Το πολιτικό μανιφέστο της Palantir, ο Καρπ και ο Τιλ: Το χρονικό μιας ιδεολογικής μεταμόρφωσης

Οι προκλητικές θέσεις που δημοσιεύθηκαν στα κοινωνικά δίκτυα και η ιστορία των δύο ισχυρών ανδρών της αμφιλεγόμενης τεχνολογικής εταιρείας

Ο Άλεξ Καρπ, διευθύνων σύμβουλος της Palantir © EPA/CHRISTOPHE PETIT TESSON

Το Σαββατοκύριακο αναρτήθηκε στο X (το πρώην Twitter) το πολιτικό μανιφέστο της Palantir Technologies.

Υπό τον τίτλο «Γιατί μας ρωτούν συνεχώς. The Technological Republic, εν συντομία», η εταιρεία που διευθύνει ο Αλεξ Καρπ δημοσίευσε είκοσι δύο θέσεις που συνοψίζουν τα κύρια επιχειρήματα του βιβλίου με τον φερώνυμο τίτλο που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο 2025 από τον διευθύνοντα σύμβουλο (CEO) και τον Νικολά Ζαμίσκα, τον επικεφαλής εταιρικών υποθέσεων.

Η ανάρτηση δεν είναι απλή προώθηση ενός βιβλίου που ήδη έχει φτάσει στο νούμερο ένα της λίστας New York Times. Είναι η πιο ξεκάθαρη δημόσια διατύπωση μιας κοσμοθεωρίας που έχει γίνει η ραχοκοκαλιά του επιχειρηματικού μοντέλου της Palantir. Είναι, ταυτόχρονα, η επίσημη βάπτιση της εταιρείας ως ιδεολογικού πρωταγωνιστή της εποχής Τραμπ 2.0.

Οι θέσεις είναι ευθείες και κάποιες φορές προκλητικές. Η Silicon Valley, γράφει το μανιφέστο, «οφείλει ηθικό χρέος στη χώρα που έκανε δυνατή την άνοδό της». Πρέπει να εξεγερθούμε «κατά της τυραννίας των εφαρμογών», είναι πράγματι το iPhone το «μεγαλύτερο δημιουργικό μας επίτευγμα ως πολιτισμός»;

Η «δύναμη της ρητορικής και μόνο» έχει εκτεθεί, η δυτική υπεροχή χρειάζεται «σκληρή ισχύ, και η σκληρή ισχύς σε αυτόν τον αιώνα θα χτιστεί πάνω στο λογισμικό». Το ερώτημα δεν είναι αν θα κατασκευαστούν όπλα τεχνητής νοημοσύνης, αλλά «ποιος θα τα κατασκευάσει και για ποιον σκοπό».

Η εθνική στρατιωτική θητεία πρέπει να γίνει «καθολικό καθήκον» και να εγκαταλειφθεί ο μοντέλο του αποκλειστικά εθελοντικού στρατού. Η μεταπολεμική «αποδυνάμωση της Γερμανίας και της Ιαπωνίας» πρέπει να αναστραφεί. Οι πολιτισμοί δεν είναι ίσοι, «ορισμένοι πολιτισμοί και υποπολιτισμοί έχουν παραγάγει θαύματα. Άλλοι αποδείχθηκαν μέτριοι και, χειρότερα, οπισθοδρομικοί και επιβλαβείς». Η Δύση πρέπει να αντισταθεί στον «ρηχό πειρασμό ενός κενού και άδειου πλουραλισμού» και να ορίσει ξανά την εθνική της κουλτούρα.

Πίσω από κάθε θέση υπάρχει ένα πρόσωπο. Και πίσω από κάθε πρόσωπο μια ιστορία που εξηγεί πώς η Palantir έγινε αυτό που είναι σήμερα, η εταιρεία που, σύμφωνα με τη δημοσιογραφική έρευνα του Michael Steinberger στο πρόσφατο βιβλίο του «The Seeing Stone», έχει ανέβει από μηδενικής αξίας startup σε περίπου 430 δισ. δολαρίων κεφαλαιοποίησης, με τη μετοχή της να πλησιάζει τα 200 δολάρια τον περασμένο Αύγουστο. Σήμερα η μετοχή κινείται κοντά στα 146 δολάρια και η χρηματιστηριακή αξία περί τα 350 δισ. δολάρια.

