Η αμερικανική οικονομία των ΗΠΑ εμφανίζει δύο εντελώς διαφορετικές όψεις. Από τη μία, οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις καταγράφουν ιστορικά υψηλή κερδοφορία και οι χρηματιστηριακές αγορές διατηρούν τη δυναμική τους. Από την άλλη, εκατομμύρια πολίτες συνεχίζουν να πιέζονται από την ακρίβεια, τα υψηλά επιτόκια και το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης.
Οι μεγαλύτερες επιχειρήσεις των ΗΠΑ ξεκίνησαν ιδιαίτερα δυναμικά τη δημοσίευση των οικονομικών αποτελεσμάτων του δεύτερου τριμήνου, επιτυγχάνοντας διψήφια αύξηση της κερδοφορίας τους παρά το δυσμενές οικονομικό περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζεται από ακριβότερη ενέργεια, υψηλά επιτόκια και πιο συγκρατημένη καταναλωτική συμπεριφορά, μεταδίδουν οι Financial Times.
ΗΠΑ: Ισχυρή κερδοφορία παρά τις πιέσεις στην οικονομία
Σύμφωνα με τα στοιχεία της FactSet, οι εταιρείες του δείκτη S&P 500 οδεύουν προς αύξηση κερδών κατά 47,4% σε ετήσια βάση για το διάστημα Απριλίου – Ιουνίου. Η εκτίμηση βασίζεται τόσο στα αποτελέσματα περισσότερων από 300 επιχειρήσεων που έχουν ήδη ανακοινώσει οικονομικά στοιχεία όσο και στις προβλέψεις των αναλυτών για όσες δεν έχουν ακόμη δημοσιεύσει τα αποτελέσματά τους.
Εφόσον επιβεβαιωθούν οι προβλέψεις, θα πρόκειται για την ισχυρότερη τριμηνιαία επίδοση της τελευταίας πενταετίας. Ο Χιου Γκίμπερ, επικεφαλής στρατηγικός αναλυτής αγορών της JPMorgan Asset Management, χαρακτήρισε τα αποτελέσματα «εξαιρετικά ισχυρά», σημειώνοντας ότι οι τελευταίες εβδομάδες υπήρξαν ιδιαίτερα θετικές ως προς τα οικονομικά μεγέθη που ανακοίνωσαν οι επιχειρήσεις.
Ιδιαίτερα εντυπωσιακή παραμένει η εικόνα του τεχνολογικού κλάδου, όπου οι αποδόσεις ξεπερνούν τις ήδη υψηλές προσδοκίες των επενδυτών. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ο ίδιος, η σημαντική διαφορά σε σχέση με προηγούμενες περιόδους είναι ότι πλέον η ανάπτυξη δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις εταιρείες τεχνολογίας, αλλά επεκτείνεται και σε αρκετούς ακόμη κλάδους της οικονομίας.
Παρά την ισχυρή αυτή εικόνα, η θεαματική αύξηση των εταιρικών κερδών ενδέχεται να προκαλέσει κοινωνικές αντιδράσεις, καθώς συμπίπτει με μια περίοδο κατά την οποία μεγάλο μέρος των Αμερικανών αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες λόγω της αύξησης του κόστους ζωής. Επιπλέον, η άνοδος των τιμών της ενέργειας, η οποία συνδέεται με τις γεωπολιτικές εξελίξεις και τη στρατιωτική εμπλοκή των ΗΠΑ στο Ιράν επί προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ, επιβάρυνε ακόμη περισσότερο τα οικογενειακά εισοδήματα.
Κατά τη διάρκεια του δεύτερου τριμήνου, οι τιμές της βενζίνης διατηρήθηκαν κατά μέσο όρο πάνω από τα τέσσερα δολάρια ανά γαλόνι, ενώ η αναταραχή στις διεθνείς αγορές ομολόγων εκτόξευσε το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Την ίδια στιγμή, η καταναλωτική εμπιστοσύνη υποχώρησε σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα.
Παρ’ όλα αυτά, σχεδόν εννέα στις δέκα εταιρείες του δείκτη S&P 500 ξεπέρασαν τις εκτιμήσεις των αναλυτών όσον αφορά την κερδοφορία τους. Παράλληλα, οι οκτώ από τους έντεκα βασικούς κλάδους του δείκτη καταγράφουν διψήφια αύξηση κερδών, επιβεβαιώνοντας ότι η θετική εικόνα έχει πλέον ευρύτερη βάση.
