Yoleni’s: Πτώχευση για το άλλοτε φιλόδοξο εγχείρημα σε ΗΠΑ και Κολωνάκι

Το εγχείρημα ξεκίνησε το 2013 από το ηλεκτρονικό κατάστημα Yoleni’s και την αποθήκη των Άνω Λιοσίων, για να φτάσει κάποια στιγμή έως και την Αμερική

Yoleni's © yolenis.com

Τίτλοι τέλους πέφτουν στο φιλόδοξο επιχειρηματικό εγχείρημα που αναπτύχθηκε γύρω από τη Yoleni’s και το κτίριο της οδού Σόλωνος, καθώς η εταιρεία, που επιχείρησε να διευρύνει το μοντέλο από την εστίαση και τη λιανική τροφίμων στη φιλοξενία, κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης – ως ηλεκτρονικό κατάστημα πώλησης ελληνικών προϊόντων από μικρούς παραγωγούς το 2013, με ιδρυτές τότε τον Νίκο Πίπα, ο οποίος συμμετείχε στην εταιρεία με μειοψηφικό ποσοστό, και τον Δωρόθεο Χατζηιωάννου, γνωστό από την προηγούμενη οικογενειακή δραστηριότητα μέσω των Sprider Stores, ο οποίος διατηρούσε την πλειοψηφία των μετοχών. Όπως επιβεβαιώνουν πηγές με γνώση των εξελίξεων, η εταιρεία πωλήθηκε από την οικογένεια του Άγγελου Φιλιππίδη, γνωστού από τη θητεία του στην προεδρία του Παναθηναϊκού αλλά και στη διοίκηση του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, ενώ σήμερα διατηρεί καθήκοντα ως οικονομικός επόπτης στο Ελληνοουκρανικό Επιμελητήριο.

Από την αποθήκη των Άνω Λιοσίων στο Κολωνάκι

Το πρώτο καίριο βήμα εξωστρέφειας έγινε όταν οι δύο ιδρυτές, Χατζηιωάννου και Πίπας, έχοντας ήδη αποκτήσει εμπειρία στον κλάδο των τροφίμων και κερδίσει σταδιακά αναγνωρισιμότητα, προχώρησαν στη δημιουργία του πρώτου φυσικού καταστήματος της Yoleni’s, στη Σόλωνος 9. Η συγκεκριμένη επιχειρηματική κίνηση απέσπασε σημαντική δημοσιότητα, καθώς συνδέθηκε με την ανάδειξη της ελληνικής γαστρονομίας και των εγχώριων παραγωγών. Ιδιαίτερη βαρύτητα είχε και το γεγονός ότι το εγχείρημα υλοποιήθηκε εν μέσω οικονομικής κρίσης. Παράλληλα, η επικοινωνιακή στρατηγική της εταιρείας συνέβαλε καθοριστικά στην προβολή του καταστήματος και στην εδραίωση του brand στην αγορά.

Η πρώτη έδρα της εταιρείας, μαζί με τις αποθηκευτικές της εγκαταστάσεις, βρισκόταν στην περιοχή των Άνω Λιοσίων, πριν από τη μεταφορά των δραστηριοτήτων της στο κτίριο του Κολωνακίου. Ο διακριτικός τίτλος Yoleni’s προήλθε από το όνομα της κόρης του Δημήτρη Χατζηιωάννου, Γιολένης.

Στους χώρους του καταστήματος φιλοξενήθηκαν κατά καιρούς συνεργασίες με εστιατόρια και γνωστούς σεφ. Μεταξύ αυτών ήταν η Φάρμα Μπράλλου του άλλοτε επιχειρηματία στον χώρο του κρέατος Δάμη Πειθή, καθώς και ο σεφ Ηλίας Σκουλάς, γνωστός από το εστιατόριο Food Mafia στη Γλυφάδα. Παράλληλα, διοργανώνονταν μαθήματα μαγειρικής με τη σεφ Ντίνα Νικολάου, με στόχο τη γνωριμία του κοινού με την ελληνική κουζίνα. Στους ορόφους του κτιρίου πραγματοποιούνταν επίσης εταιρικές εκδηλώσεις και άλλες δράσεις. Ωστόσο, αρκετές από τις συνεργασίες αυτές δεν είχαν την εξέλιξη που ανέμεναν οι εμπλεκόμενες πλευρές και ολοκληρώθηκαν μέσα σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.

Η αποχώρηση των ιδρυτών και η εποχή Φιλιππίδη

Καθώς το εγχείρημα εξελισσόταν, οι δύο αρχικοί μέτοχοι, Δημήτρης Χατζηιωάννου και Νίκος Πίπας, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι δεν μπορούσαν να συνεχίσουν την από κοινού διαχείριση της επιχείρησης. Αρχικά, ο Χατζηιωάννου πούλησε τη συμμετοχή του και αποχώρησε από την εταιρεία, ενώ λίγους μήνες αργότερα ακολούθησε και ο Πίπας.