Αλεξ Καρπ: Από τη Φρανκφούρτη στην εξουσία

Ο Αλεξ Καρπ, ο διευθύνων σύμβουλος της Palantir, είναι μια παράξενη φιγούρα για επικεφαλής εταιρείας που εξυπηρετεί την αμερικανική αμυντική και κατασκοπευτική κοινότητα. Γεννήθηκε το 1967 στη Νέα Υόρκη, γιος ενός Γερμανοεβραίου παιδίατρου και μιας Αφροαμερικανίδας καλλιτέχνιδος, δισέγγονης πρώην σκλάβου.

Μεγάλωσε στο Mount Airy της Φιλαδέλφειας, μια γειτονιά-νησίδα φυλετικής ενσωμάτωσης μέσα σε μια πόλη που κυβερνούσε ο βάναυσος αστυνομικός – δήμαρχος Φρανκ Ρίτσο. Οι γονείς του ήταν αριστεροί ακτιβιστές που τον πήγαιναν σε αντιπυρηνικές συγκεντρώσεις και τον σύστησαν στον Νόαμ Τσόμσκι.

Η διάγνωση δυσλεξίας στα οκτώ του χρόνια, η εχθρική ατμόσφαιρα στο δημόσιο σχολείο, το επώδυνο διαζύγιο των γονέων κατά τη διάρκεια του πρώτου εξαμήνου του στο Haverford College, όλα αυτά σφυρηλάτησαν έναν βαθιά ευάλωτο χαρακτήρα. «Είσαι ένα φυλετικά αμφίσημο, αριστερό εβραιόπαιδο που είναι και δυσλεκτικό, δεν θα σκεφτόσουν ότι τα πράγματα δεν πάνε καλά;» είπε αργότερα.

Στο Stanford Law School γνώρισε τον Πίτερ Τιλ, στο πανεπιστήμιο Γκαίτε της Φρανκφούρτης έγραψε διδακτορικό για τον «δευτερογενή αντισημιτισμό» στη Γερμανία, αναλύοντας πώς ο ρήτορας Μάρτιν Βάλζερ χρησιμοποίησε γλώσσα που παρέπεμπε σε φασιστική ρητορική.

Σήμερα, ο Καρπ είναι πολυδισεκατομμυριούχος, γνωστός για τη φουντωτή κόμη του, τα παντελόνια σκι, τους Νορβηγούς πρώην κομάντος που υπηρετούν ως σωματοφύλακες του και τη συνήθεια να περιγράφει τον εαυτό του ως «batshit-crazy CEO». Ζει ως πολυταξιδεμένος ερημίτης σε πολλαπλά σπίτια – σε Νιου Χάμσαϊρ, Αλάσκα, Μέριλαντ, Σαν Βάλεϊ – ταξιδεύει με ιδιωτικό αεροσκάφος Bombardier Global 7500 που αγόρασε για περισσότερα από 50 εκατ. δολάρια, και αφιερώνει τον χρόνο του σε σκι αντοχής. Η εταιρεία του, γεννημένη από το τραύμα της 11ης Σεπτεμβρίου, εξυπηρετεί την CIA, το Πεντάγωνο, την MI6, τη Mossad και δεκάδες αστυνομικές και κατασκοπευτικές υπηρεσίες παγκοσμίως.