ΗΠΑ: Η τεχνητή νοημοσύνη και η κατανάλωση υψηλών εισοδημάατων στηρίζουν την ανάπτυξη
Σύμφωνα με τον Ντάνιελ Μόρις, επικεφαλής στρατηγικό αναλυτή αγορών της BNP Paribas Asset Management, δύο βασικοί παράγοντες στηρίζουν την εντυπωσιακή κερδοφορία των επιχειρήσεων: η ανθεκτικότητα της καταναλωτικής δαπάνης και οι τεράστιες επενδύσεις που πραγματοποιούνται στις υποδομές τεχνητής νοημοσύνης.
Η ανάπτυξη των σχετικών υποδομών δημιουργεί σημαντική οικονομική δραστηριότητα πολύ πέρα από τις ίδιες τις εταιρείες τεχνολογίας, ενισχύοντας προμηθευτές, κατασκευαστικές επιχειρήσεις, εταιρείες εξοπλισμού και ένα ευρύ φάσμα υπηρεσιών που συνδέονται με το οικοσύστημα της AI.
Ταυτόχρονα, οι αυξημένες τιμές του πετρελαίου δημιούργησαν σημαντικά οφέλη για τον ενεργειακό κλάδο. Οι αμερικανικοί πετρελαϊκοί κολοσσοί ExxonMobil και Chevron ανακοίνωσαν συνολικά καθαρά κέρδη ύψους 26,5 δισ. δολαρίων μόνο για το δεύτερο τρίμηνο.
Εξίσου ισχυρές επιδόσεις καταγράφουν και οι επιχειρήσεις των κλάδων επικοινωνιών και τεχνολογίας.

Το Googleplex, το συγκρότημα των κεντρικών γραφείων της Google και της μητρικής της εταιρείας, Alphabet Inc., στο Mountain View της Καλιφόρνιας στις ΗΠΑ © EPA/JOHN G. MABANGLO
Η Alphabet, μητρική εταιρεία της Google, είδε τα καθαρά της κέρδη να εκτοξεύονται στα 112 δισ. δολάρια, ενισχυμένα σημαντικά από τις αποδόσεις του επενδυτικού της χαρτοφυλακίου, μεταξύ των οποίων και η συμμετοχή της στη SpaceX, η οποία πραγματοποίησε τη μεγαλύτερη δημόσια εγγραφή στην ιστορία κατά τον προηγούμενο μήνα.
Αντίστοιχα, η Amazon υπερτριπλασίασε την κερδοφορία της, με βασικό μοχλό ανάπτυξης τις υπηρεσίες υπολογιστικού νέφους (cloud computing), οι οποίες εξακολουθούν να αποτελούν τον σημαντικότερο πυλώνα των λειτουργικών της κερδών.
Τα κέρδη της Amazon αυξήθηκαν 242%, ενώ της Alphabet σχεδόν 300%. Ωστόσο, οι εκρηκτικές επιδόσεις οφείλονται σε μεγάλο βαθμό σε μη λειτουργικά, μη πραγματοποιημένα κέρδη από συμμετοχές σε άλλες τεχνολογικές εταιρείες.
Η Amazon κατέγραψε σημαντικό όφελος από την αποτίμηση της συμμετοχής της στην εταιρεία τεχνητής νοημοσύνης Anthropic, ύψους 53,4 δισ. δολαρίων. Αντίστοιχα, η Alphabet εμφάνισε κέρδος περίπου 99 δισ. δολαρίων, κυρίως λόγω της συμμετοχής της στη SpaceX του Έλον Μασκ.
Αναλυτές λένε πως χωρίς Amazon και Alphabet, η αύξηση των κερδών του S&P 500 θα περιοριζόταν στο 28,8%, από 47,4%, παραμένοντας ωστόσο ισχυρή.
Τα έσοδα της SpaceX αυξήθηκαν στα 7,8 δισ. δολάρια, από 4,1 δισ. δολάρια έναν χρόνο νωρίτερα, καταγράφοντας άνοδο περίπου 92%. Αλλά οι επενδυτές στη Wall Street τρόμαξαν από το ρίσκο των 18,4 δισ. σε επενδυτικές δαπάνες το μεγαλύτερο μέρος των οποίων κατευθύνθηκε σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης και υπολογιστικής ισχύος.
