Τι γράφει στο άρθρο του για το 16ο Συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας ο πρόεδρος του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιώς Βασίλης Κορκίδης:
Στο τελευταίο Συνέδριο της ΝΔ πριν τις εκλογές φαίνεται να διαμορφώθηκαν τέσσερεις προκλήσεις για την κυβέρνηση. Η φθορά της καθημερινότητας, με την ακρίβεια, στέγαση, ενεργειακό κόστος και κόπωση της μεσαίας τάξης να δημιουργούν ψυχολογική πίεση. Ακόμα και πολίτες που αναγνωρίζουν θετικούς μακροοικονομικούς δείκτες αισθάνονται ότι το διαθέσιμο εισόδημα δεν επαρκεί. Η κόπωση εξουσίας, πού παρατηρείται συχνά σε κυβερνήσεις δεύτερης θητείας, όταν μετά από οκτώ χρόνια διακυβέρνησης, αυξάνεται η ανάγκη του εκλογικού σώματος για ανανέωση προσώπων. Η ψήφος διαμαρτυρίας, με τις μετρήσεις να δείχνουν άνοδο της επιλογής σε μικρότερα κόμματα και υψηλά ποσοστά αναποφάσιστων. Αυτό σημαίνει ότι ο “θυμός” δεν κατευθύνεται απαραίτητα σε έναν βασικό αντίπαλο, αλλά διαχέεται. Η συσπείρωση της κεντροδεξιάς βάσης, με μέρος συντηρητικών και δεξιότερων ψηφοφόρων να εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί απέναντι στην κυβέρνηση και να θεωρούν ότι απομακρύνεται από την κοινωνία.
Ωστόσο, επιβεβαιώθηκαν και παράγοντες που εξακολουθούν να λειτουργούν υπέρ της ΝΔ, όπως η απουσία ισχυρής και ενιαίας εναλλακτικής αντιπολιτευτικής πρότασης, η εικόνα κυβερνητικής σταθερότητας σε μια περίοδο διεθνούς αβεβαιότητας, η υπεροχή του Κυριάκου Μητσοτάκη στην καταλληλότητα για πρωθυπουργός στις περισσότερες έρευνες και ο φόβος πολιτικής αστάθειας με πολυκομματικές συγκρούσεις. Αν μάλιστα οι εκλογές γίνονταν σήμερα, εκτιμάται ότι η εικόνα θα παρέπεμπε περισσότερο σε νίκη της ΝΔ αλλά με χαμηλότερο ποσοστό, δυσκολότερη αυτοδυναμία, μεγαλύτερη κατακερματισμένη Βουλή και ισχυρότερη ψήφο διαμαρτυρίας δεξιά και αντισυστημικά. Το πιο κρίσιμο πολιτικό στοιχείο είναι ότι δίνεται χρόνος στη ΝΔ να ανακτήσει μέρος των απωλειών της, εφόσον βελτιωθεί η οικονομική ψυχολογία στη ΔΕΘ και περιοριστεί η αίσθηση κοινωνικής πίεσης. Μέχρι την κάλπη δεν πρέπει να παγιωθεί η αντίληψη ότι η οικονομία ευνοεί λίγους, η καθημερινότητα χειροτερεύει και η κυβέρνηση δεν ακούει. Εάν όμως δεν τα καταφέρει τότε η προσωρινή δυσαρέσκεια μπορεί να μετατραπεί σε σταθερή εκλογική φθορά.
Ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας αποτελεί διαχρονικά έναν από τους κρίσιμους εκλογικούς πυλώνες. Είναι ο επαγγελματίας, ο έμπορος, ο βιοτέχνης, ο παραγωγός, ο κατασκευαστής, ο εισαγωγέας και εξαγωγέας, ο οικογενειακός επιχειρηματίας, που επηρεάζεται άμεσα από τη φορολογία, τις ασφαλιστικές εισφορές, την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, την κατανάλωση, το ενεργειακό κόστος, την γραφειοκρατία και πλέον το ψηφιακό και κανονιστικό βάρος συμμόρφωσης. Ο απογοητευμένος μικρομεσαίος επιχειρηματίας αντιδρά στις εκλογές διαφορετικά από τον παραδοσιακό κομματικό ψηφοφόρο. Δεν ψηφίζει πλέον κυρίως ιδεολογικά, αλλά ψηφίζει με βάση το αν αισθάνεται ότι μπορεί να επιβιώσει και να αναπτυχθεί. Και όταν νιώθει οικονομικά πιεσμένος, φορολογικά αδικημένος και θεσμικά παραμελημένος, η ψήφος του γίνεται περισσότερο τιμωρητική παρά υποστηρικτική.
Ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας έχει συνήθως τα χαρακτηριστικά να μην εκφράζεται εύκολα δημόσια, αλλά καταγράφεται στην κάλπη. Ο μικρομεσαίος συχνά συνεχίζει να λειτουργεί πρακτικά στην καθημερινότητα, χωρίς έντονες πολιτικές τοποθετήσεις. Όμως στις εκλογές είτε απέχει, είτε μετακινείται αθόρυβα, είτε επιλέγει μικρότερα κόμματα ως μήνυμα δυσαρέσκειας. Η επιχειρηματική ψήφος σπάνια γίνεται ακραία, αλλά γίνεται εύκολα αντισυστημική όταν αισθανθεί αδιέξοδο.
Ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας τιμωρεί περισσότερο την αίσθηση αδικίας παρά την ίδια τη δυσκολία.’Αλλωστε έχει αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει δύσκολες συνθήκες αν πιστεύει ότι υπάρχει προοπτική, οι κανόνες είναι ίδιοι για όλους και το κράτος λειτουργεί δίκαια. Αν όμως θεωρήσει ότι ευνοούνται οι μεγάλοι, οι τράπεζες συνεχίζουν να μην χρηματοδοτούν τους μικρούς, η αγορά πιέζεται μόνο προς τα κάτω, τότε ο θυμός αποκτά πολιτική ένταση.
Ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας, στη πραγματική οικονομία δέχεται καθημερινή ταμειακή πίεση. Η καθυστέρηση πληρωμών, η πτώση κατανάλωσης, το αυξημένο λειτουργικό κόστος και η υπερφορολόγηση μετατρέπονται γρήγορα σε πολιτική δυσαρέσκεια. Γι’ αυτό και η ακρίβεια, το ενεργειακό κόστος, τα επιτόκια και η μειωμένη κατανάλωση έχουν μεγαλύτερη πολιτική επίδραση από τους γενικούς δείκτες ανάπτυξης.
Ο μικρομεσαίος επιχειρηματίας συνήθως φοβάται την πολιτική αστάθεια και ακυβερνησία. Ωστόσο, όταν η σταθερότητα συνδέεται με στασιμότητα και αίσθηση αδιεξόδου, τότε η ανάγκη αντίδρασης αρχίζει να υπερισχύει του φόβου. Έτσι εξηγείται γιατί συχνά δεν εγκαταλείπει εύκολα κυβερνήσεις που θεωρεί φιλικές προς την αγορά, αλλά όταν αποφασίσει να απομακρυνθεί, το κάνει μαζικά και δύσκολα επιστρέφει γρήγορα.
Ο αναποφάσιστος μικρομεσαίος επιχειρηματίας πιθανότατα θα κινηθεί προς τις εκλογές με τρία βασικά κριτήρια. Πρώτον, αν βελτιώνεται πραγματικά η καθημερινή λειτουργία της επιχείρησής του, δεύτερον, αν αισθάνεται ότι ακούγεται θεσμικά και τρίτον, αν πιστεύει ότι υπάρχει σοβαρό και ρεαλιστικό οικονομικό σχέδιο για τις ΜμΕ. Αν αυτά δεν αποκατασταθούν, η επιχειρηματική δυσαρέσκεια μπορεί να εξελιχθεί σε σιωπηλή, αλλά κρίσιμη εκλογική μετατόπιση, ιδιαίτερα στο λιανικό εμπόριο, στις υπηρεσίες και στην οικογενειακή επιχειρηματικότητα, που παραδοσιακά επηρεάζουν έντονα το πολιτικό κλίμα στην Ελλάδα.