Η διαδρομή του από τον «νεοσοσιαλιστή» φοιτητή του Stanford στον σημερινό σκληρό κριτικό των Δημοκρατικών είναι μία από τις πιο χαρακτηριστικές πολιτικές μεταμορφώσεις των τελευταίων χρόνων. Το 2015, σε εσωτερική συνάντηση της Palantir, ο Καρπ είχε χαρακτηρίσει τον Τραμπ «αντιπαθητικό», είχε αμφισβητήσει τη δηλωμένη περιουσία του και τον είχε αποκαλέσει «νταή». Το 2016, ήταν υποστηρικτής της Χίλαρι Κλίντον. Όταν ένα μέλος του διοικητικού συμβουλίου παρατήρησε, το βράδυ των εκλογών, ότι η νίκη Τραμπ θα ευνοούσε την εταιρεία λόγω της σχέσης Τιλ-Τραμπ, ο Καρπ διαφώνησε σφοδρά: «Αυτό είναι μόνο μειονέκτημα για εμάς».

Δέκα χρόνια αργότερα, τον Δεκέμβριο 2024, ο Καρπ δώρισε ένα εκατομμύριο δολάρια στην επιτροπή ορκωμοσίας Τραμπ-Βανς. Σε εμφάνιση στο Fox Business εξύμνησε τον DOGE — το πρόγραμμα περικοπών δημόσιων δαπανών που διηύθυνε ο Ίλον Μασκ — ως «επανάσταση» όπου «κάποιοι κόβουν κεφάλια». Υπεράσπισε τον ναζιστικό χαιρετισμό του Μασκ κατά την ορκωμοσία ως «ολοκληρωτικά παράλογη κατηγορία». Σε ομιλία σε διάσκεψη τεχνητής νοημοσύνης (AI) στην Ουάσιγκτον φαντάστηκε «ένα drone που ψεκάζει ούρα με φαιντανύλη στους αναλυτές που προσπάθησαν να μας εξαπατήσουν». Το νέο σλόγκαν της Palantir είναι απλό: «Software that dominates», λογισμικό που κυριαρχεί.

Ντόναλντ Τραμπ Πίτερ Τιλ

Ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Πίτερ Τιλ σε συνάντηση εταιρειών τεχνολογίας στην αίθουσα συνεδριάσεων της Trump Organization στον Trump Tower στη Νέα Υόρκη το 2016 © EPA/Albin Lohr-Jones

Ο Πίτερ Τιλ η σκιά πίσω από την Palantir

Αν ο Καρπ είναι το δημόσιο πρόσωπο της Palantir, ο Πίτερ Τιλ είναι η ιδρυτική της συνείδηση. Γεννημένος εννέα ημέρες μετά τον Καρπ στη Φρανκφούρτη, σπούδασε φιλοσοφία στο Stanford, όπου συνίδρυσε τη δεξιά εφημερίδα Stanford Review, θερμοκοιτίδα τεχνολογικού ταλέντου που παρήγαγε δεκάδες μελλοντικά στελέχη. Πνευματικός μέντοράς του υπήρξε ο Γάλλος φιλόσοφος Ρενέ Ζιράρ και η θεωρία της μιμητικής επιθυμίας, που ο Τιλ μετέφρασε σε επενδυτική φιλοσοφία: οι πιο ελκυστικές εταιρείες είναι εκείνες που επιδιώκουν μονοπωλιακή κυριαρχία σε εξειδικευμένες αγορές.

Στο Stanford Law γνώρισε τον Καρπ. «Τσακωνόμασταν σαν αγρίμια», θυμάται ο Καρπ. Ο Τιλ συνίδρυσε το PayPal, πούλησε τις μετοχές του για 1,5 δισ. δολάρια, ίδρυσε το Clarium Capital, επένδυσε στο Facebook (κερδίζοντας θέση στο διοικητικό συμβούλιο), κι αμέσως μετά την 11η Σεπτεμβρίου συνέλαβε την ιδέα της Palantir. Αρχικά ανέθεσε τη σχεδίαση σε δύο μηχανικούς, τον Στίβεν Κοέν και τον Νέιθαν Γκέτινγκς. Στη συνέχεια κάλεσε τον Καρπ να γίνει CEO. Η επιλογή ήταν αμφιλεγόμενη, ο Καρπ ήταν 34 ετών, δεν είχε ούτε τεχνικές γνώσεις ούτε εμπειρία διοίκησης, αλλά αποδείχθηκε καθοριστική.