Οι συνολικές λειτουργικές ζημιές περιορίστηκαν στα 143 εκατ. δολάρια, από 970 εκατ. δολάρια την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Ωστόσο, οι υψηλές επενδυτικές ανάγκες εξακολουθούν να επιβαρύνουν τις ταμειακές ροές και να τροφοδοτούν ερωτήματα για το πότε η εταιρεία θα μπορέσει να μετατρέψει την ταχεία ανάπτυξη σε σταθερή κερδοφορία.

Η μεγαλύτερη αύξηση εταιρικών κερδών του S&P 500 την τελευταία 5ετία ©FT
Τα ισχυρά εταιρικά αποτελέσματα συνέβαλαν καθοριστικά στη διατήρηση της ανοδικής πορείας της αμερικανικής χρηματιστηριακής αγοράς, ακόμη και μετά τις πρόσφατες αμφιβολίες που εκφράστηκαν για τη βιωσιμότητα της επενδυτικής «έκρηξης» γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη και τη διόρθωση που ακολούθησε στις μετοχές του τεχνολογικού κλάδου.
Από τις αρχές του έτους, ο δείκτης S&P 500 καταγράφει άνοδο περίπου 9,4%, επιβεβαιώνοντας ότι η εμπιστοσύνη των επενδυτών παραμένει ισχυρή.
Ο Ρίτσαρντ Σαλντάνα, διαχειριστής χαρτοφυλακίων της Aviva Investors, θεωρεί ιδιαίτερα σημαντικό ότι η ανάπτυξη πλέον δεν περιορίζεται αποκλειστικά στην τεχνολογία και την ενέργεια.
Όπως υπογραμμίζει, η συμμετοχή περισσότερων παραγωγικών κλάδων στην αύξηση της κερδοφορίας αποτελεί καθοριστική προϋπόθεση για τη διατήρηση της ανοδικής πορείας των χρηματιστηρίων, καθώς δεν είναι δυνατόν η συνολική αγορά να στηρίζεται διαρκώς μόνο στις επιδόσεις των εταιρειών τεχνολογίας.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γραφείου Οικονομικής Ανάλυσης των ΗΠΑ, τα εταιρικά κέρδη είχαν ήδη φθάσει σε ιστορικό υψηλό κατά το πρώτο τρίμηνο του έτους, αγγίζοντας τα 4,4 τρισ. δολάρια. Παράλληλα, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα του Ρίτσμοντ υπολόγισε ότι τα εταιρικά κέρδη αντιστοιχούσαν στο 13,9% της συνολικής οικονομικής παραγωγής της χώρας, το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί μέχρι σήμερα.
Η ενίσχυση των χρηματιστηριακών αποτιμήσεων διατηρεί υψηλή και την καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών που διαθέτουν σημαντικά επενδυτικά χαρτοφυλάκια, καθώς η αύξηση της αξίας των περιουσιακών τους στοιχείων λειτουργεί ενισχυτικά για την κατανάλωση. Όπως επισημαίνει ο επικεφαλής οικονομολόγος της RSM, Τζο Μπρουσουέλας, η ολοένα μεγαλύτερη συγκέντρωση περιουσιακών στοιχείων στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα έχει ενισχύσει σημαντικά το λεγόμενο «wealth effect», δηλαδή την επίδραση του αυξανόμενου πλούτου στην καταναλωτική συμπεριφορά.
Η «K-shaped» οικονομία διευρύνει τις ανισότητες στις ΗΠΑ
Παρά τη θετική εικόνα των ισολογισμών, τα στοιχεία της πραγματικής οικονομίας αποτυπώνουν μια διαφορετική πραγματικότητα για εκατομμύρια Αμερικανούς.
Στελέχη του λιανεμπορίου και της βιομηχανίας καταναλωτικών προϊόντων επισημαίνουν ότι τα νοικοκυριά με χαμηλότερα εισοδήματα λειτουργούν πλέον με εξαιρετικά περιορισμένα περιθώρια. Ο οικονομικός διευθυντής της Procter & Gamble, Αντρέ Σούλτεν, δήλωσε ότι οι καταναλωτές χαμηλού εισοδήματος «ζουν ουσιαστικά από μισθό σε μισθό», γεγονός που αντανακλάται και στη μείωση των πωλήσεων ορισμένων προϊόντων καθημερινής χρήσης.