Τον έλεγχο της Yoleni’s ανέλαβε στη συνέχεια ο Άγγελος Φιλιππίδης. Στο νέο ιδιοκτησιακό σχήμα συμμετείχε η οικογένειά του, καθώς και ο αδελφός του, Αλέξανδρος Φιλιππίδης. Ο τελευταίος ανέλαβε τη διαχείριση του καταστήματος που δημιουργήθηκε στο Ρόουντ Άιλαντ των Ηνωμένων Πολιτειών, στο πλαίσιο ενός φιλόδοξου επενδυτικού σχεδίου, το οποίο τελικά δεν είχε συνέχεια. Το κατάστημα αυτό αποτέλεσε το δεύτερο φυσικό σημείο της Yoleni’s και το πρώτο εκτός Ελλάδας, συμπληρώνοντας τη δραστηριότητα του ηλεκτρονικού καταστήματος που λειτουργούσε ήδη στην αμερικανική αγορά.

Το πλάνο επέκτασης στις ΗΠΑ που έμεινε στη μέση

Στο αρχικό αναπτυξιακό πλάνο, το οποίο είχε καταρτιστεί από τους Πίπα και Χατζηιωάννου, περιλαμβανόταν η λειτουργία επιπλέον καταστημάτων τόσο στις Ηνωμένες Πολιτείες όσο και στη Θεσσαλονίκη. Η δημιουργία του αμερικανικού καταστήματος πραγματοποιήθηκε μετά την πώληση των ποσοστών των δύο ιδρυτών, ωστόσο το εγχείρημα είχε προετοιμαστεί και προωθηθεί από τους ίδιους και κυρίως από τον Νίκο Πίπα.

Η νέα διοίκηση Φιλιππίδη, πάντως, δεν έδειξε πρόθεση να συνεχίσει την εφαρμογή του ευρύτερου επεκτατικού σχεδίου που είχαν καταρτίσει οι προηγούμενοι μέτοχοι. Οι Χατζηιωάννου και Πίπας παρέμειναν για μικρό χρονικό διάστημα στην επιχείρηση ως έμμισθοι συνεργάτες, προκειμένου να εξασφαλιστεί η ομαλή μετάβαση στο νέο ιδιοκτησιακό καθεστώς. Στη συνέχεια αποχώρησαν πλήρως, με την ευθύνη της εταιρείας να περνά στην οικογένεια Φιλιππίδη. Ο Άγγελος Φιλιππίδης ανέλαβε επί της ουσίας τη δραστηριότητα στην Ελλάδα, ενώ ο αδελφός του είχε την ευθύνη για την αμερικανική αγορά.

Τα οικονομικά προβλήματα και η αίτηση εξυγίανσης

Στα χρόνια που ακολούθησαν η Yoleni’s βρέθηκε αντιμέτωπη με σοβαρές οικονομικές δυσκολίες. Παρ’ ότι η λειτουργία του καταστήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες είχε αρχικά δημιουργήσει θετικές εντυπώσεις και είχε τύχει θερμής υποδοχής, η πορεία της επιχείρησης δεν εξελίχθηκε σύμφωνα με τις αρχικές προσδοκίες.

Η εταιρεία οδηγήθηκε τελικά στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο κλήθηκε να εξετάσει την αίτηση επικύρωσης συμφωνίας εξυγίανσης που είχε κατατεθεί τον Νοέμβριο του 2021. Στις κινήσεις της διοίκησης Φιλιππίδη καταγράφεται η προσπάθεια αξιοποίησης μέρους του κτιρίου ως χώρου φιλοξενίας μέσω βραχυχρόνιων μισθώσεων, με στόχο την άντληση πρόσθετων εσόδων από τον τουρισμό.

Ταυτόχρονα, εκτός από τη λιανική πώληση και την εστίαση, σημαντική πηγή εσόδων για την εταιρεία αποτέλεσαν τα εταιρικά δώρα, καθώς και οι συνεργασίες με επιχειρήσεις που προμηθεύονταν προϊόντα της Yoleni’s.

Η πώληση σε νέους ιδιοκτήτες το 2022

Το 2022, υπό την πίεση των αρνητικών οικονομικών δεδομένων και καθότι το εγχείρημα δεν απέδωσε, η εταιρεία πουλήθηκε σε νέους ιδιοκτήτες και μετονομάστηκε σε Εταιρεία Εστίασης και Φιλοξενίας Gastronomy Apartments Μονοπρόσωπη ΕΠΕ, με διακριτικό τίτλο Fresh Rest. Ωστόσο, και σε αυτήν την περίπτωση τα πράγματα δεν κύλησαν κατά το δοκούν.

Η ανάπτυξη του project στη Σόλωνος αποτέλεσε το πιο φιλόδοξο βήμα της εταιρείας. Το ακίνητο είχε σχεδιαστεί ως ένας πολυχώρος ελληνικής γαστρονομίας, όπου η λιανική, η εστίαση και οι εμπειρίες γεύσης θα λειτουργούσαν συμπληρωματικά. Ωστόσο, το εγχείρημα δεν κατάφερε να αποκτήσει την απαιτούμενη οικονομική δυναμική, ενώ σταδιακά έχανε εμπορικό έδαφος και συσσώρευε ζημίες.

Εν συνεχεία, η μετάβαση από ένα ήδη πιεσμένο μοντέλο λιανικής και εστίασης σε ένα σύνθετο σχήμα φιλοξενίας απαιτούσε νέα κεφάλαια, υψηλές επενδύσεις και σταθερές ταμειακές ροές. Οι οικονομικές δυσκολίες δεν ξεπεράστηκαν και η εταιρεία οδηγήθηκε τελικά σε αδυναμία πληρωμών. Εν τέλει, με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η επιχείρηση κηρύχθηκε σε πτώχευση προ μερικών ημερών.