Το «πρόβλημα Τιλ» ξεκίνησε το 2009 με ένα δοκίμιο στο Cato Unbound, του γνωστού συντηρητικού ινστιτούτου, όπου δήλωσε ότι δεν πιστεύει πλέον ότι «ελευθερία και δημοκρατία είναι συμβατές». Η επέκταση της ψήφου στις γυναίκες και η αύξηση των δικαιούχων κοινωνικής πρόνοιας είχαν, κατ’ αυτόν, καταστήσει την «καπιταλιστική δημοκρατία» οξύμωρο. Το 2016, χρηματοδότησε μυστικά την αγωγή του παλαιστή Χαλκ Χόγκαν κατά του ιστότοπου Gawker, εκδίκηση για την αποκάλυψη της ομοφυλοφιλίας του. Ο Τιλ είδε στη νίκη Χόγκαν προμήνυμα: «Ο Χόγκαν ήταν ο Τραμπ, το Gawker ήταν τα μέσα ενημέρωσης, κι οι ένορκοι ήταν οι ψηφοφόροι». Μίλησε στο Συνέδριο των Ρεπουμπλικάνων τον Ιούλιο 2016. Μετά το σκάνδαλο Access Hollywood, έδωσε 1,25 εκατ. δολάρια στην καμπάνια Τραμπ.

Για την Palantir, η στήριξη του Τιλ στον Τραμπ ήταν δηλητήριο. «Ο Πίτερ είναι το μεγαλύτερο πρόβλημά μας», είπε ένα στέλεχος στον Steinberger. Ταυτόχρονα, ο Τιλ χρηματοδοτούσε μυστικά τη Clearview AI, εφαρμογή αναγνώρισης προσώπου που χρησιμοποιούσαν αστυνομικά τμήματα, σε ευθεία αντίθεση με τη δημόσια θέση του Καρπ ότι η αναγνώριση προσώπου πρέπει να χρησιμοποιείται μόνο για αθώωση. Ο Καρπ ωστόσο αρνήθηκε να ζητήσει την παραίτηση του Τιλ όταν εκείνος την πρόσφερε το 2017: «Ο Πίτερ είναι ανεκτίμητος ως πνευματικό κεφάλαιο. Κανένας άλλος δεν θα με είχε φέρει ως συνιδρυτή».

Η σχέση του Τιλ με τον Τραμπ τέλειωσε μετά την πρώτη θητεία. Το 2023, ο Τιλ δήλωσε ότι αποσυρόταν από την πολιτική, ο σύζυγός του Ματ Ντάντζαϊζεν είχε «βάλει πόδι». Όταν ο Τραμπ ζήτησε χρήματα για το 2024, αρνήθηκε, και ο Τραμπ τον αποκάλεσε «fucking scumbag» σε συνομιλία με τον Μπλέικ Μάστερς. Η μοναδική πολιτική επένδυση του Τιλ που μέτρησε ήταν ο σημερινός αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς, 15 εκατ. δολάρια στην εκλογή του στη Γερουσία κι η πίεση για να τον κάνει ο Τραμπ υποψήφιο αντιπρόεδρο. Στην τελετή ορκωμοσίας Τραμπ τον Ιανουάριο του 2025, ο Τιλ φιλοξένησε πάρτι με καλεσμένους τον Βανς, τον Ζάκερμπεργκ (Facebook), τον Σαμ Άλτμαν (Open AI), τον Λόνσντεϊλ (εκ των συνιδρυτών της Palantir).

Το μανιφέστο και η εποχή του

Οι είκοσι δύο θέσεις που αναρτήθηκαν το Σαββατοκύριακο στο X δεν είναι τυχαίες. Αντλούν από ένα βιβλίο που συνδυάζει ιστορική αναθεώρηση, πολιτιστική κριτική και επιχειρηματικό μανιφέστο. Η Silicon Valley, γράφουν οι Καρπ και Ζαμίσκα, γεννήθηκε ως σύμπραξη κράτους και ιδιωτικού τομέα, η Fairchild Semiconductor κατασκεύαζε εξοπλισμό για δορυφόρους της CIA, όλοι οι βαλλιστικοί πύραυλοι του Ναυτικού παράγονταν στη Σάντα Κλάρα, και το διαδίκτυο ξεκίνησε ως αμυντικό πρόγραμμα. Η σύγχρονη Valley έχει προδώσει αυτή τη σχέση, εστιάζοντας σε εφαρμογές παράδοσης φαγητού και διαφημιστικούς αλγόριθμους αντί για έργα εθνικής σημασίας.

