Γερμανία: 3.460 απολύσεις και πέντε λουκέτα σε εργοστάσια προμηθευτή της Volkswagen

Η γερμανική Schaeffler προχωρά σε νέο κύμα περικοπών λόγω της κρίσης στην αυτοκινητοβιομηχανία. Στόχος η εξοικονόμηση 300 εκατ. ευρώ ετησίως

Ο διευθύνων σύμβουλος της Schaeffler, Κλάους Ρόζενφελντ © EPA/KEN ISHII

Σε νέο κύμα απολύσεων και κλεισίματος παραγωγικών εγκαταστάσεων προχωρά η γερμανική Schaeffler, ένας από τους σημαντικότερους προμηθευτές της Volkswagen και άλλων μεγάλων αυτοκινητοβιομηχανιών, καθώς η υποχώρηση της ζήτησης, το υψηλό κόστος παραγωγής και ο εντεινόμενος ανταγωνισμός επιβαρύνουν τις προοπτικές του ευρωπαϊκού κλάδου αυτοκινήτου.

Η εταιρεία ανακοίνωσε την Τρίτη (3/11) ότι σχεδιάζει να καταργήσει 3.460 θέσεις εργασίας στην Ευρώπη και να κλείσει πέντε εγκαταστάσεις, εκ των οποίων τέσσερις στη Γερμανία και μία στο Βέλγιο. Περίπου τα τρία τέταρτα των περικοπών προσωπικού θα πραγματοποιηθούν στη γερμανική αγορά, όπου η Schaeffler επιδιώκει να περιορίσει τις δραστηριότητες με το υψηλότερο λειτουργικό κόστος.

Σύμφωνα με το Bloomberg, οι ανακοινώσεις συνοδεύτηκαν από απογοητευτικά οικονομικά αποτελέσματα για το τρίτο τρίμηνο, τα οποία υπολείπονταν των προσδοκιών της αγοράς. Η μετοχή της εταιρείας κατέγραψε πτώση έως 4,5%, διευρύνοντας τις απώλειες από την αρχή του έτους κοντά στο 30%.

Η κρίση της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας

Η Schaeffler, η οποία κατασκευάζει μεταξύ άλλων ρουλεμάν και συστήματα μετάδοσης κίνησης για υβριδικά και ηλεκτρικά οχήματα, προμηθεύει ομίλους όπως η Volkswagen, η BMW και η General Motors.

Η απόφαση για νέα αναδιάρθρωση αντανακλά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή αυτοκινητοβιομηχανία, καθώς η ζήτηση για συμβατικά οχήματα με κινητήρες εσωτερικής καύσης υποχωρεί, ενώ η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση εξελίσσεται με βραδύτερους ρυθμούς από τους αρχικά αναμενόμενους.

Ταυτόχρονα, οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με την αυξανόμενη πίεση των κινεζικών ανταγωνιστών, οι οποίοι διεκδικούν μεγαλύτερα μερίδια αγοράς.

Ιδιαίτερα επιβαρυντικό παράγοντα για τη Schaeffler αποτελεί το κόστος εργασίας στη Γερμανία, το οποίο, σύμφωνα με την εταιρεία, είναι περίπου δυόμισι φορές υψηλότερο ανά εργαζόμενο σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Ο διευθύνων σύμβουλος της Schaeffler, Κλάους Ρόζενφελντ, δήλωσε στο Bloomberg ότι οι συνθήκες στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία έχουν επιδεινωθεί σημαντικά από το 2024, όταν ανακοινώθηκε το προηγούμενο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης.

Όπως εξήγησε, οι όγκοι παραγωγής μειώνονται περισσότερο από τις προβλέψεις, καθιστώντας αναγκαία την προσαρμογή της λειτουργικής δομής της εταιρείας.

«Δεν αρκεί να ελπίζουμε ότι τα πράγματα θα βελτιωθούν. Πρέπει να αντιμετωπίσουμε ενεργά τα προβλήματα», ανέφερε, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο αυξημένο κόστος προσωπικού στη Γερμανία.

Περικοπές και στη διοίκηση – Μειώνονται κατά 10% οι μισθοί των κορυφαίων στελεχών

Η νέα αναδιάρθρωση δεν περιορίζεται στις παραγωγικές εγκαταστάσεις, αλλά επεκτείνεται και στη διοικητική λειτουργία του ομίλου.

Σύμφωνα με τον Ρόζενφελντ, τα κορυφαία στελέχη της Schaeffler θα αποδεχθούν μείωση 10% στους βασικούς μισθούς τους, ενώ η εταιρεία σχεδιάζει την κατάργηση δύο διοικητικών επιπέδων.