Την ίδια στιγμή, ο διευθύνων σύμβουλος της Chipotle Mexican Grill, Σκοτ Μπόουτραϊτ, εκτίμησε ότι συνολικά ο Αμερικανός καταναλωτής εξακολουθεί να εμφανίζει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Παρά την αύξηση του κόστους για πρώτες ύλες, μεταφορές και κυρίως το βοδινό κρέας, η εταιρεία κατέγραψε αύξηση περίπου 12% στα καθαρά κέρδη του δεύτερου τριμήνου.
Ανάλογη εικόνα περιέγραψε και ο οικονομικός διευθυντής της JPMorgan Chase, Τζέρεμι Μπάρναμ, σημειώνοντας ότι οι καταναλωτικές δαπάνες παραμένουν ισχυρές σε όλες σχεδόν τις εισοδηματικές κατηγορίες.
Σημαντική ώθηση στην κερδοφορία των τραπεζών έδωσε και η έντονη δραστηριότητα στις χρηματιστηριακές αγορές γύρω από τις μετοχές που συνδέονται με την τεχνητή νοημοσύνη. Οι JPMorgan, Goldman Sachs, Citigroup και Bank of America ενίσχυσαν τα έσοδά τους από συναλλαγές σε μετοχές, ενώ ο διευθύνων σύμβουλος της JPMorgan, Τζέιμι Ντάιμον, χαρακτήρισε το επιχειρηματικό περιβάλλον «σχεδόν ιδανικό».

F-35 της Lockheed Martin © LM
Αύξηση κερδών κατέγραψαν και οι αμυντικές βιομηχανίες. Οι Lockheed Martin, General Dynamics, L3Harris και RTX ανακοίνωσαν καλύτερα αποτελέσματα σε σχέση με ένα χρόνο πριν, καθώς η Ουάσιγκτον αυξάνει τις δαπάνες για την αναπλήρωση των αποθεμάτων πυραύλων και προσαρμόζει τη βιομηχανική παραγωγή σε συνθήκες αυξημένων γεωπολιτικών εντάσεων.
Ωστόσο, η εικόνα της αγοράς εργασίας είναι λιγότερο αισιόδοξη. Ανάλυση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας της Ατλάντα, με βάση στοιχεία του Γραφείου Στατιστικής Εργασίας, δείχνει ότι οι αυξήσεις μισθών για τους χαμηλόμισθους επιβραδύνονται ταχύτερα από ό,τι για τους υψηλόμισθους, εξανεμίζοντας μεγάλο μέρος της προόδου που είχε σημειωθεί την προηγούμενη δεκαετία.
Παράλληλα, ο ομοσπονδιακός κατώτατος μισθός παραμένει αμετάβλητος στα 7,25 δολάρια ανά ώρα από το 2009, επηρεάζοντας περίπου 1,3 εκατομμύρια εργαζόμενους, ενώ η συνδικαλιστική κάλυψη έχει υποχωρήσει στο 10,1%, περιορίζοντας τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων.
Την ίδια στιγμή, το αμερικανικό χρηματιστήριο συνεχίζει να καταγράφει νέα ιστορικά υψηλά, τροφοδοτούμενο από την επενδυτική ευφορία γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, τις προσδοκίες για μελλοντικές μειώσεις επιτοκίων και την προοπτική χαμηλότερης φορολογίας των επιχειρήσεων.
Οι εξελίξεις αυτές ενισχύουν ακόμη περισσότερο τη συγκέντρωση του πλούτου στα ανώτερα εισοδηματικά στρώματα.
Σύμφωνα με την Oxfam, μόνο κατά τον τελευταίο χρόνο η περιουσία των δέκα πλουσιότερων Αμερικανών δισεκατομμυριούχων αυξήθηκε κατά 698 δισ. δολάρια. Πλέον, το ανώτερο 0,1% κατέχει το 12,6% του συνολικού πλούτου της χώρας, ποσοστό που αποτελεί ιστορικό υψηλό.
