ΣΕΒΓΑΠ, ξεκαθαρίζοντας πως δεν πρόκειται απλώς για μια θεωρητική συζήτηση, αλλά για ζήτημα στο οποίο υπάρχει σε εξέλιξη, προετοιμασία αντίδρασης.

Παράλληλα, εντάσσει το θέμα του ελληνικού γιαουρτιού σε ένα ευρύτερο πεδίο πιέσεων που δέχονται ελληνικές ονομασίες και γεωγραφικές ενδείξεις διεθνώς. Όπως αναφέρει, αντίστοιχα ζητήματα ανακύπτουν και σε άλλα προϊόντα, όπως η φέτα, το ούζο, αλλά και ονομασίες που σχετίζονται με τον οίνο και συγκεκριμένες ελληνικές γεωγραφικές περιοχές. Κατά την εκτίμησή του, πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία οι γεωγραφικές ενδείξεις αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία στις διεθνείς αγορές, την ίδια στιγμή όμως που πολλαπλασιάζονται και οι πιέσεις εις βάρος τους.