Αντίστροφη μέτρηση για τις 120 δόσεις, ποια χρέη εντάσσονται και πότε ανοίγει η πλατφόρμα

Η νέα ρύθμιση επεκτείνεται σε οφειλές που έγιναν ληξιπρόθεσμες έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024, με ορίζοντα αποπληρωμής έως και δέκα χρόνια

Χρέη, 120 δόσεις © Magnific

Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Νοεμβρίου αναμένεται να ανοίξει η πλατφόρμα για τη νέα ρύθμιση των 120 δόσεων, δίνοντας τη δυνατότητα σε νοικοκυριά, ελεύθερους επαγγελματίες και επιχειρήσεις να αποπληρώσουν σε βάθος δεκαετίας τα ληξιπρόθεσμα χρέη τους προς την Εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία. Η νέα ρύθμιση διευρύνει το χρονικό πεδίο των οφειλών που μπορούν να ενταχθούν, καθώς θα καλύπτει χρέη που κατέστησαν ληξιπρόθεσμα έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024, ενώ η προθεσμία υποβολής των αιτήσεων εκπνέει στις 30 Ιουνίου 2027.

Το βασικό πλεονέκτημα της νέας ρύθμισης είναι η αύξηση του αριθμού των δόσεων από 72 σε 120, γεγονός που επιτρέπει τη μεγαλύτερη χρονική κατανομή των οφειλών και τη μείωση της μηνιαίας επιβάρυνσης για τους οφειλέτες. Η ελάχιστη μηνιαία δόση αναμένεται να διαμορφωθεί στα 30 ευρώ, ενώ το επιτόκιο που έχει ανακοινωθεί ανέρχεται σε 5,84%.

Στη ρύθμιση θα μπορούν να ενταχθούν φορολογούμενοι και επιχειρήσεις με παλαιά ληξιπρόθεσμα χρέη, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Κρίσιμο στοιχείο θα είναι η κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι οφειλές, καθώς και το εάν έχουν ήδη υπαχθεί σε άλλη ρύθμιση.

Στη νέα ρύθμιση περιλαμβάνονται οφειλές που έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως και τις 31 Δεκεμβρίου 2024, σε αντίθεση με το υφιστάμενο πλαίσιο των 72 δόσεων, το οποίο αφορά παλαιότερα χρέη έως τις 31 Δεκεμβρίου 2023. Η επέκταση του χρονικού ορίου εκτιμάται ότι θα διευρύνει τον αριθμό των δυνητικών δικαιούχων, καθώς θα δώσει τη δυνατότητα ένταξης και σε φορολογούμενους που δημιούργησαν ληξιπρόθεσμες οφειλές μέσα στο 2024.

Παράλληλα, ιδιαίτερη σημασία έχει η δυνατότητα μετάβασης στη νέα ρύθμιση για όσους έχουν ήδη ενταχθεί στο πρόγραμμα των 72 δόσεων. Η πρόβλεψη αυτή μπορεί να προσφέρει ανάσα σε οφειλέτες που δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στο υφιστάμενο πρόγραμμα, καθώς η αποπληρωμή του υπολοίπου σε μεγαλύτερο αριθμό δόσεων περιορίζει το ύψος της μηνιαίας καταβολής.

Η υπαγωγή στη ρύθμιση δεν αναμένεται να είναι αυτόματη για το σύνολο των χρεών κάθε φορολογουμένου. Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να πληρούν τις προϋποθέσεις που θα προβλέπονται για τη νέα διαδικασία, ενώ θα πρέπει να εξεταστεί και η κατάσταση των υπόλοιπων ληξιπρόθεσμων οφειλών τους. Βασική προϋπόθεση είναι οι οφειλές που δεν εντάσσονται στη συγκεκριμένη ρύθμιση να έχουν εξοφληθεί ή να έχουν τακτοποιηθεί με άλλο νόμιμο τρόπο, εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών δηλαδή με την πάγια ρύθμιση οφειλών ή εφάπαξ εξόφληση της οφειλής.

Σημειώνεται ότι η πρώτη δόση πρέπει να καταβάλλεται εντός τριών εργάσιμων ημερών από την υποβολή της αίτησης, ενώ οι επόμενες καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα.

Η συνεπής εξυπηρέτηση της ρύθμισης συνδέεται με σημαντικά ευεργετήματα για τους οφειλέτες. Συγκεκριμένα, η ένταξη και η τήρηση των όρων μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να διευκολύνουν τη χορήγηση αποδεικτικού ενημερότητας, να αναστείλουν τη λήψη νέων αναγκαστικών μέτρων και να περιορίσουν τις συνέπειες της ποινικής διαδικασίας για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο. Ειδικές προβλέψεις υπάρχουν και για την αποδέσμευση μελλοντικών απαιτήσεων από κατασχέσεις εις χείρας τρίτων, όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις.

Από τη νέα ρύθμιση δεν θα καλύπτονται αυτομάτως όλες οι οφειλές. Χρέη που εξαιρούνται από τη δυνατότητα ρύθμισης βάσει ειδικών νομοθετικών διατάξεων, όπως ορισμένες οφειλές που αφορούν την ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων, θα εξακολουθήσουν να αντιμετωπίζονται με βάση το ειδικό καθεστώς που ισχύει για αυτά. Παράλληλα, οι νεότερες οφειλές που καθίστανται ληξιπρόθεσμες από την 1η Ιανουαρίου 2025 και μετά δεν εμπίπτουν στο συγκεκριμένο χρονικό πεδίο και θα πρέπει να τακτοποιούνται με την πάγια ρύθμιση.

Παράδειγμα για χρέος 30.000 ευρώ και επιτόκιο 5,84%

Το όφελος από τη μείωση της μηνιαίας δόσης γίνεται εμφανές σε μια οφειλή ύψους 30.000 ευρώ. Με επιτόκιο 5,84% και διαφορετική διάρκεια αποπληρωμής, οι ενδεικτικοί υπολογισμοί διαμορφώνονται ως εξής:

  • 72 δόσεις – έξι χρόνια: Η μηνιαία δόση διαμορφώνεται σε περίπου 495 ευρώ, ενώ οι συνολικοί τόκοι ανέρχονται σε περίπου 5.270 ευρώ.
  • 120 δόσεις – δέκα χρόνια: Η μηνιαία δόση μειώνεται σε περίπου 330 ευρώ, αλλά οι συνολικοί τόκοι αυξάνονται σε περίπου 9.035 ευρώ.

Με βάση το συγκεκριμένο παράδειγμα, η επιλογή των 120 δόσεων μειώνει τη μηνιαία επιβάρυνση κατά περίπου 165 ευρώ σε σύγκριση με τις 72 δόσεις, προσφέροντας μεγαλύτερη ευελιξία στην αποπληρωμή. Ωστόσο, η μεγαλύτερη διάρκεια συνεπάγεται υψηλότερο συνολικό κόστος τόκων.

Έτσι, για αρχική οφειλή 30.000 ευρώ, το συνολικό ποσό αποπληρωμής σε 120 δόσεις υπολογίζεται σε περίπου 39.035 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων των τόκων.