Παράλληλα, το ανώτερο 1% των φορολογουμένων εισπράττει περισσότερο από το ένα πέμπτο του συνολικού εισοδήματος, ενώ το χαμηλότερο 20% μοιράζεται μόλις το 3,1%, γεγονός που αναδεικνύει το εύρος των ανισοτήτων.
Οι οικονομολόγοι περιγράφουν αυτή την πραγματικότητα ως «K-shaped economy», δηλαδή μια οικονομία δύο ταχυτήτων, όπου όσοι διαθέτουν επενδύσεις και περιουσιακά στοιχεία συνεχίζουν να πλουτίζουν, ενώ τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα υφίστανται ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις από την ακρίβεια, την ασθενέστερη αγορά εργασίας και την περιορισμένη αύξηση των αποδοχών.

Πορεία μισθών στις ΗΠΑ ©FT
ΗΠΑ: Ακρίβεια, χρέη και κοινωνικές πιέσεις στα νοικοκυριά
Οι ασθενέστερες οικονομικά οικογένειες έχουν δεχθεί ισχυρό πλήγμα τόσο από την επιβράδυνση της αύξησης των μισθών όσο και από τη μείωση του ρυθμού προσλήψεων.
Παράλληλα, το νέο δημοσιονομικό πακέτο της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ, το One Big Beautiful Bill Act, προβλέπει περικοπές σε προγράμματα επισιτιστικής βοήθειας και στο Medicaid, ενώ διατηρεί τις φορολογικές ελαφρύνσεις που είχαν θεσπιστεί κατά την πρώτη προεδρική του θητεία.
Το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου εκτιμά ότι τα νοικοκυριά που ανήκουν στο χαμηλότερο 10% της εισοδηματικής κατανομής θα χάσουν κατά μέσο όρο περίπου 1.600 δολάρια ετησίως, ενώ το ανώτερο 10% αναμένεται να ωφεληθεί κατά περίπου 12.000 δολάρια τον χρόνο.
Η επιδείνωση αυτή αντανακλάται και στην καταναλωτική εμπιστοσύνη. Ο δείκτης Consumer Confidence Board υποχώρησε αισθητά, ενώ οι πολίτες με ετήσιο εισόδημα κάτω των 15.000 δολαρίων εμφανίζονται οι πλέον απαισιόδοξοι για τις οικονομικές προοπτικές.
Ανάλογη εικόνα περιέγραψε και ο διευθύνων σύμβουλος της McDonald’s, Κρίστοφερ Κεμπτσίνσκι, ο οποίος έκανε λόγο για μια ξεκάθαρα «διχασμένη» καταναλωτική βάση. Όπως ανέφερε, η επισκεψιμότητα από τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα μειώθηκε σχεδόν κατά διψήφιο ποσοστό στο τρίτο τρίμηνο, τάση που διατηρείται σχεδόν δύο χρόνια.
Οι συνεχείς αυξήσεις στα ενοίκια, στα τρόφιμα και στο κόστος φροντίδας των παιδιών έχουν εξαντλήσει τα οικονομικά περιθώρια πολλών οικογενειών, επηρεάζοντας αρνητικά τόσο την ψυχολογία όσο και την καταναλωτική τους συμπεριφορά.
Η αγοραστική δύναμη των πολιτών εξακολουθεί να υποχωρεί, καθώς οι τιμές καταναλωτή έχουν αυξηθεί σωρευτικά κατά περίπου 23% από το 2020, ενώ το κόστος απόκτησης κατοικίας έχει εκτοξευθεί, καθιστώντας την ιδιοκατοίκηση ολοένα πιο δύσκολη για τα νεότερα νοικοκυριά.
Ιδιαίτερα υψηλό παραμένει και το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης. Σύμφωνα με το Kaiser Family Foundation, το μέσο ετήσιο οικογενειακό ασφάλιστρο υγείας ανήλθε στα 23.968 δολάρια το 2023, αυξημένο κατά 20% σε σχέση με το 2019.
Παράλληλα, τα ιατρικά χρέη εξακολουθούν να επιβαρύνουν περίπου το 41% των ενηλίκων στις ΗΠΑ, με το συνολικό ύψος τους να υπολογίζεται στα 220 δισ. δολάρια. Έρευνα του Commonwealth Fund έδειξε επίσης ότι ένας στους τέσσερις Αμερικανούς ανέβαλε ή ακύρωσε απαραίτητη ιατρική περίθαλψη εξαιτίας του κόστους.