Η κεντρική πρόταση του βιβλίου είναι ένα νέο Manhattan Project για τεχνητή νοημοσύνη στο πεδίο μάχης. Η ατομική εποχή κλείνει, το F-35 σχεδιάστηκε τη δεκαετία του 1990, αλλά όπως ρώτησε ο στρατηγός Μαρκ Μίλεϊ, «πιστεύουμε πραγματικά ότι ένα επανδρωμένο αεροσκάφος θα κερδίζει τους αιθέρες το 2088;». Η Ευρώπη έχει «μπονσάι στρατούς» κατά τη φράση του Ζοζέπ Μπορέλ. Η μεταπολεμική αποδυνάμωση της Γερμανίας ενθάρρυνε τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, υποστηρίζει ο Καρπ. Η Ιαπωνία εξακολουθεί να χρειάζεται αμερικανική προστασία επτά δεκαετίες μετά τον πόλεμο.

Το βιβλίο εντοπίζει το πρόβλημα στην άρνηση μιας ολόκληρης τάξης ηγετών να έχει αυθεντικές πεποιθήσεις. Η κατάθεση τριών πρυτάνεων (Harvard, Penn, MIT) στο Κογκρέσο μετά τις διαδηλώσεις για τη Γάζα αποκάλυψε, κατά τον Καρπ, κενό, τεχνοκρατική ψυχρότητα χωρίς ηθικό περιεχόμενο. Η γενιά που έζησε σε πλήρη «διοικητική κουλτούρα» χάνει την ικανότητά της να πιστεύει, να αντιστέκεται, να αναλαμβάνει ρίσκο.

Κριτικοί, ωστόσο, έχουν εντοπίσει μια σημαντική απουσία: παρά τις αναφορές σε φιλελεύθερη δημοκρατία, το βιβλίο δεν αντιμετωπίζει ως κίνδυνο την αυταρχική δεξιά. Στο S-1 της Palantir το 2020, το επίσημο έγγραφο για την εισαγωή στο χρηματιστήριο, η εταιρεία δήλωνε ότι η αποστολή της ήταν «η υποστήριξη της δυτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας και των στρατηγικών της συμμάχων». Το νέο βιβλίο δεν παρουσιάζει πλέον τη δημοκρατία ως θεμελιώδες στοιχείο της δυτικής επιτυχίας. Σε πρόσφατη επιστολή του προς τους μετόχους, ο Καρπ επικαλέστηκε τη ρήση του Σάμιουελ Χάντινγκτον: η Δύση κυριάρχησε όχι χάρη στις «ιδέες, τις αξίες ή τη θρησκεία της», αλλά επειδή ήταν πιο αποτελεσματική «στην εφαρμογή οργανωμένης βίας». Στο Squawk Box του CNBC, ο Καρπ διατύπωσε ακόμα πιο ξεκάθαρα: «Η Δύση, ως ιδέα και αρχή, είναι προφανώς ανώτερη».

Αξιοσημείωτη είναι επίσης η μετατόπιση στην αντιμετώπιση του Βάλζερ. Στο διδακτορικό του, ο Καρπ είχε αναλύσει την ομιλία του Γερμανού συγγραφέα το 1998 ως παράδειγμα φασιστικής ρητορικής. Στο νέο βιβλίο, ο Βάλζερ εξυμνείται ως «πολεμιστής της ελεύθερης έκφρασης» που είχε «αρθρώσει τις απαγορευμένες επιθυμίες και τα συναισθήματα ενός έθνους».

