Μια μάχη με σημαντικές επιπτώσεις για τη διατροφή, τη δημόσια υγεία αλλά και την ίδια τη βιομηχανία τροφίμων βρίσκεται σε εξέλιξη στις ΗΠΑ, καθώς κορυφαία στελέχη του κλάδου πιέζουν την κυβέρνηση Τραμπ να καθυστερήσει τη δημοσιοποίηση του πρώτου ομοσπονδιακού ορισμού για τα λεγόμενα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα.
Η αμερικανική κυβέρνηση επεξεργάζεται εδώ και μήνες έναν ορισμό που θα αποσαφηνίζει ποια προϊόντα θα θεωρούνται ultra-processed.
Το τελικό κείμενο της απόφασης αναμένεται να δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα σε συστατικά που χρησιμοποιούνται, κυρίως για να αλλάζουν την εμφάνιση, ή άλλα χαρακτηριστικά ενός προϊόντος, καθώς και σε συστατικά που δεν συναντώνται συνήθως στη μαγειρική του σπιτιού.
Το κείμενο δεν αναμένεται να έχει τη μορφή νέου κανονισμού, αλλά white paper, δηλαδή επίσημου εγγράφου πολιτικής και επιστημονικής τεκμηρίωσης.
Παρ’ όλα αυτά, η σημασία του είναι μεγάλη, καθώς θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μελλοντικές διατροφικές κατευθύνσεις, έρευνα και ενδεχομένως ρυθμίσεις.
Τι ακριβώς φοβάται η βιομηχανία τροφίμων
Διευθύνοντες σύμβουλοι μεγάλων εταιρειών τροφίμων και εκπρόσωποι κλαδικών οργανώσεων έχουν επικοινωνήσει με τον Λευκό Οίκο και έχουν στείλει επιστολές ζητώντας να καθυστερήσει η δημοσιοποίηση.
Το επιχείρημά τους είναι ότι ένας επίσημος ορισμός θα μπορούσε να οδηγήσει σε δικαστικές προσφυγές, να αυξήσει το κόστος παραγωγής και τελικά να καταστήσει ακριβότερα τα προϊόντα.
Οι οικονομικές συνέπειες δεν είναι αμελητέες. Σύμφωνα με ανάλυση της BNP Paribas, περισσότερο από το 92% των λιανικών πωλήσεων της Hershey στις ΗΠΑ προέρχεται από προϊόντα που κατατάσσονται στην κατηγορία των υπερεπεξεργασμένων. Το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνά το 77% για εταιρείες όπως η Kraft Heinz, η Mondelez, η General Mills και η Campbell’s.
Η διατροφική διάσταση είναι ακόμη μεγαλύτερη. Αμερικανοί καταναλωτές λαμβάνουν σήμερα περισσότερο από το μισό των ημερήσιων θερμίδων τους από υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, ενώ το ποσοστό στα παιδιά φτάνει περίπου το 62%, σύμφωνα με στοιχεία του αμερικανικού CDC.
Η κυβέρνηση Τραμπ υποστηρίζει πάντως ότι η διαδικασία συνεχίζεται. Ο αναπληρωτής επίτροπος του FDA Κάιλ Διαμάντας δήλωσε ότι η πρόταση έχει ήδη υποβληθεί για την τελική κυβερνητική εξέταση και ότι στόχος είναι να δημιουργηθεί ισχυρότερη βάση για τη μελλοντική έρευνα γύρω από τη διατροφή. Το κείμενο δεν έχει ακόμη εγκριθεί από το Γραφείο Διαχείρισης και Προϋπολογισμού του Λευκού Οίκου.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η αμερικανική συζήτηση δεν αφορά απλώς το αν ένα τρόφιμο είναι «καλό» ή «κακό». Το κρίσιμο ζήτημα είναι πώς θα οριστεί η ίδια η κατηγορία.
Η πιο γνωστή επιστημονική προσέγγιση είναι το σύστημα NOVA, το οποίο ταξινομεί τα τρόφιμα με βάση τον βαθμό και το είδος της επεξεργασίας τους.
Η έννοια έχει αποκτήσει μεγάλη επιρροή στη διεθνή έρευνα, αλλά εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο επιστημονικής συζήτησης.
Μάλιστα, πρόσφατη δημοσίευση στο Nature Food υποστηρίζει ότι η έννοια των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων παραμένει χρήσιμη για την έρευνα και τη χάραξη πολιτικής, ενώ αναγνωρίζει την πολυπλοκότητα της κατηγορίας.
Τι γίνεται στην Ευρώπη;
Η εικόνα είναι διαφορετική, αλλά όχι επειδή η Ευρώπη έχει λύσει το ζήτημα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει λεπτομερείς κανόνες για την ασφάλεια, τα πρόσθετα, τα νέα τρόφιμα και την επισήμανση, όμως δεν έχει υιοθετήσει έναν ενιαίο νομικό ορισμό των «υπερεπεξεργασμένων τροφίμων» με βάση την αντίστοιχη αμερικανική λογική.
Η ευρωπαϊκή νομοθεσία διακρίνει, μεταξύ άλλων, επεξεργασμένα και μη επεξεργασμένα προϊόντα, ενώ απαιτεί από τα προσυσκευασμένα τρόφιμα διατροφική δήλωση και συγκεκριμένες πληροφορίες στην ετικέτα.
Αυτό σημαίνει ότι ένα ευρωπαϊκό προϊόν μπορεί να είναι εξαιρετικά επεξεργασμένο με την επιστημονική έννοια, χωρίς η συσκευασία του να υποχρεούται σήμερα να το δηλώνει ως «υπερεπεξεργασμένο».
Η συζήτηση όμως έχει ήδη περάσει στην ευρωπαϊκή δημόσια πολιτική. Ορισμένες χώρες έχουν αρχίσει να ενσωματώνουν την έννοια των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων στις διατροφικές τους κατευθύνσεις, ενώ η επιστημονική βιβλιογραφία εξετάζει όλο και περισσότερο τη σχέση τους με την παχυσαρκία και άλλες χρόνιες παθήσεις.
Επομένως, η αμερικανική απόφαση έχει σημασία και για την Ευρώπη, παρότι δεν δημιουργεί άμεση νομική υποχρέωση στις ευρωπαϊκές χώρες.
Εάν η Ουάσινγκτον καταλήξει σε έναν σαφή ορισμό και αυτός χρησιμοποιηθεί στη διατροφική πολιτική, στην έρευνα ή στις συζητήσεις για την επισήμανση, θα δημιουργηθεί ένα σημαντικό διεθνές προηγούμενο.
Αντίστροφα, μια νέα καθυστέρηση θα αφήσει το ζήτημα ανοιχτό, σε μια περίοδο κατά την οποία οι επιστήμονες, οι καταναλωτές και οι κυβερνήσεις ζητούν περισσότερη σαφήνεια για το τι ακριβώς αγοράζουν και τρώνε.