Σημαντική οικονομική επιβάρυνση εξακολουθούν να προκαλούν και οι πανεπιστημιακές σπουδές. Τα δίδακτρα έχουν αυξηθεί κατά 179% από το 1980, ενώ το συνολικό φοιτητικό χρέος διαμορφώνεται πλέον μεταξύ 1,7 και 1,8 τρισ. δολαρίων, επιβαρύνοντας περισσότερους από 42 εκατομμύρια δανειολήπτες.
Ο μέσος οφειλέτης χρωστά περίπου 39.000 δολάρια, ενώ για πολλούς οι μηνιαίες δόσεις ξεπερνούν τα 300 δολάρια, καθυστερώντας σημαντικές αποφάσεις ζωής, όπως η αγορά κατοικίας, ο γάμος ή η δημιουργία οικογένειας. Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου το 2023 να ακυρώσει το σχέδιο του Τζο Μπάιντεν για διαγραφή φοιτητικών δανείων ύψους 400 δισ. δολαρίων επιδείνωσε ακόμη περισσότερο την οικονομική πίεση.
Την ίδια ώρα, αυξάνεται και ο καταναλωτικός δανεισμός. Το χρέος από πιστωτικές κάρτες ανέρχεται πλέον στα 1,3 τρισ. δολάρια, με το μέσο υπόλοιπο να προσεγγίζει τις 7.000 δολάρια ανά κάτοχο. Παράλληλα, αυξάνονται οι καθυστερήσεις στην αποπληρωμή δανείων αυτοκινήτου και οι κατασχέσεις οχημάτων, σε επίπεδα που θυμίζουν την περίοδο της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης.
Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ αναμένεται να στηρίξει σημαντικό μέρος της προεκλογικής του εκστρατείας για τις ενδιάμεσες εκλογές του Κογκρέσου στο νέο δημοσιονομικό πακέτο, το οποίο τίθεται σε εφαρμογή από το 2026. Ωστόσο, αρκετοί οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι οι περικοπές στο Medicaid και στα προγράμματα επισιτιστικής βοήθειας θα επιβαρύνουν κυρίως τα χαμηλότερα και μεσαία εισοδήματα.
Όπως επισημαίνει ο καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, Τζάστιν Γούλφερς, πολλοί πολίτες θα χάσουν την ασφαλιστική κάλυψη του Medicaid, ενώ τα μεσαία στρώματα θα βρεθούν αντιμέτωπα με σημαντικές αυξήσεις στα ασφάλιστρα υγείας.
«Ακόμη και αν οι συνολικοί δείκτες της οικονομίας και το ΑΕΠ συνεχίσουν να αυξάνονται, για πολλούς εργαζόμενους και πολίτες της μεσαίας τάξης η καθημερινότητα μπορεί να θυμίζει ύφεση, καθώς τα πραγματικά εισοδήματά τους θα συνεχίσουν να μειώνονται», προειδοποιεί.

Δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης;, ανά γενιά ©Axios
Generation X: Η γενιά που χάνει την εμπιστοσύνη της στην οικονομία
Η Generation X, η γενιά που συχνά έμεινε στη σκιά των Baby Boomers και των Millennials, εμφανίζει σήμερα τη χαμηλότερη καταναλωτική εμπιστοσύνη από κάθε άλλη ηλικιακή ομάδα στις ΗΠΑ. Τα στοιχεία της Conference Board δείχνουν ότι οι 45 έως 61 ετών είναι οι πιο απαισιόδοξοι για τις επιχειρηματικές συνθήκες, την αγορά εργασίας, τα εισοδήματα και τις οικονομικές προοπτικές..
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία για την αμερικανική οικονομία, καθώς πολλοί εκπρόσωποι της Generation X βρίσκονται στα χρόνια των υψηλότερων εισοδημάτων τους. Εάν η απαισιοδοξία μετατραπεί σε περιορισμό της κατανάλωσης, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να επηρεάσουν έναν από τους βασικούς κινητήρες της ανάπτυξης, σημειώνουν αναλυτές στο Axios.
Η χαμηλή εμπιστοσύνη αποδίδεται εν μέρει στις πιέσεις της λεγόμενης «sandwich generation»: την ταυτόχρονη φροντίδα ηλικιωμένων γονέων και παιδιών, την οικονομική ανασφάλεια για τη συνταξιοδότηση και την αίσθηση ότι ο χρόνος για την επίτευξη προσωπικών στόχων περιορίζεται.