Παράλληλα, εξετάζονται μικρότερες μισθολογικές περικοπές σε χαμηλότερες βαθμίδες της ιεραρχίας, προκειμένου να περιοριστεί το συνολικό κόστος προσωπικού και, ενδεχομένως, να μειωθεί ο αριθμός των θέσεων εργασίας που θα χρειαστεί να καταργηθούν.

Το νέο σχέδιο αναμένεται να αποφέρει ετήσια εξοικονόμηση περίπου 300 εκατ. ευρώ από το 2030, ενώ το εφάπαξ κόστος υλοποίησής του υπολογίζεται σε 480 εκατ. ευρώ.

Η εταιρεία επιδιώκει επίσης να περιορίσει την πλεονάζουσα παραγωγική δυναμικότητα, να απλοποιήσει τις οργανωτικές δομές της και να προσαρμόσει τις δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης στη χαμηλότερη ζήτηση.

Χιλιάδες απολύσεις στη Volkswagen και την BMW

Οι εξελίξεις στη Schaeffler αποτελούν μέρος ενός ευρύτερου κύματος περικοπών στη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία από τις δυσκολότερες περιόδους των τελευταίων ετών.

Η Volkswagen ανακοίνωσε τον Σεπτέμβριο ότι σχεδιάζει να διπλασιάσει τις περικοπές θέσεων εργασίας, ανεβάζοντας τον συνολικό στόχο στις 100.000, με σημαντικό μέρος να αφορά τη Γερμανία.

Αντίστοιχα, η BMW έχει συμφωνήσει σε πρόγραμμα περίπου 8.000 αποχωρήσεων, καθώς οι μεγάλοι κατασκευαστές επιχειρούν να προσαρμόσουν το κόστος τους στις νέες συνθήκες της αγοράς.

Η Schaeffler απασχολεί περίπου 109.000 εργαζομένους παγκοσμίως. Με το νέο πρόγραμμα, οι περικοπές έως το 2028 θα αντιστοιχούν περίπου στο 9% του βασικού εργατικού δυναμικού της στη Γερμανία, το οποίο αριθμεί 31.957 εργαζομένους.

Εάν συνυπολογιστεί η προηγούμενη αναδιάρθρωση, η συνολική μείωση του συγκεκριμένου προσωπικού στη γερμανική αγορά φτάνει περίπου το 18%.

Υπενθυμίζεται ότι τον Νοέμβριο του 2024 η Schaeffler είχε ανακοινώσει πρόγραμμα κατάργησης 4.700 θέσεων εργασίας στην Ευρώπη, με στόχο ετήσια εξοικονόμηση 290 εκατ. ευρώ έως το 2029. Η εταιρεία γνωστοποίησε μόλις πριν από λίγες εβδομάδες ότι το συγκεκριμένο πρόγραμμα είχε ολοκληρωθεί νωρίτερα από το αρχικό χρονοδιάγραμμα.

Αντιδράσεις από τα συνδικάτα – Στροφή σε ρομποτική και αμυντική βιομηχανία

Οι νέες περικοπές προκάλεσαν την αντίδραση του γερμανικού συνδικάτου IG Metall και του συμβουλίου εργαζομένων της Schaeffler, που υποστηρίζουν ότι οι επαναλαμβανόμενες αναδιαρθρώσεις αποδυναμώνουν τη βιομηχανική παρουσία της εταιρείας στη Γερμανία.

Ο εκπρόσωπος του IG Metall στη Schaeffler, Τόμας Χεν, επέκρινε την απόφαση, επισημαίνοντας ότι κάθε νέο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης ανακοινώνεται προτού ακόμη αντιμετωπιστούν οι συνέπειες του προηγούμενου.

Παράλληλα με τον περιορισμό των παραδοσιακών δραστηριοτήτων της, η Schaeffler επιδιώκει να διαφοροποιήσει τις πηγές ανάπτυξής της, μειώνοντας σταδιακά την εξάρτησή της από την αυτοκινητοβιομηχανία.

Στο πλαίσιο αυτό, επεκτείνεται στην παραγωγή εξαρτημάτων για ανθρωποειδή ρομπότ και στον αμυντικό τομέα, αναζητώντας νέες αγορές που θα μπορούσαν να αντισταθμίσουν την υποτονική ζήτηση από τους κατασκευαστές αυτοκινήτων.

Η στρατηγική αυτή αποτυπώνει τη βαθύτερη αλλαγή που βρίσκεται σε εξέλιξη στη γερμανική βιομηχανία, καθώς μεγάλοι προμηθευτές αναζητούν νέες δραστηριότητες για να διατηρήσουν την ανταγωνιστικότητά τους απέναντι στο υψηλό εγχώριο κόστος και την πίεση από την Ασία.