Palantir Ανόβερο Γερμανία

Μια οθόνη της εταιρείας Palantir Technologies στην Έκθεση του Ανόβερου 2026 (Hannover Messe) στο Ανόβερο της Γερμανίας © EPA/HANNIBAL HANSCHKE

Η Palantir σήμερα

Η ιδεολογική εξέλιξη συνοδεύεται από εκρηκτική επιχειρηματική ανάπτυξη. Η Palantir είναι σήμερα μέλος του δείκτη S&P 500 και προσπερνά τις περισσότερες μετοχές του δείκτη σε απόδοση. Η εταιρεία υπέγραψε σύμβαση 30 εκατ. δολαρίων με τον ICE για την πλατφόρμα ImmigrationOS, που επιταχύνει απελάσεις.

Οι New York Times κατήγγειλαν ότι η εταιρεία βοηθά τη διοίκηση Τραμπ να δημιουργήσει κεντρική βάση δεδομένων Αμερικανών πολιτών, κατηγορία που η εταιρεία αρνήθηκε σθεναρά. Δεκατρείς πρώην υπάλληλοι δημοσίευσαν ανοιχτή επιστολή με τίτλο «The Scouring of the Shire», κατηγορώντας την εταιρεία ότι πρόδωσε τις ιδρυτικές της αρχές και ότι «νομιμοποιεί τον αυταρχισμό υπό το πρόσχημα μιας επανάστασης με επικεφαλής ολιγάρχες».

Ο Τζέικομπ Χέλμπεργκ, σύμβουλος της Palantir, που δώρισε 1,25 εκατ. δολάρια στον Τραμπ, διορίστηκε υφυπουργός Εξωτερικών. Ο Σαϊάμ Σανκάρ, πρόεδρος της εταιρείας, εξετάστηκε για ανώτερη θέση στο Πεντάγωνο. Η εταιρεία χρηματοδότησε με 5 εκατ. δολάρια τη στρατιωτική παρέλαση Τραμπ στην Ουάσιγκτον τον Ιούνιο.

Οι είκοσι δύο θέσεις που δημοσιεύθηκαν το Σαββατοκύριακο αποτυπώνουν μια κοσμοθεωρία που έχει βρει τη θέση της στη διεθνή συζήτηση. Οι κριτικοί θα την χαρακτηρίσουν τεχνο-εθνικισμό, οι υποστηρικτές, ρεαλιστική απάντηση σε μια γενιά που έχει ξεχάσει την ιστορική εξαίρεση της μακράς ειρήνης που απολαμβάνει. Σε κάθε περίπτωση, η ανάρτηση σηματοδοτεί μια αποφασιστική στιγμή: η Palantir δεν είναι πλέον απλώς εταιρεία λογισμικού που εργάζεται στο παρασκήνιο. Είναι ιδεολογικός δρώντας στην αμερικανική δημόσια σφαίρα, με CEO που δημοσιεύει best-seller, κάνει προσκλήσεις σε πρυτάνεις να παραιτηθούν και χαράσσει πολιτική γραμμή από το λογαριασμό του στο X.

Ο Καρπ, κάποτε ο δυσλεκτικός διδάκτορας της Φρανκφούρτης, που φοβόταν πάνω απ’ όλα τον φασισμό, ηγείται σήμερα εταιρείας που συνεργάζεται στενά με μια διοίκηση της οποίας η γλώσσα, σύμφωνα με τους άσπονδους φίλους του, κινδυνεύει να παρεξηγηθεί πως παραπέμπει στη ναζιστική Γερμανία. Όταν ο Steinberger τον ρώτησε μετά τις εκλογές αν εξακολουθεί να πιστεύει ότι ο Τραμπ δεν είναι φασίστας, ο Καρπ αγνόησε την ερώτηση. Είπε μόνο ότι ήταν αβέβαιος για το τι θα φέρουν τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Η τελευταία φράση που του αποδίδει ο Steinberger αποτυπώνει ίσως την επιχειρηματική λογική πίσω από κάθε ιδεολογική μετατόπιση: «Το να είσαι αντιδημοφιλής πληρώνει τους λογαριασμούς».