Η εικόνα, πάντως, εντάσσεται σε ένα ευρύτερο μοτίβο. Έρευνες έχουν δείξει ότι η ευτυχία ακολουθεί καμπύλη U στη διάρκεια της ζωής, με το χαμηλότερο σημείο να εντοπίζεται στη μέση ηλικία. Παρά τη μειωμένη εμπιστοσύνη, οι Αμερικανοί εξακολουθούν να καταναλώνουν, περιορίζοντας μέχρι στιγμής τις οικονομικές επιπτώσεις της απαισιοδοξίας.

Πληθωρισμός στις ΗΠΑ © Pixabay
Η οικονομία των ΗΠΑ επιβραδύνει, ενώ ο πληθωρισμός εντείνεται
Η οικονομία των ΗΠΑ αναπτύχθηκε με ετήσιο ρυθμό 1,5% το δεύτερο τρίμηνο του 2026, επιβεβαιώνοντας την τάση επιβράδυνσης σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης διαμορφώθηκε στο 1,8%, έναντι 2,1% την αντίστοιχη περίοδο του 2025.
Την ίδια στιγμή, οι πληθωριστικές πιέσεις ενισχύονται. Ο δείκτης προσωπικών καταναλωτικών δαπανών (PCE), που αποτελεί το βασικό μέτρο πληθωρισμού της Ομοσπονδιακής Τράπεζας (Fed), αυξήθηκε κατά 3,7% σε ετήσια βάση. Ωστόσο, τα στοιχεία δεν αποτυπώνουν ακόμη πλήρως τις νέες ανατιμήσεις που ακολούθησαν μετά την κατάρρευση της προσωρινής εκεχειρίας που είχε ανακοινώσει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ, εξέλιξη που οδήγησε εκ νέου σε άνοδο των τιμών των καυσίμων. Επιπλέον, η νέα δέσμη δασμών που επέβαλε πρόσφατα η αμερικανική κυβέρνηση εκτιμάται ότι θα αυξήσει περαιτέρω το κόστος βασικών αγαθών.
Οι επενδύσεις των τεχνολογικών εταιρειών σε υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, που είχαν στηρίξει την ανάπτυξη στις αρχές του έτους, επιβραδύνθηκαν, με την αύξηση των ιδιωτικών εγχώριων επενδύσεων να περιορίζεται στο 0,5% από 1,4% το πρώτο τρίμηνο. Αντίθετα, η ιδιωτική κατανάλωση παρέμεινε ισχυρή, καταγράφοντας ετήσια αύξηση 3,9%.
Παράλληλα, οι μη οικιστικές πάγιες επενδύσεις επιβραδύνθηκαν στο 8,4% από 10,6%, ενώ οι επενδύσεις σε κατασκευές μειώθηκαν για δέκατο συνεχόμενο τρίμηνο. Οι επενδύσεις σε εξοπλισμό διατήρησαν τη δυναμική τους, ενώ οι επενδύσεις σε προϊόντα πνευματικής ιδιοκτησίας κατέγραψαν χαμηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.
Σε διεθνές επίπεδο, οι ΗΠΑ εξακολουθούν να υπερέχουν των άλλων μεγάλων ανεπτυγμένων οικονομιών, καθώς η Ευρωζώνη αναπτύσσεται με περίπου 1%, ενώ η Ιαπωνία κινείται κοντά στο 0,5%.
Ωστόσο, πίσω από τα ιστορικά υψηλά των χρηματιστηρίων και τα εντυπωσιακά εταιρικά κέρδη στις ΗΠΑ, διαμορφώνεται μια οικονομία όπου η ευημερία δεν κατανέμεται ισότιμα. Η απόσταση ανάμεσα σε όσους επωφελούνται από την άνοδο των αγορών και σε όσους αγωνίζονται να καλύψουν τις βασικές τους ανάγκες συνεχίζει να διευρύνεται, επιβεβαιώνοντας ότι η αμερικανική οικονομία παραμένει χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας «K-shaped» ανάπτυξης, με νικητές και χαμένους να απομακρύνονται ολοένα περισσότερο μεταξύ τους.
