Σενάριο αύξησης των ποσοστών αναπλήρωσης -και έτσι των συντάξεων– για όσους ασφαλισμένων έχουν πάνω από 40 έτη ασφάλισης βρίσκεται στο τραπέζι του υπουργείου Εργασίας, σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες του powergame.gr.
Και αυτό προκειμένου να δοθεί κίνητρο παραπέρα παραμονής στην εργασία, ειδικά καθώς έχει λάβει μαζικές διαστάσεις πλέον το φαινόμενο της απασχόλησης των συνταξιούχων.
Μετά το 2024 οπότε καταργήθηκε το πέναλτι στη σύνταξη και αντικαταστάθηκε από τον (μη ανταποδοτικό) πόρο υπέρ του ΕΦΚΑ, το πλήθος των εργαζόμενων συνταξιούχων έχει ξεπεράσει τις 270.000, κάτι που αντιστοιχεί σε ποσοστό άνω του 13% επί του συνόλου των δικαιούχων κύριας σύνταξης γήρατος.
Αυτό εκλαμβάνεται από πλευράς μερίδας στελεχών του υπ. Εργασίας ως απόδειξη ότι ένα ολοένα και μεγαλύτερο τμήμα των συνταξιούχων είναι σε θέση να εργαστεί, αλλά χάρη στο ευνοϊκό καθεστώς που έχει διαμορφωθεί εδώ και δυόμιση χρόνια, επιλέγει τη συνταξιοδότηση και έτσι από τη μια μεριά εισπράττει τη σύνταξη και από την άλλη εισπράττει και το εισόδημα από την απασχόληση, καταβάλλοντας βέβαια και εισφορές (πέραν του πόρου υπέρ του ΕΦΚΑ).
Ωστόσο, η προσαύξηση την οποία θα λάβουν στη σύνταξη τους από την παράταση της απασχόλησης τους μετά τη συνταξιοδότηση είναι μηδαμινή, καθώς υπολογίζεται με βάση το ποσοστό αναπλήρωσης που ισχύει για τα πρώτα 15 χρόνια (0,77%).
Από την άλλη μεριά, ο νόμος Βρούτση (4670/20), αν και αύξησε τα ποσοστά αναπλήρωσης μετά τα 30 έτη (σε σχέση με εκείνα που προέβλεπε ο νόμος Κατρούγκαλου), οδηγώντας σε αυξήσεις για τους συνταξιούχους που αιτήθηκαν σύνταξη μετά την 12η Μαΐου του 2016 (κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο νόμος Κατρούγκαλου), έπληξε όσους είχαν πάνω από 40 έτη ασφάλισης.
Συγκεκριμένα, ο νόμος Βρούτση προέβλεψε ποσοστό αναπλήρωσης μόλις 0,50% για πάνω από 40 έτη ασφάλισης, ενώ ο νόμος Κατρούγκαλου (4387/16) προέβλεπε ποσοστό αναπλήρωσης 2% για όσους είχαν πάνω από 39 έτη ασφάλισης.
Έτσι ενώ, με βάση τον νόμο Βρούτση, όποιος έχει 36,01 έως 40 έτη ασφάλισης έχει ποσοστό αναπλήρωσης στην ανταποδοτική σύνταξή του 2,55%, το ποσοστό αυτό πέφτει κατά 2,05 μονάδες (δηλαδή φτάνει στο …0,50%) για όποιον έχει πάνω από 40 έτη ασφάλισης.
Αντίθετα, ο νόμος Κατρούγκαλου προέβλεπε επιπλέον 0,2 μονάδες στο ποσοστό αναπλήρωσης για όποιον είχε πάνω από 39 έτη ασφάλισης (2,0%) σε σχέση με εκείνο που είχε 36,01 έως 39 (1,80%).
Το παράδοξο αυτό φαινόμενο της απότομης αποκλιμάκωσης του ποσοστού αναπλήρωσης για όποιον έχει πάνω από 40 έτη ασφάλισης εξετάζουν αρμόδια στελέχη του υπ. Εργασίας να διορθώσουν κατά το δημοσιονομικό δυνατό, αυξάνοντας το ποσοστό αναπλήρωσης αν μη τι άλλο σχέση με το υφιστάμενο πολύ χαμηλό επίπεδο αν όχι φέρνοντας το στο επίπεδο των 36,01 – 40,000 ετών ασφάλισης (2,55%) ή και ακόμα παραπάνω.
Από εκεί και πέρα, ένα άλλο ζήτημα είναι αν μία τέτοια θετική διόρθωση των ποσοστών αναπλήρωσης για όσους έχουν πάνω από 40 έτη ασφάλισης, εφόσον «κλείδωνε» να συντελεστεί, θα είχε αναδρομική ισχύ από την 1η Οκτωβρίου 2019 οπότε ίσχυσαν τα νέα αυξημένα ποσοστά αναπλήρωσης (βάσει νόμου Βρούτση) οδηγώντας σε (αναδρομικές) αυξήσεις στην εν λόγω κατηγορία των συνταξιούχων ή ισχύ από τη στιγμή που μια τέτοια πιθανή διάταξη δημοσιευόταν στο ΦΕΚ (εφόσον ψηφιζόταν).
