Volkswagen: Ζημιές-μαμούθ 5,9 δισ. ευρώ στο τρίμηνο, συναγερμός τις πωλήσεις στην Κίνα

Ο διευθύνων σύμβουλος προωθεί εκτεταμένο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, το οποίο προβλέπει περικοπές έως και 100.000 θέσεων εργασίας

O CEO της Volkswagen Όλιβερ Μπλούμε © EPA/ANNA SZILAGYI

Στη δίνη μιας από τις σοβαρότερες κρίσεις της ιστορίας της βρίσκεται η Volkswagen, η οποία ανακοίνωσε ζημιές-μαμούθ ύψους 5,86 δισ. ευρώ στο τρίτο τρίμηνο του 2026 (έναντι ζημιών 1,3 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του προηγούμενου έτους), το χειρότερο τριμηνιαίο αποτέλεσμα εδώ και περισσότερο από μία δεκαετία.

Η κατάρρευση της κερδοφορίας στην Κίνα, οι αμερικανικοί δασμοί, το αυξημένο κόστος της ηλεκτροκίνησης και οι μεγάλες απομειώσεις που συνδέονται με την Porsche εντείνουν τις πιέσεις στον γερμανικό όμιλο, ο οποίος επιταχύνει το πρόγραμμα αναδιάρθρωσης και τις δραστικές περικοπές κόστους.

Τα αποτελέσματα επηρεάστηκαν από έκτακτες επιβαρύνσεις περίπου 8 δισ. ευρώ στο τρίμηνο, κυρίως λόγω απομειώσεων που σχετίζονται με την Porsche και δαπανών αναδιάρθρωσης. Μόνο η μείωση της λογιστικής αξίας της συμμετοχής στην Porsche επιβάρυνε τα αποτελέσματα κατά 6,4 δισ. ευρώ.

Η διοίκηση προειδοποιεί ότι απαιτούνται άμεσες παρεμβάσεις για να αποκατασταθεί η κερδοφορία. «Δεν έχουμε την πολυτέλεια να χάσουμε άλλο χρόνο. Πρέπει να δράσουμε γρήγορα και αποφασιστικά», δήλωσε ο οικονομικός διευθυντής της Volkswagen, Άρνο Άντλιτς.

Καταρρέουν οι επιδόσεις στην Κίνα

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα στην Κίνα, μια αγορά που επί δεκαετίες αποτελούσε βασικό πυλώνα κερδοφορίας για τη Volkswagen. Οι κοινοπραξίες του γερμανικού ομίλου στη χώρα κατέγραψαν λειτουργικές ζημιές 113 εκατ. ευρώ στο εννεάμηνο, έναντι κερδών 744 εκατ. ευρώ την αντίστοιχη περίοδο του 2025. Παράλληλα, οι πωλήσεις του ομίλου στην κινεζική αγορά υποχώρησαν σχεδόν 40% κατά το τρίτο τρίμηνο, αποτυπώνοντας την αυξανόμενη πίεση από τους εγχώριους κατασκευαστές.

Η ταχεία ενίσχυση κινεζικών εταιρειών, όπως η BYD και η Chery, αλλάζει τις ισορροπίες τόσο στην Κίνα όσο και στην ευρωπαϊκή αγορά, όπου τα ανταγωνιστικά ηλεκτρικά μοντέλα τους κερδίζουν συνεχώς έδαφος. Οι δυσκολίες δεν περιορίζονται στη Volkswagen. Η Mercedes-Benz ανακοίνωσε επίσης ότι επανασχεδιάζει τη στρατηγική της στην Κίνα, ενώ ο διευθύνων σύμβουλος της Volvo παραδέχθηκε ότι το παραδοσιακό επιχειρηματικό μοντέλο πώλησης αυτοκινήτων δυτικής σχεδίασης στην κινεζική αγορά έχει πλέον εξαντλήσει τα περιθώριά του.

Η ηλεκτροκίνηση πιέζει τα περιθώρια κέρδους

Πρόσθετη επιβάρυνση προκαλεί η μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, καθώς τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα εξακολουθούν να αποφέρουν χαμηλότερα κέρδη από τα συμβατικά μοντέλα. Σύμφωνα με τον Άντλιτς, τα αμιγώς ηλεκτρικά οχήματα αντιπροσωπεύουν πλέον περίπου το 40% των ευρωπαϊκών παραγγελιών της Volkswagen.

Ωστόσο, η αυξημένη ζήτηση δεν μεταφράζεται ακόμη σε αντίστοιχη κερδοφορία. Η διοίκηση εκτιμά ότι τα ηλεκτρικά μοντέλα θα συνεχίσουν να εμφανίζουν χαμηλότερα περιθώρια κέρδους από τα αυτοκίνητα εσωτερικής καύσης έως περίπου το 2030.

Ακόμη και εξαιρουμένων των έκτακτων επιβαρύνσεων, το λειτουργικό περιθώριο κέρδους του ομίλου διαμορφώθηκε μόλις στο 3,8% στο εννεάμηνο, επίπεδο που η διοίκηση θεωρεί ανεπαρκές για τη χρηματοδότηση των μελλοντικών επενδύσεων.

Η Volkswagen προβλέπει πλέον λειτουργικό περιθώριο κέρδους που δεν θα ξεπεράσει το 1% για το σύνολο του 2026, έναντι μακροπρόθεσμου στόχου 8%-10% έως το 2030.

Σχέδιο περικοπών 100.000 θέσεων εργασίας

Μπροστά στην επιδείνωση των οικονομικών επιδόσεων, ο διευθύνων σύμβουλος Όλιβερ Μπλουμέ προωθεί εκτεταμένο πρόγραμμα αναδιάρθρωσης, το οποίο προβλέπει περικοπές έως και 100.000 θέσεων εργασίας σε επίπεδο ομίλου. Παράλληλα, έως τέσσερα εργοστάσια στη Γερμανία αντιμετωπίζουν το ενδεχόμενο κλεισίματος, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις από τα συνδικάτα και αυξάνοντας τον κίνδυνο απεργιακών κινητοποιήσεων στις αρχές του επόμενου έτους.

Ο όμιλος επιδιώκει εξοικονόμηση περίπου 31 δισ. ευρώ μέσω περιορισμού του κόστους παραγωγής, απλοποίησης της γκάμας μοντέλων και βελτίωσης της αποδοτικότητας των εργοστασίων.

Την ίδια στιγμή, η Audi σχεδιάζει την κατασκευή του πρώτου εργοστασίου της στις ΗΠΑ, με επένδυση περίπου 4 δισ. δολαρίων, επιχειρώντας να περιορίσει τις επιπτώσεις των αμερικανικών δασμών.